| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5835 | απολυμαντής | [ἀπολυμαντής] α-πο-λυ-μα-ντής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή απολύμανσης. 2. τεχνικός που κάνει απολυμάνσεις: ~ σε νοσοκομείο. [< γαλλ. désinfecteur] | |
| 5836 | απολυμαντικός | , ή, ό [ἀπολυμαντικός] α-πο-λυ-μα-ντι-κός επίθ.: που απολυμαίνει: ~ό: διάλυμα/σαπούνι. ~ά: μαντιλάκια. Σκόνη με ~ές ιδιότητες. Πβ. αντισηπτ-, καθαριστ-ικός. ● Ουσ.: απολυμαντικό (το): ουσία ή προϊόν για απολύμανση: υγρό ~. ~ εργαλείων/τουαλέτας. ~ με μικροβιοκτόνο δράση. Βλ. απορρυπαντικό, βακτηριοκτόνο.|| ~ά εδάφους. [< γαλλ. désinfectant] | |
| 5837 | απόλυση | [ἀπόλυση] α-πό-λυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. διακοπή της σύμβασης εργασίας με εντολή του εργοδότη ή της υπαλληλικής σχέσης με νόμο ή διοικητική πράξη: άκυρη/αυτοδίκαιη/καταχρηστική/οριστική/παράνομη ~. ~ εργαζομένου/συμβασιούχου/υπαλλήλου. Επικείμενες/μαζικές/ομαδικές ~ύσεις. Αποζημίωση/πράξη ~ης. Του ανακοινώθηκε/κοινοποιήθηκε η ~ή του. Τον απείλησε με ~. Έγιναν/πραγματοποιήθηκαν/προαναγγέλθηκαν ~ύσεις προσωπικού. Κύμα ~ύσεων. Πβ. απομάκρυνση, παύση. Βλ. εργασιακή εφεδρεία. ΑΝΤ. διορισμός (1), πρόσληψη (1) 2. (επίσ.) χορήγηση απολυτηρίου σε στρατιώτη που ολοκλήρωσε τη θητεία του· αποφοίτηση μαθητή από την τελευταία τάξη του Γυμνασίου ή του Λυκείου: ~ της ΕΣΣΟ ...|| Αποτελέσματα/βαθμός/τίτλος ~ης (από το Λύκειο). Πβ. αποφοίτηση. 3. (επίσ.) αποφυλάκιση: ~ κρατουμένου. (ΝΟΜ.) Υπό όρους ~ (καταδίκου). Βλ. αναστολή. 4. ΕΚΚΛΗΣ. το τελευταίο μέρος κάθε ακολουθίας και της Θείας Λειτουργίας. [< αρχ. ἀπόλυσις, γερμ. Entlassung] | |
| 5838 | απολυταρχία | [ἀπολυταρχία] α-πο-λυ-ταρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. πολίτευμα στο οποίο όλες οι εξουσίες συγκεντρώνονται στο πρόσωπο του ανώτατου άρχοντα· απόλυτη μοναρχία. Πβ. δεσποτεία, τυραννία. Βλ. -αρχία. [< γαλλ. absolutisme] | |
| 5839 | απολυταρχικός | , ή, ό [ἀπολυταρχικός] α-πο-λυ-ταρ-χι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με την απολυταρχία: ~ός: τρόπος διακυβέρνησης. ~ό: καθεστώς. Πβ. ολοκληρωτικός.|| ~ και σκληρός/τυραννικός μονάρχης. Πβ. αυταρχ-, δεσποτ-ικός. ● επίρρ.: απολυταρχικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. absolutiste] | |
| 5840 | απολυταρχισμός | [ἀπολυταρχισμός] α-πο-λυ-ταρ-χι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. απολυταρχία. Πβ. δεσποτισμός. Βλ. αυταρχ-, συγκεντρωτ-ισμός, δικτατορία. | |
| 5841 | απολυτήριο | [ἀπολυτήριο] α-πο-λυ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): πιστοποιητικό αποφοίτησης μαθητή ή απόλυσης στρατευμένου: εθνικό/ενιαίο ~. ~ Δημοτικού/Γυμνασίου. ~ Λυκείου/Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Βαθμός/κάτοχος/χορήγηση ~ίου. Παίρνω ~. Βλ. ενδεικτικό, πτυχίο.|| ~ στρατού. Βλ. -τήριο. [< γερμ. Entlassungszeugnis] | |
| 5842 | απολυτήριος | , α, ο [ἀπολυτήριος] α-πο-λυ-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την απόλυση από την τελευταία τάξη του Γυμνασίου ή του Λυκείου: ~ος: τίτλος. ~ες: εξετάσεις. Βλ. προαγωγικός, -τήριος. | |
| 5843 | απολυτίκιο | [ἀπολυτίκιο] α-πο-λυ-τί-κι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου κ. -ίου} (συνήθ. με κεφαλ. Α): ΕΚΚΛΗΣ. σύντομο τροπάριο το οποίο ψάλλεται στην απόλυση της ιερής ακολουθίας την ημέρα συγκεκριμένης εορτής: ~ των Τριών Ιεραρχών/των Χριστουγέννων. Αναστάσιμα ~α. Βλ. κοντάκιο, μεγαλυνάρια. [< μεσν. απολυτίκι(ο)ν] | |
| 5845 | απολυτοποίηση | [ἀπολυτοποίηση] α-πο-λυ-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απολυτοποιώ: ~ των αξιών. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. σχετικοποίηση [< αγγλ. absolutization] | |
| 5846 | απολυτοποιώ | [ἀπολυτοποιῶ] α-πο-λυ-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {απολυτοποι-είς ..., -ώντας | απολυτοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καθιστώ κάτι απόλυτο: Λόγος που ~εί τις διαφορές και τις παγιώνει. Βλ. -ποιώ. ΑΝΤ. σχετικοποιώ [< αγγλ. absolutize] | |
| 5847 | απόλυτος | , η, ο [ἀπόλυτος] α-πό-λυ-τος επίθ. 1. πλήρης, ολοκληρωτικός και κατ' επέκτ. αδιαμφισβήτητος: ~ος: σεβασμός (των δικαιωμάτων του παιδιού). ~η: ανάγκη (= επιτακτική)/ανεξαρτησία/δύναμη/ελευθερία/επιτυχία/ευθύνη/πειθαρχία/προτεραιότητα/τάξη. ~ο: δόγμα/(ΦΙΛΟΣ.) κακό/καλό. Καθολική και ~η απαγόρευση. Αναζήτηση της ~ης αλήθειας/γνώσης. Με ~η ακρίβεια/βεβαιότητα/πιστότητα/σαφήνεια. Έχουν τον ~ο έλεγχο. ~η ησυχία! Έχεις ~ο δίκιο.|| (λόγ.) Άτομο της απολύτου εμπιστοσύνης μου.|| (ΝΟΜ.) ~οι λόγοι απαραδέκτου.|| ~ος: άρχοντας/μονάρχης (: που έχει ~η εξουσία).|| (προφ.-εμφατ. + άρθ.) Ο ~ έρωτας! Η ~η ασυνεννοησία/ευτυχία/καταστροφή/ομορφιά! Επικρατεί η ~η σιωπή/το ~ο σκοτάδι! Ξεκίνησε από το ~ο μηδέν (= από το τίποτα)! Ο ~ σταρ! (= ο ένας και μοναδικός, ο τέλειος). Το ~ο αρσενικό/θηλυκό. 2. αδιάλλακτος: Μην είσαι τόσο ~ (στις απόψεις σου)! Πβ. δογματ-, κατηγορηματ-, μονολιθ-ικός. 3. (για μέγεθος) πραγματικός ως προς την τιμή του (βάσει συγκεκριμένης συνήθ. μονάδας μέτρησης), που δεν υπολογίζεται σε σχέση με κάτι άλλο: ~ος: χρόνος. ~η: αξία (ποσού)/ηλικία πετρωμάτων (σε χρόνια)/σύγκλιση/ταχύτητα. ~ες: συντεταγμένες.|| (ΦΥΣ.) ~η: πίεση (: που ξεκινά από το τέλειο κενό).|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Μέση ~η απόκλιση. Σε ~ους αριθμούς/όρους, η αύξηση είναι ... ΑΝΤ. σχετικός (2) ● επίρρ.: απόλυτα & απολύτως (εμφατ.): ολοκληρωτικά, εντελώς: ~ απαραίτητος/ασφαλής/ικανοποιημένος/κατανοητός/σαφής/σίγουρος/υγιής. Αφοσιώνομαι/διαφωνώ/εμπιστεύομαι (κάποιον)/καταλαβαίνω/συμφωνώ/ταιριάζω (με κάποιον) ~α. Δεν κάνω/δεν παθαίνω ~ως τίποτα (πβ. τελείως). Δεν έχω καμία ~ως σχέση με την υπόθεση. Δεν φέρω καμία ~ως ευθύνη. Δεν αντιμετωπίζω κανένα ~ως πρόβλημα. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτη θερμοκρασία: ΦΥΣ. που ξεκινά από το απόλυτο μηδέν: ελάχιστη/μέγιστη ~., απόλυτη μετοχή/απόλυτο απαρέμφατο: ΓΡΑΜΜ. (στην αρχ. Ελληνική) μετοχή ή απαρέμφατο που δεν εξαρτάται άμεσα από τους βασικούς όρους μιας πρότασης (το υποκείμενο ή το αντικείμενο): τούτου δοθέντος, ούτως ειπείν. Βλ. συνημμένη μετοχή. [< νεολατ. absolutus] , απόλυτη μουσική: ΜΟΥΣ. που βασίζεται στην καθαρή έμπνευση και πηγάζει από την μουσική την ίδια και όχι από εικόνες ή συναισθήματα. Βλ. προγραμματική μουσική., απόλυτη τιμή: ΜΑΘ. η τιμή (συμβ. |x|) πραγματικού αριθμού που ισούται με τον ίδιο τον αριθμό χωρίς πρόσημο. [< αγγλ. absolute value, 1907] , απόλυτο αριθμητικό: ΓΡΑΜΜ. που φανερώνει αριθμό: π.χ. δύο, τρία ..., απόλυτο κενό 1. ΦΥΣ. & (σπάν.) τέλειο κενό: χώρος ολοκληρωτικά άδειος από κάθε στοιχείο ύλης: Ο ήχος δεν διαδίδεται στο ~ ~. 2. (μτφ.) κάθε κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ουσίας, ζωτικότητας, ενέργειας: Νιώθω το ~ ~., απόλυτο μηδέν: ΦΥΣ. η κατώτερη δυνατή θερμοκρασία (-273,15°C): Ένα σώμα παύει να έχει μάζα στο ~ ~. [< αγγλ. absolute zero] , απόλυτη πλειοψηφία βλ. πλειοψηφία, απόλυτη υγρασία βλ. υγρασία, απόλυτη φτώχεια βλ. φτώχεια, απόλυτο μέγεθος βλ. μέγεθος [< 1,3: μτγν. ἀπόλυτος, γαλλ. absolu 2: γαλλ. strict] | |
| 5844 | απολυτοτητα | [ἀπόλυτο] α-πό-λυ-το ουσ. (ουδ.) 1. ιδεατό, τέλειο: Αναζητεί/επιδιώκει το ~. Πβ. απολυτότητα.|| (προφ.) Η ομάδα πέτυχε το ~ (: μόνο νίκες σε μια σειρά αγώνων)! 2. ΦΙΛΟΣ. αυτό που δεν προέρχεται ούτε εξαρτάται από τίποτε άλλο, αλλά φέρνει μέσα του τον λόγο της ύπαρξής του· η υπερβατική αρχή από την οποία προέρχεται τόσο η φύση όσο και το πνεύμα· ο Θεός, το θείο. ΑΝΤ. σχετικό [< μτγν. ἀπόλυτος, γαλλ. absolu] | |
| 5848 | απολυτότητα | [ἀπολυτότητα] α-πο-λυ-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) απολυτοσύνη (λόγ.): η ιδιότητα του απόλυτου: ~ στις απόψεις. Πβ. αδιαλλαξία, δογματισμός, μονολιθικότητα, παρωπιδισμός. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. absoluité] | |
| 5849 | απολυτρώνω | [ἀπολυτρώνω] α-πο-λυ-τρώ-νω ρ. (μτβ.) {απολύτρω-σα, απολυτρώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος} (λόγ.): (συνήθ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) λυτρώνω ολοκληρωτικά, απελευθερώνω: ~θηκαν από την αμαρτία/τα δεσμά της δουλείας/τα πάθη/τον πόνο/τις συμφορές. [< μεσν. απολυτρώνω] | |
| 5850 | απολύτρωση | [ἀπολύτρωση] α-πο-λύ-τρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ολοκληρωτική λύτρωση: (συνήθ. ΕΚΚΛΗΣ.) ~ του ανθρώπου από τον θάνατο. Προσευχή μετάνοιας και ~ης. Βλ. σωτηρία.|| ~ από τα δεσμά της αιχμαλωσίας. Πβ. απελευθέρωση. [< μτγν. ἀπολύτρωσις] | |
| 5851 | απολυτρωτικός | , ή, ό [ἀπολυτρωτικός] α-πο-λυ-τρω-τι-κός επίθ.: που απολυτρώνει. Πβ. λυτρωτικός. ● επίρρ.: απολυτρωτικά [< μεσν. απολυτρωτικός] | |
| 5852 | απολύω | [ἀπολύω] α-πο-λύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απέλυ-σα κ. απόλυ-σα, απολύ-σω, -θηκα, -θώ, -θείς, -μένος, -όμενος, -οντας, } 1. (για εργοδότη) απομακρύνω, παύω κάποιον από την εργασία του: Η εταιρεία ~σε το προσωπικό της. ~θηκε από τη δουλειά του (βλ. παραιτούμαι). ~θηκε για οικονομικούς λόγους/λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς/παράνομα και καταχρηστικά/ως πλεονάζων/χωρίς αιτιολογία. ~θηκε από τη θέση του συμβούλου (πβ. καθαιρώ). Οι ~όμενοι μισθωτοί. Οι ~θέντες εργαζόμενοι. Πβ. διώχνω. ΑΝΤ. διορίζω (1), προσλαμβάνω (1) 2. (σπάν.) αποφυλακίζω: Ο κατάδικος/κρατούμενος ~θηκε (υπό όρους). 3. (κυρ. στο γ' πρόσ., προφ., για ιερή ακολουθία) τελειώνω: Απόλυσε η εκκλησία. Πβ. σχολάω. ● Παθ.: απολύομαι: (για στρατιώτη, μαθητή) παίρνω απολυτήριο: Πότε ~εσαι; ~θηκε από τις Ένοπλες Δυνάμεις/τον στρατό.|| (επίσ.) ~θηκαν οι μαθητές της Γ΄ Γυμνασίου/Λυκείου. Πβ. αποφοιτώ. ● Μτχ.: απολυμένος , η, ο, απολυθείς, -θείσα, -θέν: που έχει απολυθεί, κυρ. από τη δουλειά του: ~οι: εργάτες/συμβασιούχοι/υπάλληλοι. ~α: στελέχη. ~έντες: εργαζόμενοι. || (ως ουσ.) Αποζημίωση/επίδομα ανεργίας για τους ~ους/~έντες.|| ~ος: φαντάρος (: που έχει ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία). ● ΦΡ.: νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα (ΚΔ): τώρα ας πεθάνω· όταν κάποιος αισθάνεται πως έχουν πραγματοποιηθεί πλέον οι επιθυμίες του. [< αρχ. ἀπολύω, γερμ. entlassen] | |
| 5853 | απολωλός | [ἀπολωλός] α-πο-λω-λός επίθ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: απολωλός πρόβατο(ν) (ΚΔ) (λόγ.): για πρόσωπο που έχει απομακρυνθεί από τον σωστό δρόμο: Τα απολωλότα πρόβατα (= οι παραστρατημένοι). Πβ. άσωτος (υιός). Βλ. μαύρο πρόβατο. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἀπόλλυμι ‘καταστρέφω’] | |
| 5854 | απομάγευση | [ἀπομάγευση] α-πο-μά-γευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): απώλεια της γοητείας, απομυθοποίηση: ~ του κόσμου/της πολιτικής/της φύσης. Εποχή ~ης και κατάρρευσης των βεβαιοτήτων. ΣΥΝ. ξεμάγεμα [< γερμ. Entzauberung] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ