Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [660-680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55716-φυλακή(λόγ.) β' συνθετικό που αναφέρεται σε 1. ειδική υπηρεσία προστασίας: ακτο~/δασο~/συνοριο~.|| (παλαιότ.) Αγρο~/χωρο~. 2. ΣΤΡΑΤ. τμήμα δύναμης με συγκεκριμένη θέση σε πορεία: εμπροσθο~/οπισθο~/πλαγιο~.
55718-φυλάκιο& (σπάν.) -φυλακείο (λόγ.): β' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών που αναφέρονται σε χώρο φύλαξης πολύτιμων αντικειμένων, διαφόρων άλλων ειδών ή εγγράφων: θησαυρο~/οστεο~/σκευο~/τεφρο~ (πβ. -θήκη).|| (δημόσια υπηρεσία) Υποθηκο-φυλακείο.
55759-φυλλος, η, ο β' συνθετικό επιθέτων που αναφέρονται σε 1. ιδιότητες των φύλλων φυτού ή ορισμένο αριθμό πετάλων άνθους: λεπτό~. (ουσ.) Τα πλατύ-φυλλα.|| Τετρά-φυλλο τριφύλλι. 2. αριθμό σελίδων: (ουσιαστικοπ.) Εκατοντά-φυλλο.|| (για έντυπο) Δί~. Βλ. -σέλιδος. 3. κινητό τμήμα παραθύρου, πόρτας ή επίπλου: δί-φυλλη/τρί~ ντουλάπα.|| (ως ουσ.) Θυρό-φυλλο. Αλουμινό~.
55855-φυτεία: η λέξη φυτεία ως β΄ συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών: αμπελο~/βαμβακο~/δενδρο~/ελαιο~/καπνο~/μπανανο~.|| Χασισο~.
55866-φυτο: το ουσιαστικό φυτό ως β' συνθετικό λέξεων: λιό~/ξηρό~/υδρό~/χλωρό~.|| (στον πληθ.) Ανθό-φυτα/γεώ~/δερματό~/σαρκό~/τριχό~.
55898-φυτος, η, ο β' συνθετικό επιθέτων που δηλώνει 1. τόπο φυτεμένο από ό,τι δηλώνει το α' συνθετικό: αμπελό~/βαμβακό~/δασό~/δενδρό~/ελαιό~/ελατό~/θαμνό~/πευκό~.|| Κατά~/νεό~. 2. συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, ιδιότητα: έμ~/σύμ~. Ορμέμ~.
55950-φωνίαεπίθημα με αναφορά 1. στη φωνή: α~.|| Κακο~. 2. ΜΟΥΣ. σε εκτέλεση ενός κομματιού από ορισμένο αριθμό φωνών: τρι~.|| Μονο~.|| Αντι~. 3. στην έννοια της γνώμης: πολυ~.|| Δια~/ομο~. 4. σε συγκεκριμένη μορφή επικοινωνίας: τηλε~. Ραδιο~. 5. σε σύνολο χωρών με κοινή γλώσσα: γαλλο~.
55952-φωνικός, ή, ό επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων με αναφορά σε 1. ΜΟΥΣ. αριθμό φωνών: τετρα~. Πολυ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική αναπαραγωγής ήχου: μονο~/στερεο~. 3. ΓΛΩΣΣ. ποιότητα φθόγγου: ημι~/συμ~. 4. ΤΗΛΕΠ. συγκεκριμένο μέσο επικοινωνίας: ραδιο~/τηλε~.
55969-φωνος, η, ο επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων και ουσιαστικών με αναφορά 1. (μτφ.) σε άτομο ή κοινότητα με κύρια γλώσσα αυτή που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη: αραβό~/γαλλό~/γερμανό~/ελληνό~/ισπανό~/ιταλό~.|| Aλλό~. Πβ. -γλωσσος.|| Σλαβό-φωνα κράτη. 2. στη φωνή: χαμηλό~.|| Kακό~/καλλί~.|| (ειδικότ., για τραγουδιστή/τραγουδίστρια του λυρικού θεάτρου) (ουσιαστικοπ.) (Ο) βαθύ~. (Η) μεσό~/υψί~. 3. (μτφ.) στη γνώμη: ομό~/σύμ~. 4. ΜΟΥΣ. σε εκτέλεση κομματιού από ορισμένο αριθμό φωνών: τρί~.
56116-φωτος, η, ο επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων με αναφορά 1. στο φως, την ύπαρξη ή την παραγωγή του: (εμφατ.) κατά~. Βλ. α-φώτιστος.|| Αυτό-φωτα/ετερό~ (ουράνια) σώματα. 2. σε συγκεκριμένο αριθμό λαμπτήρων: επτά~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) πολύ-φωτo.
56464-χαρής, ής, ές {-χαρούς | -χαρείς (ουδ. -χαρή)} (λόγ.) επίθημα σε επίθετα που δηλώνουν ότι το προσδιοριζόμενο 1. προσώπο νιώθει χαρά ή αρέσκεται σε ό,τι δηλώνει η πρωτότυπη λέξη: πασι~ (πβ. πασί-χαρος)/περι~.|| Αιμο~ (πβ. -διψής, -σταγής)/πολεμο~. 2. φυτό ευδοκιμεί σε συγκεκριμένο περιβάλλον: υδρο~ βλάστηση. Πβ. -φιλος. Βλ. -βιος.
56521-χαρτοβ' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών με αναφορά σε 1. χαρτί για ορισμένη χρήση ή από συγκεκριμένο υλικό: λαδό~/τσιγαρό~.|| Aλουμινό~/ασημό~.|| Γυαλό~/σμυριδό~. 2. (προφ.) επίσημο έγγραφο που θεωρείται άχρηστο, χωρίς καμία αξία: κουρελό~/μπακαλό~/παλιό~.
57140-χορδος, η, ο: ΜΟΥΣ. β' συνθετικό επιθέτων, με αναφορά στον αριθμό χορδών μουσικού οργάνου: μονό~/δί~/τρί~/εξά~/πολύ~.|| (ως ουσ.) (Τα) έγ-χορδα.
57381-χρονα: επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών πληθυντικού αριθμού, για δήλωση συγκεκριμένου αριθμού ετών ή της επετείου για τη συμπλήρωσή τους: δεκά~/εκατοντά~. Βλ. -ετηρίδα.
57433-χρονος, η, ο β' συνθετικό που δηλώνει 1. ορισμένη ηλικία ή διάρκεια ετών: δεκά~/τρί~.|| (συχνά ουσιαστικοπ.) (Το) πεντά~ο. Τα εξηντά~α (: για συμπλήρωση εξήντα χρόνων από ορισμένο γεγονός).|| Δί~η φοίτηση (πβ. -ετής). 2. συγκεκριμένη χρονική σχέση: ισό~/ταυτό~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) προτερό~ο/υστερό~ο.
57526-χρωμία: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν σύνθεση χρωμάτων: δι~/τρι~/τετρα~.|| Πολυ~.
57538-χρωμος, η, ο β' συνθετικό για τον σχηματισμό επιθέτων που δηλώνουν 1. παρουσία ενός ή περισσότερων χρωμάτων: χαλκό~.|| Μονό~/δί~/τρί~/πολύ~.|| Ά~. 2. ένταση απόχρωσης: ανοιχτό~/σκουρό~.
57570-χτός, ή, ό βλ. -τός
57623-χωμα: β' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών που σχετίζονται με το χώμα: αμμό~/αργιλό~/ασπρό~/καστανό~/κεραμιδό~/κηπό~/κοκκινό~/κοπρό~/μαυρό~/πυρό~/φυλλό~/φυτό~.
57755-ψαρο: β' συνθετικό σε γενικές ονομασίες ψαριών: αγγελό~/γατό~/κοκκινό~/χρυσό~.|| Aφρό~/πατό~/πετρό~.|| Σκυλό~. Βλ. -πούλι.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.