Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6720-6740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5800απολειφάδι[ἀπολειφάδι] α-πο-λει-φά-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. απομεινάρι, υπόλειμμα: ~ σαπουνιού. Βλ. κατακάθι. 2. (μειωτ.) για άτομο μικροκαμωμένο ή μικρόψυχο, ελεεινό, τιποτένιο: ~ της κοινωνίας.
5801απόλεμος, η, ο [ἀπόλεμος] α-πό-λε-μος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει πολεμήσει, δεν έχει πείρα πολέμου: Άμαχος και ~ πληθυσμός. ΣΥΝ. απειροπόλεμος ΑΝΤ. εμπειροπόλεμος [< αρχ. ἀπόλεμος]
5802απολεξικοποιημένος, η, ο [ἀπολεξικοποιημένος] α-πο-λε-ξι-κο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: απολεξικοποιημένο ρήμα: ΓΛΩΣΣ. που συντάσσεται συχνά με ένα ουσιαστικό το οποίο φέρει την κύρια σημασία: π.χ. αισθάνομαι χαρά (= χαίρομαι), ασκώ επιρροή (= επηρεάζω), βάζω την υπογραφή μου (= υπογράφω), δίνω συμβουλή (= συμβουλεύω), έχω τη συνήθεια (= συνηθίζω), κάνω την προσευχή μου (= προσεύχομαι), νιώθω ντροπή (= ντρέπομαι), παίρνω απόφαση (= αποφασίζω). [< αγγλ. delexical(ised) verb]
5803απολεπίζω[ἀπολεπίζω] α-πο-λε-πί-ζω ρ. (μτβ.) {απολέπι-σα, -σει, -στεί, -σμένος} 1. απομακρύνω τα νεκρά κύτταρα της επιδερμίδας (με τη χρήση κατάλληλων καλλυντικών): Κρέμα/μάσκα/σαπούνι που ~ει και καθαρίζει την επιδερμίδα. 2. αφαιρώ τα λέπια: ~ τα ψάρια. ● Παθ.: απολεπίζεται 1. ΙΑΤΡ. υφίσταται απολέπιση: Το δέρμα ~ φυσικά κάθε είκοσι μέρες περίπου. 2. ξεφλουδίζει: Το βερνίκι στο ξύλο σκάει και ~. [< 1: γαλλ. (s') exfolier] [< μτγν. ἀπολεπίζω 'ξεφλουδίζω' 1: γαλλ. desquamer]
5804απολέπιση[ἀπολέπιση] α-πο-λέ-πι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) απολεπισμός 1. καλλυντική μέθοδος απομάκρυνσης των νεκρών κυττάρων της επιδερμίδας: βαθιά/μηχανική/φυσική/χημική ~. ~ προσώπου/σώματος. ~ με άλατα. Μάσκα/προϊόντα/σαπούνι/τζελ ~ης. Πβ. πίλινγκ. Βλ. απόξεση, ενυδάτωση, καθαρισμός, μασάζ. 2. ΙΑΤΡ. παθολογική αποκόλληση των στρωμάτων της επιδερμίδας με τη μορφή λεπιών: ~ και κνησμός/ξηρότητα. Εξάνθημα με ~. Πβ. απόπτωση. ΣΥΝ. αποφολίδωση 3. ξεφλούδισμα επιφάνειας. || ~ κηρήθρας. 4. αφαίρεση λεπιών από ψάρι. Πβ. ξελέπιασμα. Βλ. φιλετοποίηση. [< 1,2: γαλλ. desquamation, exfoliation]
5805απολεπιστικός, ή, ό [ἀπολεπιστικός] α-πο-λε-πι-στι-κός επίθ.: που προκαλεί απολέπιση: ~ή: κρέμα/μάσκα. ~ό: προϊόν. Ζελέ με ~ή δράση/~ές ιδιότητες.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: δερματίτιδα. ● Ουσ.: απολεπιστικό (το): ~ προσώπου/σώματος. ~ με κόκκους. Πβ. πίλινγκ. Βλ. μικροσφαιρίδια. [< γαλλ. exfoliant, 1962]
5806απολέσειβλ. απολλύω
5807απολεσθείς, είσα, έν [ἀπολεσθείς] α-πο-λε-σθείς επίθ. (επίσ.): χαμένος: ~είσα: ταυτότητα. ~είσες: αποσκευές/ώρες μαθημάτων. ~έντα: έγγραφα. Αναπλήρωση ~έντος εισοδήματος. Εύρεση ~έντων και κλαπέντων αντικειμένων.|| (ως ουσ.) Οι ~έντες του ναυαγίου. ● Ουσ.: απολεσθέντα (τα): τμήμα συνήθ. σε αεροδρόμιο για αντικείμενα που έχουν χαθεί ή δεν έχουν φτάσει στον προορισμό τους: Αναζήτηση αποσκευών στα ~. Γραφείο ~έντων. ● βλ. απολλύω [< αρχ. ἀπόλλυμι]
5808απολήγει[ἀπολήγει] α-πο-λή-γει ρ. (αμτβ.) {απέλη-ξε, απολή-ξει} (+σε) (επίσ.) 1. καταλήγει: ~ σε αιχμή. Εργαλείο που ~ σε αιχμηρή μύτη. Τα νεύρα ~ουν στους τένοντες των μυών.|| Ο ποταμός ~ στη θάλασσα. 2. έχει ως συνέπεια, οδηγεί: Οι διαπραγματεύσεις/συνομιλίες αναμένεται να ~ξουν σε πολιτική συμφωνία. Η ποινική διαδικασία δεν ~ξε σε καταδίκη. Πβ. αποβαίνει. [< αρχ. ἀπολήγω]
5809απόληξη[ἀπόληξη] α-πό-λη-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) άκρη, τελείωμα: κωνική/τελική ~. Αντικείμενα με αιχμηρή/στρογγυλή/τριγωνική ~. ~ καλωδίου/κλιμακοστασίου/στέγης. Σημείο ~ης αγωγού. Εξάτμιση με διπλή ~.|| (ΙΑΤΡ.) Αισθητήριες ~ήξεις. ~ήξεις των νεύρων. 2. (μτφ.-επίσ.) αποτέλεσμα, κατάληξη: Η ~ των συζητήσεων. Πβ. έκβαση.|| (ΤΗΛΕΠ.) Τέλος ~ης κλήσεων (: που καταβάλλεται από δίκτυο τηλεφωνίας σε άλλο για την ολοκλήρωση μιας κλήσης). [< αρχ. ἀπόληξις ‘παύση, τέλος’, γαλλ. terminaison]
5810απόληψη[ἀπόληψη] α-πό-λη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. είσπραξη, παραλαβή τμήματος ή ολόκληρου του ποσού που δικαιούται κάποιος: ~ επιδόματος/κερδών/υψηλότερων αποδοχών. Δικαίωμα προς ~ μερίσματος/τόκου. Χρηματικές ~ήψεις από τα κοινοτικά ταμεία. 2. (επιστ.) εξαγωγή μετά από διαδικασία: ~ πετρελαίου/χρυσού (πβ. εξόρυξη). Πετρώματα κατάλληλα για ~ αδρανών υλικών. ~ήψεις νερού με γεώτρηση/από τον ταμιευτήρα. [< 1: μτγν. ἀπόληψις ‘καταβολή, απόδοση οφειλής’ 2: αγγλ. recovery]
5811απολήψιμος, η, ο [ἀπολήψιμος] α-πο-λή-ψι-μος επίθ. (επιστ.): που είναι δυνατόν να εξαχθεί ή να παραχθεί ύστερα από επεξεργασία: ~ες: ποσότητες (πετρελαίου/υδρογονανθράκων). ~α και εκμεταλλεύσιμα αποθέματα εγχώριου λιγνίτη. Ο ανώτερος/ετήσιος/μέσος ~ όγκος νερού. [< αγγλ. recoverable]
5812απολίθωμα[ἀπολίθωμα] α-πο-λί-θω-μα ουσ. (ουδ.) {απολιθώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΠΑΛΑΙΟΝΤ. υπόλειμμα ή ίχνος ζωικού ή φυτικού οργανισμού παλαιότερης γεωλογικής περιόδου, το οποίο διατηρήθηκε σε ιζηματογενές πέτρωμα και με την πάροδο του χρόνου μετατράπηκε σε πέτρα, καθώς ανόργανες ουσίες κατέλαβαν τον χώρο των οργανικών: θαλάσσια ~ατα. ~ ανθρώπου/δεινόσαυρου/εντόμου/θηλαστικού/μαμούθ/ψαριού. ~ατα φύλλων. 2. (μτφ.) ξεπερασμένη αντίληψη ή μέθοδος: ιστορικό/νομικό ~. Απόψεις που αποτελούν ~ατα του παρελθόντος. Πβ. απομεινάρι. 3. ΓΛΩΣΣ. γλωσσικό κατάλοιπο σε παγιωμένη μορφή (λ.χ. υπό μάλης). ● ΣΥΜΠΛ.: ζωντανό απολίθωμα: ζωικός ή φυτικός οργανισμός που έχει διατηρήσει τα χαρακτηριστικά των μακρινών προγόνων του, οι οποίοι είναι σήμερα γνωστοί μόνο με τη μορφή απολιθωμάτων. [< αγγλ. living fossil, 1922] [< γαλλ. fossile]
5813απολιθωμένος, η, ο [ἀπολιθωμένος] α-πο-λι-θω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει απολιθωθεί, έχει πετρώσει: ~ος: κορμός (δέντρου)/σκελετός. ~ο: δάσος. ~α: καύσιμα/φυτά.|| (μτφ.) Έμεινε σαν ~ (πβ. αποσβολ-, κοκαλ-, μαρμαρ-, πετρ-ωμένος). 2. (μτφ.-μειωτ.) αναχρονιστικός, συντηρητικός: ~μένες: αντιλήψεις/απόψεις/ιδέες. Πβ. αποστε-, πεπαλαι-ωμένος, ξεπερασμένος.
5814απολιθώνω[ἀπολιθώνω] α-πο-λι-θώ-νω ρ. (μτβ.) {απολίθω-σε, απολιθώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, κυρ. μεσοπαθ.} 1. μετατρέπω σε απολίθωμα: Δάσος που ~θηκε από τη λάβα (πβ. πετρώνω). Οργανισμοί που έχουν ~θεί. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εμποδίζω την εξέλιξη και τον εκσυγχρονισμό, προκαλώ στασιμότητα: Η κρίση ~σε την οικονομία. Η κοινωνία έχει ~θεί ιδεολογικά/πολιτικά. [< 1: αρχ. ἀπολιθῶ, γαλλ. pétrifier 2: γαλλ. fossiliser]
5815απολίθωση[ἀπολίθωση] α-πο-λί-θω-ση ουσ. (θηλ.): ΠΑΛΑΙΟΝΤ. διαδικασία μετατροπής οργανισμού σε απολίθωμα: ~ δάσους/ζώων. Κοράλλια που έχουν υποστεί ~.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Πολιτική ~. Βλ. αποτελμάτωση, οπισθοδρόμηση. [< αρχ. ἀπολίθωσις, γαλλ. fossilisation]
5816απολίνωση[ἀπολίνωση] α-πο-λί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. περίδεση πόρου ή συνήθ. αιμοφόρου αγγείου, για την αποφυγή αιμορραγίας κατά τη χειρουργική επέμβαση: ενδοσκοπική/λαπαροσκοπική/χειρουργική ~. ~ αρτηρίας/σαλπίγγων (βλ. στείρωση). [< μεσν. απολίνωσις]
5817απολίπανση[ἀπολίπανση] α-πο-λί-παν-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. αφαίρεση λαδιών, λιπαρών ουσιών συνήθ. από μεταλλικές επιφάνειες: ~ κινητήρα/σωλήνων. ΑΝΤ. λίπανση (2) 2. απομάκρυνση λίπους από δέρμα ή μαλλί ζώου κατά την επεξεργασία του: ~ με οργανικούς διαλύτες. ~ και λεύκανση. [< γαλλ. dégraissage]
5818απολιποπρωτεΐνη[ἀπολιποπρωτεΐνη] α-πο-λι-πο-πρω-τε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που συνδυάζεται με ένα λιπίδιο για το σχηματισμό λιποπρωτεϊνών. [< αγγλ. apolipoprotein, 1966]
5819απολιτικοποιημένος, η, ο βλ. αποπολιτικοποιώ.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.