| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5861 | απομάκρυνση | [ἀπομάκρυνση] α-πο-μά-κρυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. μεταφορά έμψυχου ή άψυχου μακριά από το μέρος όπου βρισκόταν: ~ του κόσμου από το φλεγόμενο κτίριο (: εκκένωση του κτιρίου). ~ παράνομων μεταναστών (από τη χώρα) (= απέλαση). Βίαιη ~ πληθυσμών (= εκτόπιση). ~ των κατοχικών δυνάμεων (= αποχώρηση, απόκρουση). Επιχείρηση ~ης αμάχων.|| ~ εγκαταλελειμμένων αυτοκινήτων. Μέθοδοι/τεχνολογίες ~ης αποβλήτων (πβ. απόσυρση)/ρύπων. Εργασίες ~ης αμιάντου. Αίτημα για ~ των φυλακών (από την περιοχή). Ζητούν την (άμεση) ~ της χωματερής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Πρόγραμμα ανίχνευσης και ~ης ιών (= αντιβάιρους).|| (ΦΥΣ.) ~ από τη θέση ισορροπίας.|| (μτφ.) ~ του κινδύνου (= αποφυγή, αποτροπή). 2. αφαίρεση ανεπιθύμητου στοιχείου ή άχρηστου σώματος από επιφάνεια: ~ των μικροβίων/της σκόνης/της σκουριάς. 3. (μτφ.) παύση από αξίωμα: αιφνιδιαστική/απότομη/οριστική/προσωρινή ~ή του από τη θέση του ... ~ύνσεις (και παραιτήσεις) στελεχών. Αποφάσισαν/επιδιώκουν/ζητούν την (άμεση) ~ή του από το κόμμα. Πβ. απόλυση, διώξιμο, καθαίρεση. 4. (μτφ.) χαλάρωση στενών δεσμών: (σταδιακή) ~ από τις παλιές του παρέες/των νέων από την Εκκλησία. Πβ. αποκοπή, απομόνωση, αποξένωση. 5. (μτφ.) διαφοροποίηση, απόκλιση: ~ από τα αρχικά του σχέδια/τις υποσχέσεις του. [< γαλλ. éloignement] | |
| 5862 | απομακρύνω | [ἀπομακρύνω] α-πο-μα-κρύ-νω ρ. (μτβ.) {απομάκρυ-να, -νθηκα, -νθεί, (λόγ. μτχ. απομακρυν-θείς, -θείσα, -θέν), -σμένος, απομακρυν-όμενος, -οντας} (λόγ.) 1. μεταφέρω κάποιον ή κάτι μακριά από το μέρος που βρισκόταν: ~ναν (έγκαιρα/με ασφάλεια) τους κατοίκους του χωριού εξαιτίας της πυρκαγιάς (= εκκένωσαν το χωριό). Θα ~νθούν οι άμαχοι.|| Κατάφεραν να ~ουν τα εχθρικά στρατεύματα (= να τα αποκρούσουν). Οι διαδηλωτές ~νθηκαν με επέμβαση της αστυνομίας. ~νθηκαν (βίαια) από τις εστίες τους (= εκτοπίστηκαν). Πβ. απωθώ, διώχνω.|| ~ναν τα σκουπίδια από τις ακτές. Ζήτησαν να ~νθούν οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας από την περιοχή.|| (στο ποδόσφαιρο:) ~νε την μπάλα. 2. (για πρόσ.) απολύω: Τον ~ναν (οριστικά/προσωρινά) από τη θέση/τα καθήκοντά του λόγω ανικανότητας/παραπτώματος. ~νθηκε ο επικεφαλής της Υπηρεσίας. ~νθηκε από το αξίωμά του/την κυβέρνηση. Πβ. απο-κεφαλίζω, -πέμπω, εκδιώκω, καθαιρώ, παύω. 3. (μτφ.) κάνω κάποιον να χαλαρώσει τους (στενούς) δεσμούς του με κάποιον ή κάτι: Κατάφερε να τον ~ει από την οικογένειά/τους φίλους του. Πβ. αποκόβω, απομονώνω, αποξενώνω.|| Έχουν αρχίσει να ~ονται (ο ένας απ' τον άλλο). Έχει ~νθεί από την ενεργό δράση/τις κακές επιρροές. Πβ. αποτραβιέμαι, ξεκόβω. 4. (μτφ.) περιορίζω τις πιθανότητες να συμβεί κάτι ή το αποτρέπω: ~ουν το ενδεχόμενο να .../της συνεργασίας. ~εται ο κίνδυνος να .../η απειλή του ... (= αποσοβείται). 5. (μτφ.) αφαιρώ από επιφάνεια κάτι ανεπιθύμητο ή άχρηστο: Προϊόν που ~ει (= βγάζει) τους λεκέδες. Πβ. καθαρίζω. ● Παθ.: απομακρύνομαι 1. φεύγω, κινούμαι μακριά από τη θέση που βρισκόμουν: Μην ~εσαι/~νθείς πολύ (από την παραλία) (= μην πας πολύ μακριά)! ~νθηκε με γρήγορες κινήσεις. Έβλεπε το τρένο να ~εται (αργά). Πβ. ξεμακραίνω. ΑΝΤ. ζυγώνω, πλησιάζω (1) 2. (μτφ.) διαφοροποιούμαι: Οι απόψεις του ~ονται πολύ από τις κοινωνικά αποδεκτές (= απέχουν, αποκλίνουν, ξεφεύγουν). [< μτγν. ἀπομακρύνω, γαλλ. éloigner, s΄éloigner] | |
| 5863 | απομακρυσμένος | , η, ο [ἀπομακρυσμένος] α-πο-μα-κρυ-σμέ-νος επίθ. 1. που βρίσκεται σε μακρινή απόσταση: ~ος: πλανήτης. ~η: τοποθεσία. ~α: γραφεία/νησιά/σχολεία/χωριά. Δυσπρόσιτες και ~ες περιοχές. Πβ. από-, ξέ-μακρος, παράμερος.|| ~η: εκπαίδευση (= εξ αποστάσεως).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: διακομιστής/συγχρονισμός (δεδομένων). ~η: βοήθεια/διαχείριση/επιφάνεια εργασίας/πρόσβαση. ~ο: δίκτυο. Σύνδεση με τοπικό ή ~ο υπολογιστή. (για πρόσ.) ~οι χρήστες. 2. (για πρόσ.) απομονωμένος, αποξενωμένος: ~ από την πραγματικότητα (= αποκομμένος). ~οι ο ένας από τον άλλο. ● επίρρ.: απομακρυσμένα [< αρχ. ἀπομεμακρυσμένος, γαλλ. éloigné, αγγλ. remote] | |
| 5864 | απομαχικός | , ή, ό [ἀπομαχικός] α-πο-μα-χι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον απόμαχο: Ναυτικό ~ό Ταμείο (ΝΑΤ). | |
| 5865 | απόμαχος | [ἀπόμαχος] α-πό-μα-χος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -άχου} , απόμαχη (η): που δεν ασκεί πλέον το επάγγελμά του κυρ. λόγω ηλικίας: ~ος: αξιωματικός (= απόστρατος). ~οι: συνταξιούχοι.|| (ως ουσ.) Τιμήθηκαν οι ~οι του πολέμου (= βετεράνοι, παλαίμαχοι). Σεβασμός στους ~ους της ζωής (ενν. γέροντες). Επίδομα/κρατική αρωγή στους ~ους της εργασίας. Βλ. -μαχος. [< αρχ. ἀπόμαχος, γαλλ. invalide] | |
| 5866 | απομεινάρι | [ἀπομεινάρι] α-πο-μει-νά-ρι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: οτιδήποτε απομένει από κάτι: ~ια αρχαίου πολιτισμού/ναού. ~ια ζώων (= απολιθώματα)/φαγητού (= αποφάγια).|| (μτφ.) ~ μιας άλλης εποχής. ~ια του παρελθόντος. Πβ. κατάλοιπο, λείψανο, υπόλειμμα. [< ουσιαστικοπ. ουδ. του μεσν. επιθ. απομεινάρης] | |
| 5867 | απομειώνω | [ἀπομειώνω] α-πο-μει-ώ-νω ρ. {απομείω-σε, απομειώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): μειώνω, ελαττώνω: Το λάθος του δεν ~ει ούτε καταργεί το κύρος/τη συνολική προσφορά του. Δικαιώματα/θεσμοί που έχουν απαξιωθεί και ~θεί.|| (ΟΙΚΟΝ.) Τα αποθέματα/εισοδήματα ~θηκαν δραματικά. ~μένα κέρδη ανά μετοχή. ΑΝΤ. αυξάνω [< μτγν. ἀπομειῶ, γαλλ. déprécier] | |
| 5868 | απομείωση | [ἀπομείωση] α-πο-μεί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. μείωση της αξίας κεφαλαίου: ~ επενδύσεων/ομολόγων/παγίων/περιουσιακών στοιχείων/(κρατικού) χρέους. Ζημία ~ης. Προβλέψεις για ~ δανείων και απαιτήσεων. Συσσωρευμένες ~ώσεις. Αποσβέσεις και ~ώσεις. Βλ. PSI, φύρα. [< μτγν. ἀπομείωσις, γαλλ. dépréciation] | |
| 5869 | απομένω | [ἀπομένω] α-πο-μέ-νω ρ. (αμτβ.) {απόμει-να (λόγ.) απέμει-να, απομεί-νει, απομέν-οντας}: περιέρχομαι σε συγκεκριμένη κατάσταση ύστερα από κάτι αρνητικό ή δυσάρεστο: ~νε να τον κοιτάζει αμήχανα. Πόσοι ~αν πίσω (και δεν έφυγαν); ~αν μόνοι και έρημοι. Πβ. (ξε)μένω. ● απομένει: υφίσταται ως υπόλοιπο: Λίγες μέρες ~ναν μέχρι τις γιορτές! Δεν έχουν ~ει (: περισσέψει) κενές θέσεις. Τι ~νε (: διασώθηκε) από τις δόξες του παρελθόντος; Πβ. (εναπο)μένει, υπολείπεται.|| (απρόσ.) ~ να δούμε τι θα κάνει. ● ΦΡ.: δεν (απο)μένει (τίποτα άλλο) παρά/εκτός από: δεν υπάρχει άλλη επιλογή: Δεν μένει πια παρά μόνο η υποχώρηση. Δεν απομένει τίποτα άλλο εκτός από το να τα μαζεύουμε και να φεύγουμε., μου απομένει: έχω κάτι ως υπόλοιπο: Πόσος χρόνος σου ~ ακόμα; [< μτγν. ἀπομένω] | |
| 5870 | απόμερος | , η, ο [ἀπόμερος] α-πό-με-ρος επίθ. (προφ.): απομακρυσμένος, μακρινός: ~ο: μέρος/σημείο/χωριό. ~ες: παραλίες. Σε μια ~η γωνιά. Πβ. απόκεντρος, ερημικός.|| (ως ουσ.) Στα ~α του δρόμου. ΑΝΤ. κεντρικός (1) ● επίρρ.: απόμερα: Καθόταν ~ από τους άλλους. ΣΥΝ. παράμερα | |
| 5871 | απομέσα | [ἀπομέσα] α-πο-μέ-σα επίρρ. (προφ.): από το εσωτερικό ενός χώρου· εσωτερικά: Φέρε τα πράγματα ~!|| Φόρεσε κάτι ζεστό ~! ΑΝΤ. απέξω (1) ● ΦΡ.: λέω (από) μέσα μου/απομέσα μου/στον εαυτό μου βλ. λέω [< μεσν. απομέσα] | |
| 5872 | απομεσήμερο | [ἀπομεσήμερο] α-πο-με-σή-με-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): οι πρώτες ώρες μετά το μεσημέρι προς το απόγευμα. | |
| 5873 | απομίμηση | [ἀπομίμηση] α-πο-μί-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αναπαραγωγή ή αντιγραφή πρωτοτύπου ή προτύπου· το αποτέλεσμα αυτής της πράξης: ακριβής/γελοία/δουλική/πιστή/φτηνή ~. Κωμική ~ προσώπου/ύφους (βλ. παρωδία). ~ του ήχου (της κιθάρας)/της τεχνοτροπίας (ζωγράφου).|| (ειδικότ., για αθέμιτους λόγους, με αρνητ. συνυποδ.:) ~ νομισμάτων (= παραχάραξη)/προϊόντος/υπογραφής (= πλαστογράφηση)/φαρμάκων. Πβ. μίμηση. 2. δημιούργημα που μιμείται το πρωτότυπο, ομοίωμα: ~ ξύλου/πέτρας. Ρούχο που αποτελεί ~ (επώνυμου οίκου). Μπουφάν από ~ δέρματος (βλ. δερματίνη). ~ήσεις κοσμημάτων/πινάκων/πολύτιμων λίθων. Πβ. αντίγραφο, ιμιτασιόν, ρεπλίκα, ρεπροντιξιόν. Βλ. κακέκτυπο. ● ΦΡ.: κατ' απομίμηση (λόγ.): σύμφωνα με το πρότυπο: Έργα ~ ~ των αρχαίων συγγραφέων. [< 1: αρχ. ἀπομίμησις, γαλλ. imitation] | |
| 5874 | απομιμούμαι | [ἀπομιμοῦμαι] α-πο-μι-μού-μαι ρ. (μτβ.) {απομιμ-είσαι ... | -ήθηκε, -ηθεί}: μιμούμαι επακριβώς κάποιον ή κάτι που θεωρώ υπόδειγμα ή αντιγράφω πρωτότυπο συχνά με σκοπό να παρουσιάσω το αντίγραφο ως γνήσιο: ~ήθηκε το στιλ (ενός συγγραφέα). Το παιδί εσωτερικεύει και ~είται ό,τι βιώνει (πβ. υιοθετώ).|| (αρνητ. συνυποδ.) ~είται (εμπορικό) σήμα που δεν του ανήκει. Σπείρες που ~ούνται τέλεια όλα τα χαρτονομίσματα. Πβ. παραχαράσσω, πλαστογραφώ. [< αρχ. ἀπομιμοῦμαι, γαλλ. imiter] | |
| 5875 | απομνημονεύματα | [ἀπομνημονεύματα] α-πο-μνη-μο-νεύ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. απομνημόνευμα}: εξιστόρηση με ύφος προσωπικό και υποκειμενικό σημαντικών γεγονότων (συνήθ. πολιτικών ή και στρατιωτικών) που ο συγγραφέας έζησε από κοντά ως πρωταγωνιστής ή αυτόπτης μάρτυρας· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο αφηγηματικό είδος: τα ~ του Στρατηγού Μακρυγιάννη. Βλ. αυτοβιογραφία. [< αρχ. ἀπομνημονεύματα, γαλλ. mémoires] | |
| 5876 | απομνημόνευση | [ἀπομνημόνευση] α-πο-μνη-μό-νευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απομνημονεύω: μηχανική/στείρα ~ (από τους μαθητές). ~ πληροφοριών. Τεχνικές ~ης (βλ. μνημοτεχνικός). Πβ. αποστήθιση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ κωδικού πρόσβασης σε υπολογιστή (: για να μην εισάγεται κάθε φορά από τον χρήστη). Μέσα (ψηφιακής) ~ης. [< αρχ. ἀπομνημόνευσις ‘μνεία, ανάμνηση’, γαλλ. mémorisation] | |
| 5877 | απομνημονεύω | [ἀπομνημονεύω] α-πο-μνη-μο-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {απομνημόνευ-σα, απομνημονεύ-σει, -θηκε, -θεί, -οντας}: συγκρατώ κάτι στη μνήμη, συνήθ. αυτολεξεί: ~ λέξεις/ένα ποίημα. Οι μαθητές καλούνται να ~σουν το μάθημά τους. Πβ. αποστηθίζω, παπαγαλίζω.|| (ΤΕΧΝΟΛ.-ΠΛΗΡΟΦ.) Τα κινητά ~ουν τις κλήσεις. Δεδομένα που έχουν ~θεί (από τον υπολογιστή). [< αρχ. ἀπομνημονεύω, γαλλ. mémoriser, 1907] | |
| 5878 | απομονωμένος | , η, ο [ἀπομονωμένος] α-πο-μο-νω-μέ-νος επίθ.: που έχει απομονωθεί, διαχωριστεί ή απομακρυνθεί από το σύνολο στο οποίο ανήκε: Ζει ~ από τον κόσμο. Κοινωνικά/πολιτικά ~. Πβ. αποκομμένος, αποστασιοποιημένος, περιθωριοποιημένος.|| ~οι: ασθενείς (: σε καραντίνα)/κρατούμενοι (: σε απομόνωση).|| ~ο: μέρος/περιβάλλον. ~α: χωριά (: απομακρυσμένα, απόκεντρα). Γεωγραφικά ~ες περιφέρειες. Νησιά ακτοπλοϊκώς ~α. (ΟΙΚΟΛ.) ~ο: οικοσύστημα.|| (ΙΑΤΡ.-ΒΙΟΛ.) ~η: πρωτεΐνη ορού γάλακτος (: ως διατροφικό συμπλήρωμα). ~α: κύτταρα (: που καλλιεργούνται στο εργαστήριο για μελέτη).|| Περίπτωση ~η (: εξεταζόμενη χωριστά) από τις άλλες. ● επίρρ.: απομονωμένα ● ΣΥΜΠΛ.: απομονωμένη γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. φυσική γλώσσα η οποία δεν υπάγεται σε καμία γλωσσική οικογένεια. [< γαλλ. isolé] | |
| 5879 | απομονώνω | [ἀπομονώνω] α-πο-μο-νώ-νω ρ. (μτβ.) {απομόνω-σα, απομονώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, απομονών-οντας} 1. αναγκάζω κάποιον να ζήσει μόνος του μακριά από τους υπολοίπους, συνήθ. σε κατάσταση εγκλεισμού: Οι ασθενείς ~θηκαν σε ειδικό θάλαμο (: μπήκαν σε καραντίνα). ~σαν επικίνδυνους κρατούμενους (: τους έβαλαν στην απομόνωση). Άτομα με ειδικές ανάγκες συχνά ~ονται από την κοινωνία (πβ. περιθωριοποιώ). 2. ξεχωρίζω, απομακρύνω κάτι από το σύνολο στο οποίο ανήκε: Συσκευή που ~ει τους θορύβους. Πβ. αποσπώ, διαχωρίζω. 3. (ειδικότ., στην ιατρική, τη βιολογία και τη χημεία) εξάγω με χημικές μεθόδους άγνωστη ουσία ή μικροοργανισμό (από ιστό) σε καθαρή μορφή, για να τον εξετάσω ή για να κάνω πείραμα: Επιστήμονες κατάφεραν να ~σουν το μικρόβιο της ... Βακτήρια/γονίδια/είδη/στελέχη ιών που ~θηκαν. ● Παθ.: απομονώνομαι: απομακρύνομαι εκούσια από το κοινωνικό μου περιβάλλον· ζω μόνος μου, αποκομμένος: ~θηκε στο σπίτι του (για να γράψει/σκεφτεί). Έχει ~θεί από τους άλλους/τον κόσμο (: έχει κλειστεί στον εαυτό του). Θέλει να ~θεί σε μοναστήρι (πβ. ασκητεύω, μονάζω). Πβ. αποσύρομαι, αποτραβιέμαι.|| Χώρα που έχει ~θεί από τη διεθνή κοινότητα (βλ. απομονωτισμός). [< μτγν. ἀπομονοῦμαι, γαλλ. isoler] | |
| 5880 | απομόνωση | [ἀπομόνωση] α-πο-μό-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. εκούσια ή αναγκαστική απομάκρυνση προσώπου από το κοινωνικό του περιβάλλον: ιδεολογική ~ (= αποξένωση). Ζει σε απόλυτη ~ (πβ. μοναξιά). Άνθρωποι που βιώνουν την κοινωνική ~. || Θάλαμος/κελιά ~ης (: για ασθενείς και κρατούμενους, αντίστοιχα). Πβ. εγκλεισμός, καραντίνα. 2. (για χώρα, περιοχή, φορέα) ηθελημένη ή επιβεβλημένη διακοπή κάθε επαφής και επικοινωνίας: διπλωματική/οικονομική/πολιτική (πβ. απομονωτισμός)/πολιτιστική ~. Εγκατάλειψη και ~ της υπαίθρου. Συγκοινωνιακή ~ νησιού. Γεωγραφική ~ πληθυσμών. ~ επιχειρήσεων/πανεπιστημίων. Βγήκε από την/βρίσκεται σε διεθνή ~ (πβ. αποκλεισμός, εμπάργκο). 3. απόσπαση στοιχείου από το σύνολο στο οποίο ανήκει· ειδικότ. εξαγωγή ουσίας με χημική μέθοδο, προκειμένου να εξεταστεί ή να χρησιμοποιηθεί σε πείραμα: ~ λέξεων/φράσεων από το κείμενο. ~ ήχων/θορύβων.|| (ΒΙΟΛ.) Μικροβιακές ~ώσεις. ~ βλαστοκυττάρων (από έμβρυο)/DNA (από ζωικό ιστό)/(στελέχους) ιού. Πβ. ανεύρεση, ανίχνευση, εντοπισμός. ● ΦΡ.: στην απομόνωση: (συνήθ. για κρατούμενο ή τρόφιμο ψυχιατρικού ιδρύματος) σε απομονωτήριο: Τον έκλεισαν/έχουν ~ ~. [< μεσν. απομόνωσις, γαλλ. isolement] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ