| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5841 | απολυτήριο | [ἀπολυτήριο] α-πο-λυ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): πιστοποιητικό αποφοίτησης μαθητή ή απόλυσης στρατευμένου: εθνικό/ενιαίο ~. ~ Δημοτικού/Γυμνασίου. ~ Λυκείου/Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Βαθμός/κάτοχος/χορήγηση ~ίου. Παίρνω ~. Βλ. ενδεικτικό, πτυχίο.|| ~ στρατού. Βλ. -τήριο. [< γερμ. Entlassungszeugnis] | |
| 5842 | απολυτήριος | , α, ο [ἀπολυτήριος] α-πο-λυ-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την απόλυση από την τελευταία τάξη του Γυμνασίου ή του Λυκείου: ~ος: τίτλος. ~ες: εξετάσεις. Βλ. προαγωγικός, -τήριος. | |
| 5843 | απολυτίκιο | [ἀπολυτίκιο] α-πο-λυ-τί-κι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου κ. -ίου} (συνήθ. με κεφαλ. Α): ΕΚΚΛΗΣ. σύντομο τροπάριο το οποίο ψάλλεται στην απόλυση της ιερής ακολουθίας την ημέρα συγκεκριμένης εορτής: ~ των Τριών Ιεραρχών/των Χριστουγέννων. Αναστάσιμα ~α. Βλ. κοντάκιο, μεγαλυνάρια. [< μεσν. απολυτίκι(ο)ν] | |
| 5845 | απολυτοποίηση | [ἀπολυτοποίηση] α-πο-λυ-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απολυτοποιώ: ~ των αξιών. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. σχετικοποίηση [< αγγλ. absolutization] | |
| 5846 | απολυτοποιώ | [ἀπολυτοποιῶ] α-πο-λυ-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {απολυτοποι-είς ..., -ώντας | απολυτοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καθιστώ κάτι απόλυτο: Λόγος που ~εί τις διαφορές και τις παγιώνει. Βλ. -ποιώ. ΑΝΤ. σχετικοποιώ [< αγγλ. absolutize] | |
| 5847 | απόλυτος | , η, ο [ἀπόλυτος] α-πό-λυ-τος επίθ. 1. πλήρης, ολοκληρωτικός και κατ' επέκτ. αδιαμφισβήτητος: ~ος: σεβασμός (των δικαιωμάτων του παιδιού). ~η: ανάγκη (= επιτακτική)/ανεξαρτησία/δύναμη/ελευθερία/επιτυχία/ευθύνη/πειθαρχία/προτεραιότητα/τάξη. ~ο: δόγμα/(ΦΙΛΟΣ.) κακό/καλό. Καθολική και ~η απαγόρευση. Αναζήτηση της ~ης αλήθειας/γνώσης. Με ~η ακρίβεια/βεβαιότητα/πιστότητα/σαφήνεια. Έχουν τον ~ο έλεγχο. ~η ησυχία! Έχεις ~ο δίκιο.|| (λόγ.) Άτομο της απολύτου εμπιστοσύνης μου.|| (ΝΟΜ.) ~οι λόγοι απαραδέκτου.|| ~ος: άρχοντας/μονάρχης (: που έχει ~η εξουσία).|| (προφ.-εμφατ. + άρθ.) Ο ~ έρωτας! Η ~η ασυνεννοησία/ευτυχία/καταστροφή/ομορφιά! Επικρατεί η ~η σιωπή/το ~ο σκοτάδι! Ξεκίνησε από το ~ο μηδέν (= από το τίποτα)! Ο ~ σταρ! (= ο ένας και μοναδικός, ο τέλειος). Το ~ο αρσενικό/θηλυκό. 2. αδιάλλακτος: Μην είσαι τόσο ~ (στις απόψεις σου)! Πβ. δογματ-, κατηγορηματ-, μονολιθ-ικός. 3. (για μέγεθος) πραγματικός ως προς την τιμή του (βάσει συγκεκριμένης συνήθ. μονάδας μέτρησης), που δεν υπολογίζεται σε σχέση με κάτι άλλο: ~ος: χρόνος. ~η: αξία (ποσού)/ηλικία πετρωμάτων (σε χρόνια)/σύγκλιση/ταχύτητα. ~ες: συντεταγμένες.|| (ΦΥΣ.) ~η: πίεση (: που ξεκινά από το τέλειο κενό).|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Μέση ~η απόκλιση. Σε ~ους αριθμούς/όρους, η αύξηση είναι ... ΑΝΤ. σχετικός (2) ● επίρρ.: απόλυτα & απολύτως (εμφατ.): ολοκληρωτικά, εντελώς: ~ απαραίτητος/ασφαλής/ικανοποιημένος/κατανοητός/σαφής/σίγουρος/υγιής. Αφοσιώνομαι/διαφωνώ/εμπιστεύομαι (κάποιον)/καταλαβαίνω/συμφωνώ/ταιριάζω (με κάποιον) ~α. Δεν κάνω/δεν παθαίνω ~ως τίποτα (πβ. τελείως). Δεν έχω καμία ~ως σχέση με την υπόθεση. Δεν φέρω καμία ~ως ευθύνη. Δεν αντιμετωπίζω κανένα ~ως πρόβλημα. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτη θερμοκρασία: ΦΥΣ. που ξεκινά από το απόλυτο μηδέν: ελάχιστη/μέγιστη ~., απόλυτη μετοχή/απόλυτο απαρέμφατο: ΓΡΑΜΜ. (στην αρχ. Ελληνική) μετοχή ή απαρέμφατο που δεν εξαρτάται άμεσα από τους βασικούς όρους μιας πρότασης (το υποκείμενο ή το αντικείμενο): τούτου δοθέντος, ούτως ειπείν. Βλ. συνημμένη μετοχή. [< νεολατ. absolutus] , απόλυτη μουσική: ΜΟΥΣ. που βασίζεται στην καθαρή έμπνευση και πηγάζει από την μουσική την ίδια και όχι από εικόνες ή συναισθήματα. Βλ. προγραμματική μουσική., απόλυτη τιμή: ΜΑΘ. η τιμή (συμβ. |x|) πραγματικού αριθμού που ισούται με τον ίδιο τον αριθμό χωρίς πρόσημο. [< αγγλ. absolute value, 1907] , απόλυτο αριθμητικό: ΓΡΑΜΜ. που φανερώνει αριθμό: π.χ. δύο, τρία ..., απόλυτο κενό 1. ΦΥΣ. & (σπάν.) τέλειο κενό: χώρος ολοκληρωτικά άδειος από κάθε στοιχείο ύλης: Ο ήχος δεν διαδίδεται στο ~ ~. 2. (μτφ.) κάθε κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ουσίας, ζωτικότητας, ενέργειας: Νιώθω το ~ ~., απόλυτο μηδέν: ΦΥΣ. η κατώτερη δυνατή θερμοκρασία (-273,15°C): Ένα σώμα παύει να έχει μάζα στο ~ ~. [< αγγλ. absolute zero] , απόλυτη πλειοψηφία βλ. πλειοψηφία, απόλυτη υγρασία βλ. υγρασία, απόλυτη φτώχεια βλ. φτώχεια, απόλυτο μέγεθος βλ. μέγεθος [< 1,3: μτγν. ἀπόλυτος, γαλλ. absolu 2: γαλλ. strict] | |
| 5844 | απολυτοτητα | [ἀπόλυτο] α-πό-λυ-το ουσ. (ουδ.) 1. ιδεατό, τέλειο: Αναζητεί/επιδιώκει το ~. Πβ. απολυτότητα.|| (προφ.) Η ομάδα πέτυχε το ~ (: μόνο νίκες σε μια σειρά αγώνων)! 2. ΦΙΛΟΣ. αυτό που δεν προέρχεται ούτε εξαρτάται από τίποτε άλλο, αλλά φέρνει μέσα του τον λόγο της ύπαρξής του· η υπερβατική αρχή από την οποία προέρχεται τόσο η φύση όσο και το πνεύμα· ο Θεός, το θείο. ΑΝΤ. σχετικό [< μτγν. ἀπόλυτος, γαλλ. absolu] | |
| 5848 | απολυτότητα | [ἀπολυτότητα] α-πο-λυ-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) απολυτοσύνη (λόγ.): η ιδιότητα του απόλυτου: ~ στις απόψεις. Πβ. αδιαλλαξία, δογματισμός, μονολιθικότητα, παρωπιδισμός. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. absoluité] | |
| 5849 | απολυτρώνω | [ἀπολυτρώνω] α-πο-λυ-τρώ-νω ρ. (μτβ.) {απολύτρω-σα, απολυτρώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος} (λόγ.): (συνήθ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) λυτρώνω ολοκληρωτικά, απελευθερώνω: ~θηκαν από την αμαρτία/τα δεσμά της δουλείας/τα πάθη/τον πόνο/τις συμφορές. [< μεσν. απολυτρώνω] | |
| 5850 | απολύτρωση | [ἀπολύτρωση] α-πο-λύ-τρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ολοκληρωτική λύτρωση: (συνήθ. ΕΚΚΛΗΣ.) ~ του ανθρώπου από τον θάνατο. Προσευχή μετάνοιας και ~ης. Βλ. σωτηρία.|| ~ από τα δεσμά της αιχμαλωσίας. Πβ. απελευθέρωση. [< μτγν. ἀπολύτρωσις] | |
| 5851 | απολυτρωτικός | , ή, ό [ἀπολυτρωτικός] α-πο-λυ-τρω-τι-κός επίθ.: που απολυτρώνει. Πβ. λυτρωτικός. ● επίρρ.: απολυτρωτικά [< μεσν. απολυτρωτικός] | |
| 5852 | απολύω | [ἀπολύω] α-πο-λύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απέλυ-σα κ. απόλυ-σα, απολύ-σω, -θηκα, -θώ, -θείς, -μένος, -όμενος, -οντας, } 1. (για εργοδότη) απομακρύνω, παύω κάποιον από την εργασία του: Η εταιρεία ~σε το προσωπικό της. ~θηκε από τη δουλειά του (βλ. παραιτούμαι). ~θηκε για οικονομικούς λόγους/λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς/παράνομα και καταχρηστικά/ως πλεονάζων/χωρίς αιτιολογία. ~θηκε από τη θέση του συμβούλου (πβ. καθαιρώ). Οι ~όμενοι μισθωτοί. Οι ~θέντες εργαζόμενοι. Πβ. διώχνω. ΑΝΤ. διορίζω (1), προσλαμβάνω (1) 2. (σπάν.) αποφυλακίζω: Ο κατάδικος/κρατούμενος ~θηκε (υπό όρους). 3. (κυρ. στο γ' πρόσ., προφ., για ιερή ακολουθία) τελειώνω: Απόλυσε η εκκλησία. Πβ. σχολάω. ● Παθ.: απολύομαι: (για στρατιώτη, μαθητή) παίρνω απολυτήριο: Πότε ~εσαι; ~θηκε από τις Ένοπλες Δυνάμεις/τον στρατό.|| (επίσ.) ~θηκαν οι μαθητές της Γ΄ Γυμνασίου/Λυκείου. Πβ. αποφοιτώ. ● Μτχ.: απολυμένος , η, ο, απολυθείς, -θείσα, -θέν: που έχει απολυθεί, κυρ. από τη δουλειά του: ~οι: εργάτες/συμβασιούχοι/υπάλληλοι. ~α: στελέχη. ~έντες: εργαζόμενοι. || (ως ουσ.) Αποζημίωση/επίδομα ανεργίας για τους ~ους/~έντες.|| ~ος: φαντάρος (: που έχει ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία). ● ΦΡ.: νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα (ΚΔ): τώρα ας πεθάνω· όταν κάποιος αισθάνεται πως έχουν πραγματοποιηθεί πλέον οι επιθυμίες του. [< αρχ. ἀπολύω, γερμ. entlassen] | |
| 5853 | απολωλός | [ἀπολωλός] α-πο-λω-λός επίθ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: απολωλός πρόβατο(ν) (ΚΔ) (λόγ.): για πρόσωπο που έχει απομακρυνθεί από τον σωστό δρόμο: Τα απολωλότα πρόβατα (= οι παραστρατημένοι). Πβ. άσωτος (υιός). Βλ. μαύρο πρόβατο. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἀπόλλυμι ‘καταστρέφω’] | |
| 5854 | απομάγευση | [ἀπομάγευση] α-πο-μά-γευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): απώλεια της γοητείας, απομυθοποίηση: ~ του κόσμου/της πολιτικής/της φύσης. Εποχή ~ης και κατάρρευσης των βεβαιοτήτων. ΣΥΝ. ξεμάγεμα [< γερμ. Entzauberung] | |
| 5855 | απομαγνητίζω | [ἀπομαγνητίζω] α-πο-μα-γνη-τί-ζω ρ. (μτβ.) {απομαγνήτι-σε, -σει, -στηκε, -στεί, -σμένος}: προκαλώ απομαγνητισμό: Η κάρτα εισόδου/πυξίδα ~στηκε. ΑΝΤ. μαγνητίζω (2) | |
| 5856 | απομαγνητισμός | [ἀπομαγνητισμός] α-πο-μα-γνη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & απομαγνήτιση (η) 1. εξουδετέρωση του μαγνητικού πεδίου που φέρει ένα σώμα: ~ εργαλείων. Κάνω ~ό στην οθόνη του υπολογιστή (= απομαγνητίζω).|| ~ πλοίων (: για τη σωστή λειτουργία της μαγνητικής πυξίδας ή τον μη εντοπισμό τους από υποβρύχιες νάρκες). 2. απώλεια δεδομένων εγγεγραμμένων σε μαγνητικό μέσο, συνήθ. λόγω πολυκαιρίας: ~ κάρτας/κασέτας. [< γαλλ. démagnétisation, αγγλ. demagnetization] | |
| 5857 | απομαγνητοφώνηση | [ἀπομαγνητοφώνηση] α-πο-μα-γνη-το-φώ-νη-ση ουσ. (θηλ.): απόδοση μαγνητοφωνημένου προφορικού λόγου σε γραπτή μορφή: ακριβής ~. ~ ομιλίας/πρακτικών/συνέντευξης. | |
| 5858 | απομαγνητοφωνώ | [ἀπομαγνητοφωνῶ] α-πο-μα-γνη-το-φω-νώ ρ. (μτβ.) {απομαγνητοφων-είς ... | απομαγνητοφών-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: κάνω απομαγνητοφώνηση: ~ έναν διάλογο/μια εκπομπή. ~ημένη: διάλεξη/ομιλία. ΑΝΤ. μαγνητοφωνώ | |
| 5859 | απομαζικοποίηση | [ἀπομαζικοποίηση] α-πο-μα-ζι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): απώλεια του μαζικού χαρακτήρα: ~ των αγώνων. [< αγγλ. demassification, 1978] | |
| 5860 | απόμακρος | , η, ο [ἀπόμακρος] α-πό-μα-κρος επίθ. 1. που βρίσκεται μακριά ή (για ήχο) που έρχεται από μακρινή απόσταση: ~ος: πλανήτης. ~ες: περιοχές. ~α: (ουράνια) αντικείμενα/σημεία. ~α και δυσπρόσιτα/ερημικά χωριά. Παροχή ιατρικής βοήθειας και στα πιο ~α μέρη. Πβ. απομακρυσμένος, ξέμακρος.|| ~ο: βουητό. ~ες: φωνές.|| (μτφ.) ~ο: παρελθόν. ΑΝΤ. κοντινός (1) 2. (για πρόσ.) που αποφεύγει τη συναναστροφή με κόσμο, ακοινώνητος: ~ και λιγομίλητος/μοναχικός.|| (κατ' επέκτ.) ~η: στάση/συμπεριφορά (: με δόση αλαζονείας). ~ο: ύφος. ΑΝΤ. κοινωνικός (3) ● επίρρ.: απόμακρα: Καθόταν ~ (= παράμερα). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ