Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6740-6760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5820απολιτικοποίησηβλ. αποπολιτικοποίηση
5821απολιτικός, ή, ό [ἀπολιτικός] α-πο-λι-τι-κός επίθ. & (προφ.) απολίτικος & απολιτίκ: που χαρακτηρίζεται από ουδετερότητα, αδιαφορία για την πολιτική και τις πολιτικές εξελίξεις: ~ή: στάση/συμπεριφορά. Άχρωμη και ~ή εκλογική αναμέτρηση. [< μτγν. ἀπολιτικός ‘ακατάλληλος για δημόσιες θέσεις’, γερμ. apolitisch, αγγλ. apolitical, 1919, γαλλ. apolitique, 1926]
5822απολιτικότητα[ἀπολιτικότητα] α-πο-λι-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αδιαφορία για την πολιτική και τις πολιτικές εξελίξεις: ~ και απάθεια/πολιτικός εκφυλισμός. Η δυσαρέσκεια των πολιτών οδηγεί στην ~. Πβ. απολυτικοποίηση. Βλ. -ότητα.
5823απολίτιστος, η, ο [ἀπολίτιστος] α-πο-λί-τι-στος επίθ. ΑΝΤ. πολιτισμένος 1. (μειωτ.) που δεν έχει παιδεία: (για πρόσ.) Αγροίκος/αμόρφωτος και ~. Πβ. ακαλλιέργητος.|| ~η: συμπεριφορά. Πβ. άξεστος. 2. που βρίσκεται σε πρώιμο πολιτιστικό στάδιο: ~η: φυλή. Πβ. βάρβαρος, πρωτόγονος. [< γαλλ. incivilisé]
5824απολλύω[ἀπολλύω] α-πολ-λύ-ω ρ. (μτβ.) {εύχρ. μόνο στους τ. απώλε-σα, απολέ-σει, απωλέ-σθηκε (λόγ. -σθη, μτχ. απολε-σθείς, -σθείσα, -σθέν), απολε-σθεί} (επίσ.): χάνω: ~σε το αξίωμα/τις ελπίδες του/κάθε έννοια αξιοπρέπειας. Μετοχές που ~σαν το ...% της αξίας τους. ~σθη η ευκαιρία να ... Αντικείμενα που ~σθηκαν ή εκλάπησαν κατά τη μεταφορά.|| Οπλίτες που ~σθησαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων (= χάθηκαν, σκοτώθηκαν). ● ΦΡ.: μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι βλ. μωραίνω ● βλ. απολεσθείς [< αρχ. ἀπολλύω, ἀπόλλυμι]
5825απολλώνιος, α, ο [ἀπολλώνιος] α-πολ-λώ-νι-ος επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από αρμονία, κάλλος, μέτρο: ~α: ομορφιά (πβ. ολύμπιος). ~ο: κορμί/πνεύμα.|| (ΦΙΛΟΣ.) Το ~ο στοιχείο (: εμπεριέχει τον λόγο, το μέτρο και την αυτοκυριαρχία). Βλ. διονυσιακός. 2. που σχετίζεται με τον θεό Απόλλωνα: ~α: λύρα. ~οι: χρησμοί. [< 1: γερμ. apollinisch, γαλλ. apollinien 2: αρχ. ἀπολλώνιος]
5826απολογητής[ἀπολογητής] α-πο-λο-γη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. απολογήτρια} 1. (συνήθ. μειωτ.) πρόσωπο που υπερασπίζεται με σθένος μια ιδεολογία, ένα κίνημα, έναν θεσμό: ~ του καπιταλισμού/κομμουνισμού. Όψιμος ~ μιας θεωρίας. Οι ~ές του συστήματος. Όργανα και ~ές της εξουσίας. Πβ. θιασώτης, οπαδός, προπαγανδιστής, υποστηρικτής. 2. ΘΕΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Α) καθένας από τους χριστιανούς συγγραφείς, κυρ. του 2ου μ.Χ. αι., ο οποίος με το έργο του υπερασπιζόταν τη χριστιανική πίστη απέναντι στην ειδωλολατρία και τον ιουδαϊσμό: Οι ~ές και Πατέρες της Εκκλησίας. [< μεσν. απολογητής 'που απολογείται σε δικαστήριο', γερμ. Apologet, γαλλ. apologiste, αγγλ. apologizer]
5828απολογητικός, ή, ό [ἀπολογητικός] α-πο-λο-γη-τι-κός επίθ. 1. που έχει χαρακτήρα απολογίας, υπεράσπισης: ~ή: απάντηση/διάθεση/επιστολή/στάση. ~ό: έργο/κείμενο/(ΝΟΜ.) υπόμνημα/ύφος. Σε ~ή θέση/~ό τόνο.|| (για πρόσ.) Εμφανίστηκε αμήχανος και ~ (για την ήττα της ομάδας). 2. ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με την απολογητική: ~ά: κείμενα. ● επίρρ.: απολογητικά [< αρχ. ἀπολογητικός 'κατάλληλος για απολογία', γαλλ. apologétique, αγγλ. apologetic]
5829απολογία[ἀπολογία] α-πο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) λόγος με τον οποίο υπερασπίζεται κάποιος τον εαυτό του, όταν κατηγορείται: (προ)ανακριτική/έγγραφη/προφορική/συμπληρωματική ~. Μαραθώνια ~ (= πολύωρη). Καλώ (κάποιον) σε ~ (: για σφάλμα ή παράλειψη). Ανακαλώ/συντάσσω/υποβάλλω την ~ μου. Βλ. -λογία. 2. (μτφ.) γραπτή ή προφορική υπεράσπιση θεωρίας, ιδέας, θεσμού. ΣΥΝ. απολογητική (2) [< αρχ. ἀπολογία, γαλλ. apologie, αγγλ. apology]
5830απολογισμός[ἀπολογισμός] α-πο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. παρουσίαση δραστηριότητας, γεγονότος, κατάστασης και αξιολόγησή τους μετά την ολοκλήρωσή τους: αρνητικός/γενικός/θετικός/συνολικός/τελικός ~. ~ της δράσης/των ζημιών/της καταστροφής/των πεπραγμένων του ιδρύματος (= έκθεση πεπραγμένων)/της σεζόν (που πέρασε)/του συνεδρίου. Ο εκπρόσωπος τύπου προέβη σε ~ό του κυβερνητικού έργου. Πβ. συγκεφαλαίωση, σύνοψη.|| (μτφ.) Είναι η ώρα του ~ού (βλ. λογοδοσία). Kάνω τον ~ό της ζωής μου. Κάνοντας έναν μικρό/πρώτο/σύντομο ~ό ... Ο θλιβερός/τραγικός ~ του πολέμου ήταν ... Πβ. αποτίμηση. 2. ΟΙΚΟΝ. απόδοση λογαριασμού για συγκεκριμένη διαχείριση: διοικητικός/οικονομικός/ταμειακός ~. ~ εργασιών/εσόδων και εξόδων/εταιρικής υπευθυνότητας/του κράτους (: για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους). Ετήσιος ~ εταιρείας. Ισολογισμός και ~ έτους ... Έγκριση ~ού. Η επιχείρηση παρουσίασε τον ~ό της. Βλ. -ισμός. [< αρχ. ἀπολογισμός, γαλλ. report]
5831απολογιστικός, ή, ό [ἀπολογιστικός] α-πο-λο-γι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον απολογισμό: ~ός: πίνακας (εσόδων). ~ή: έκθεση/συνέλευση. ~ό: δελτίο/κόστος. ~ά: στοιχεία (δραστηριότητας μιας εταιρείας). Ετήσιος ~ έλεγχος.
5832απολογούμαι[ἀπολογοῦμαι] α-πο-λο-γού-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {απολογ-είσαι ... | απολογ-ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος} 1. (επίσ.) υπερασπίζω τον εαυτό μου, αποκρούω κατηγορίες που μου αποδίδονται: Ο κατηγορούμενος ~ήθηκε στον/ενώπιον του ανακριτή. Πήρε προθεσμία για να ~ηθεί. ~ούμενος ο ... είπε/υποστήριξε ότι ... 2. δίνω εξηγήσεις, λογοδοτώ: ~ για τα λάθη/τις πράξεις μου. Δεν υπάρχει λόγος να ~είσαι. Πβ. δικαιολογούμαι.|| (καταχρ., κυρ. στην Κύπρο ως αγγλισμός) ζητώ συγγνώμη. [< 1: αρχ. ἀπολογοῦμαι, αγγλ. apologize]
5833απολυμαίνω[ἀπολυμαίνω] α-πο-λυ-μαί-νω ρ. (μτβ.) {απολύμα-νε, απολυμά-νει, -νθηκε, -νθεί, -σμένος, απολυμαίν-οντας}: κάνω απολύμανση: ~αν το εργαστήριο/τα ρούχα/τον χώρο. Προϊόν που καθαρίζει και ~ει την κουζίνα/την τουαλέτα. Συνεργείο θα ~νει το σχολείο (μετά το πρόσφατο κρούσμα μηνιγγίτιδας). Να ~νεις την πληγή με αντισηπτικό/οινόπνευμα! Νερό που έχει ~νθεί με χλώριο. ~σμένη: επιφάνεια. Πβ. αποστειρώνω. [< αρχ. ἀπολυμαίνομαι, γαλλ. désinfecter]
5834απολύμανση[ἀπολύμανση] α-πο-λύ-μαν-ση ουσ. (θηλ.): καταστροφή παθογόνων ή μη μικροοργανισμών (μικροβίων, παρασίτων) με κατάλληλες μέθοδους (χημικές ουσίες, υπεριώδη ακτινοβολία): γενική/θερμική/χημική ~. ~ (ιατρικού) εξοπλισμού/χώρων υγιεινής. Αποφράξεις-~άνσεις. ~ του εδάφους/νερού (με χλώριο). ~ από μύκητες και βακτήρια. Πβ. αποστείρωση. Βλ. απεντόμωση, μυοκτονία. [< γαλλ. désinfection]
5835απολυμαντής[ἀπολυμαντής] α-πο-λυ-μα-ντής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή απολύμανσης. 2. τεχνικός που κάνει απολυμάνσεις: ~ σε νοσοκομείο. [< γαλλ. désinfecteur]
5836απολυμαντικός, ή, ό [ἀπολυμαντικός] α-πο-λυ-μα-ντι-κός επίθ.: που απολυμαίνει: ~ό: διάλυμα/σαπούνι. ~ά: μαντιλάκια. Σκόνη με ~ές ιδιότητες. Πβ. αντισηπτ-, καθαριστ-ικός. ● Ουσ.: απολυμαντικό (το): ουσία ή προϊόν για απολύμανση: υγρό ~. ~ εργαλείων/τουαλέτας. ~ με μικροβιοκτόνο δράση. Βλ. απορρυπαντικό, βακτηριοκτόνο.|| ~ά εδάφους. [< γαλλ. désinfectant]
5837απόλυση[ἀπόλυση] α-πό-λυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. διακοπή της σύμβασης εργασίας με εντολή του εργοδότη ή της υπαλληλικής σχέσης με νόμο ή διοικητική πράξη: άκυρη/αυτοδίκαιη/καταχρηστική/οριστική/παράνομη ~. ~ εργαζομένου/συμβασιούχου/υπαλλήλου. Επικείμενες/μαζικές/ομαδικές ~ύσεις. Αποζημίωση/πράξη ~ης. Του ανακοινώθηκε/κοινοποιήθηκε η ~ή του. Τον απείλησε με ~. Έγιναν/πραγματοποιήθηκαν/προαναγγέλθηκαν ~ύσεις προσωπικού. Κύμα ~ύσεων. Πβ. απομάκρυνση, παύση. Βλ. εργασιακή εφεδρεία. ΑΝΤ. διορισμός (1), πρόσληψη (1) 2. (επίσ.) χορήγηση απολυτηρίου σε στρατιώτη που ολοκλήρωσε τη θητεία του· αποφοίτηση μαθητή από την τελευταία τάξη του Γυμνασίου ή του Λυκείου: ~ της ΕΣΣΟ ...|| Αποτελέσματα/βαθμός/τίτλος ~ης (από το Λύκειο). Πβ. αποφοίτηση. 3. (επίσ.) αποφυλάκιση: ~ κρατουμένου. (ΝΟΜ.) Υπό όρους ~ (καταδίκου). Βλ. αναστολή. 4. ΕΚΚΛΗΣ. το τελευταίο μέρος κάθε ακολουθίας και της Θείας Λειτουργίας. [< αρχ. ἀπόλυσις, γερμ. Entlassung]
5838απολυταρχία[ἀπολυταρχία] α-πο-λυ-ταρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. πολίτευμα στο οποίο όλες οι εξουσίες συγκεντρώνονται στο πρόσωπο του ανώτατου άρχοντα· απόλυτη μοναρχία. Πβ. δεσποτεία, τυραννία. Βλ. -αρχία. [< γαλλ. absolutisme]
5839απολυταρχικός, ή, ό [ἀπολυταρχικός] α-πο-λυ-ταρ-χι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με την απολυταρχία: ~ός: τρόπος διακυβέρνησης. ~ό: καθεστώς. Πβ. ολοκληρωτικός.|| ~ και σκληρός/τυραννικός μονάρχης. Πβ. αυταρχ-, δεσποτ-ικός. ● επίρρ.: απολυταρχικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. absolutiste]
5840απολυταρχισμός[ἀπολυταρχισμός] α-πο-λυ-ταρ-χι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. απολυταρχία. Πβ. δεσποτισμός. Βλ. αυταρχ-, συγκεντρωτ-ισμός, δικτατορία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.