| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5814 | απολιθώνω | [ἀπολιθώνω] α-πο-λι-θώ-νω ρ. (μτβ.) {απολίθω-σε, απολιθώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, κυρ. μεσοπαθ.} 1. μετατρέπω σε απολίθωμα: Δάσος που ~θηκε από τη λάβα (πβ. πετρώνω). Οργανισμοί που έχουν ~θεί. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εμποδίζω την εξέλιξη και τον εκσυγχρονισμό, προκαλώ στασιμότητα: Η κρίση ~σε την οικονομία. Η κοινωνία έχει ~θεί ιδεολογικά/πολιτικά. [< 1: αρχ. ἀπολιθῶ, γαλλ. pétrifier 2: γαλλ. fossiliser] | |
| 5815 | απολίθωση | [ἀπολίθωση] α-πο-λί-θω-ση ουσ. (θηλ.): ΠΑΛΑΙΟΝΤ. διαδικασία μετατροπής οργανισμού σε απολίθωμα: ~ δάσους/ζώων. Κοράλλια που έχουν υποστεί ~.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Πολιτική ~. Βλ. αποτελμάτωση, οπισθοδρόμηση. [< αρχ. ἀπολίθωσις, γαλλ. fossilisation] | |
| 5816 | απολίνωση | [ἀπολίνωση] α-πο-λί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. περίδεση πόρου ή συνήθ. αιμοφόρου αγγείου, για την αποφυγή αιμορραγίας κατά τη χειρουργική επέμβαση: ενδοσκοπική/λαπαροσκοπική/χειρουργική ~. ~ αρτηρίας/σαλπίγγων (βλ. στείρωση). [< μεσν. απολίνωσις] | |
| 5817 | απολίπανση | [ἀπολίπανση] α-πο-λί-παν-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. αφαίρεση λαδιών, λιπαρών ουσιών συνήθ. από μεταλλικές επιφάνειες: ~ κινητήρα/σωλήνων. ΑΝΤ. λίπανση (2) 2. απομάκρυνση λίπους από δέρμα ή μαλλί ζώου κατά την επεξεργασία του: ~ με οργανικούς διαλύτες. ~ και λεύκανση. [< γαλλ. dégraissage] | |
| 5818 | απολιποπρωτεΐνη | [ἀπολιποπρωτεΐνη] α-πο-λι-πο-πρω-τε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που συνδυάζεται με ένα λιπίδιο για το σχηματισμό λιποπρωτεϊνών. [< αγγλ. apolipoprotein, 1966] | |
| 5819 | απολιτικοποιημένος | , η, ο βλ. αποπολιτικοποιώ. | |
| 5820 | απολιτικοποίηση | βλ. αποπολιτικοποίηση | |
| 5821 | απολιτικός | , ή, ό [ἀπολιτικός] α-πο-λι-τι-κός επίθ. & (προφ.) απολίτικος & απολιτίκ: που χαρακτηρίζεται από ουδετερότητα, αδιαφορία για την πολιτική και τις πολιτικές εξελίξεις: ~ή: στάση/συμπεριφορά. Άχρωμη και ~ή εκλογική αναμέτρηση. [< μτγν. ἀπολιτικός ‘ακατάλληλος για δημόσιες θέσεις’, γερμ. apolitisch, αγγλ. apolitical, 1919, γαλλ. apolitique, 1926] | |
| 5822 | απολιτικότητα | [ἀπολιτικότητα] α-πο-λι-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αδιαφορία για την πολιτική και τις πολιτικές εξελίξεις: ~ και απάθεια/πολιτικός εκφυλισμός. Η δυσαρέσκεια των πολιτών οδηγεί στην ~. Πβ. απολυτικοποίηση. Βλ. -ότητα. | |
| 5823 | απολίτιστος | , η, ο [ἀπολίτιστος] α-πο-λί-τι-στος επίθ. ΑΝΤ. πολιτισμένος 1. (μειωτ.) που δεν έχει παιδεία: (για πρόσ.) Αγροίκος/αμόρφωτος και ~. Πβ. ακαλλιέργητος.|| ~η: συμπεριφορά. Πβ. άξεστος. 2. που βρίσκεται σε πρώιμο πολιτιστικό στάδιο: ~η: φυλή. Πβ. βάρβαρος, πρωτόγονος. [< γαλλ. incivilisé] | |
| 5824 | απολλύω | [ἀπολλύω] α-πολ-λύ-ω ρ. (μτβ.) {εύχρ. μόνο στους τ. απώλε-σα, απολέ-σει, απωλέ-σθηκε (λόγ. -σθη, μτχ. απολε-σθείς, -σθείσα, -σθέν), απολε-σθεί} (επίσ.): χάνω: ~σε το αξίωμα/τις ελπίδες του/κάθε έννοια αξιοπρέπειας. Μετοχές που ~σαν το ...% της αξίας τους. ~σθη η ευκαιρία να ... Αντικείμενα που ~σθηκαν ή εκλάπησαν κατά τη μεταφορά.|| Οπλίτες που ~σθησαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων (= χάθηκαν, σκοτώθηκαν). ● ΦΡ.: μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι βλ. μωραίνω ● βλ. απολεσθείς [< αρχ. ἀπολλύω, ἀπόλλυμι] | |
| 5825 | απολλώνιος | , α, ο [ἀπολλώνιος] α-πολ-λώ-νι-ος επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από αρμονία, κάλλος, μέτρο: ~α: ομορφιά (πβ. ολύμπιος). ~ο: κορμί/πνεύμα.|| (ΦΙΛΟΣ.) Το ~ο στοιχείο (: εμπεριέχει τον λόγο, το μέτρο και την αυτοκυριαρχία). Βλ. διονυσιακός. 2. που σχετίζεται με τον θεό Απόλλωνα: ~α: λύρα. ~οι: χρησμοί. [< 1: γερμ. apollinisch, γαλλ. apollinien 2: αρχ. ἀπολλώνιος] | |
| 5826 | απολογητής | [ἀπολογητής] α-πο-λο-γη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. απολογήτρια} 1. (συνήθ. μειωτ.) πρόσωπο που υπερασπίζεται με σθένος μια ιδεολογία, ένα κίνημα, έναν θεσμό: ~ του καπιταλισμού/κομμουνισμού. Όψιμος ~ μιας θεωρίας. Οι ~ές του συστήματος. Όργανα και ~ές της εξουσίας. Πβ. θιασώτης, οπαδός, προπαγανδιστής, υποστηρικτής. 2. ΘΕΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Α) καθένας από τους χριστιανούς συγγραφείς, κυρ. του 2ου μ.Χ. αι., ο οποίος με το έργο του υπερασπιζόταν τη χριστιανική πίστη απέναντι στην ειδωλολατρία και τον ιουδαϊσμό: Οι ~ές και Πατέρες της Εκκλησίας. [< μεσν. απολογητής 'που απολογείται σε δικαστήριο', γερμ. Apologet, γαλλ. apologiste, αγγλ. apologizer] | |
| 5828 | απολογητικός | , ή, ό [ἀπολογητικός] α-πο-λο-γη-τι-κός επίθ. 1. που έχει χαρακτήρα απολογίας, υπεράσπισης: ~ή: απάντηση/διάθεση/επιστολή/στάση. ~ό: έργο/κείμενο/(ΝΟΜ.) υπόμνημα/ύφος. Σε ~ή θέση/~ό τόνο.|| (για πρόσ.) Εμφανίστηκε αμήχανος και ~ (για την ήττα της ομάδας). 2. ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με την απολογητική: ~ά: κείμενα. ● επίρρ.: απολογητικά [< αρχ. ἀπολογητικός 'κατάλληλος για απολογία', γαλλ. apologétique, αγγλ. apologetic] | |
| 5829 | απολογία | [ἀπολογία] α-πο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) λόγος με τον οποίο υπερασπίζεται κάποιος τον εαυτό του, όταν κατηγορείται: (προ)ανακριτική/έγγραφη/προφορική/συμπληρωματική ~. Μαραθώνια ~ (= πολύωρη). Καλώ (κάποιον) σε ~ (: για σφάλμα ή παράλειψη). Ανακαλώ/συντάσσω/υποβάλλω την ~ μου. Βλ. -λογία. 2. (μτφ.) γραπτή ή προφορική υπεράσπιση θεωρίας, ιδέας, θεσμού. ΣΥΝ. απολογητική (2) [< αρχ. ἀπολογία, γαλλ. apologie, αγγλ. apology] | |
| 5830 | απολογισμός | [ἀπολογισμός] α-πο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. παρουσίαση δραστηριότητας, γεγονότος, κατάστασης και αξιολόγησή τους μετά την ολοκλήρωσή τους: αρνητικός/γενικός/θετικός/συνολικός/τελικός ~. ~ της δράσης/των ζημιών/της καταστροφής/των πεπραγμένων του ιδρύματος (= έκθεση πεπραγμένων)/της σεζόν (που πέρασε)/του συνεδρίου. Ο εκπρόσωπος τύπου προέβη σε ~ό του κυβερνητικού έργου. Πβ. συγκεφαλαίωση, σύνοψη.|| (μτφ.) Είναι η ώρα του ~ού (βλ. λογοδοσία). Kάνω τον ~ό της ζωής μου. Κάνοντας έναν μικρό/πρώτο/σύντομο ~ό ... Ο θλιβερός/τραγικός ~ του πολέμου ήταν ... Πβ. αποτίμηση. 2. ΟΙΚΟΝ. απόδοση λογαριασμού για συγκεκριμένη διαχείριση: διοικητικός/οικονομικός/ταμειακός ~. ~ εργασιών/εσόδων και εξόδων/εταιρικής υπευθυνότητας/του κράτους (: για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους). Ετήσιος ~ εταιρείας. Ισολογισμός και ~ έτους ... Έγκριση ~ού. Η επιχείρηση παρουσίασε τον ~ό της. Βλ. -ισμός. [< αρχ. ἀπολογισμός, γαλλ. report] | |
| 5831 | απολογιστικός | , ή, ό [ἀπολογιστικός] α-πο-λο-γι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον απολογισμό: ~ός: πίνακας (εσόδων). ~ή: έκθεση/συνέλευση. ~ό: δελτίο/κόστος. ~ά: στοιχεία (δραστηριότητας μιας εταιρείας). Ετήσιος ~ έλεγχος. | |
| 5832 | απολογούμαι | [ἀπολογοῦμαι] α-πο-λο-γού-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {απολογ-είσαι ... | απολογ-ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος} 1. (επίσ.) υπερασπίζω τον εαυτό μου, αποκρούω κατηγορίες που μου αποδίδονται: Ο κατηγορούμενος ~ήθηκε στον/ενώπιον του ανακριτή. Πήρε προθεσμία για να ~ηθεί. ~ούμενος ο ... είπε/υποστήριξε ότι ... 2. δίνω εξηγήσεις, λογοδοτώ: ~ για τα λάθη/τις πράξεις μου. Δεν υπάρχει λόγος να ~είσαι. Πβ. δικαιολογούμαι.|| (καταχρ., κυρ. στην Κύπρο ως αγγλισμός) ζητώ συγγνώμη. [< 1: αρχ. ἀπολογοῦμαι, αγγλ. apologize] | |
| 5833 | απολυμαίνω | [ἀπολυμαίνω] α-πο-λυ-μαί-νω ρ. (μτβ.) {απολύμα-νε, απολυμά-νει, -νθηκε, -νθεί, -σμένος, απολυμαίν-οντας}: κάνω απολύμανση: ~αν το εργαστήριο/τα ρούχα/τον χώρο. Προϊόν που καθαρίζει και ~ει την κουζίνα/την τουαλέτα. Συνεργείο θα ~νει το σχολείο (μετά το πρόσφατο κρούσμα μηνιγγίτιδας). Να ~νεις την πληγή με αντισηπτικό/οινόπνευμα! Νερό που έχει ~νθεί με χλώριο. ~σμένη: επιφάνεια. Πβ. αποστειρώνω. [< αρχ. ἀπολυμαίνομαι, γαλλ. désinfecter] | |
| 5834 | απολύμανση | [ἀπολύμανση] α-πο-λύ-μαν-ση ουσ. (θηλ.): καταστροφή παθογόνων ή μη μικροοργανισμών (μικροβίων, παρασίτων) με κατάλληλες μέθοδους (χημικές ουσίες, υπεριώδη ακτινοβολία): γενική/θερμική/χημική ~. ~ (ιατρικού) εξοπλισμού/χώρων υγιεινής. Αποφράξεις-~άνσεις. ~ του εδάφους/νερού (με χλώριο). ~ από μύκητες και βακτήρια. Πβ. αποστείρωση. Βλ. απεντόμωση, μυοκτονία. [< γαλλ. désinfection] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ