| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5874 | απομιμούμαι | [ἀπομιμοῦμαι] α-πο-μι-μού-μαι ρ. (μτβ.) {απομιμ-είσαι ... | -ήθηκε, -ηθεί}: μιμούμαι επακριβώς κάποιον ή κάτι που θεωρώ υπόδειγμα ή αντιγράφω πρωτότυπο συχνά με σκοπό να παρουσιάσω το αντίγραφο ως γνήσιο: ~ήθηκε το στιλ (ενός συγγραφέα). Το παιδί εσωτερικεύει και ~είται ό,τι βιώνει (πβ. υιοθετώ).|| (αρνητ. συνυποδ.) ~είται (εμπορικό) σήμα που δεν του ανήκει. Σπείρες που ~ούνται τέλεια όλα τα χαρτονομίσματα. Πβ. παραχαράσσω, πλαστογραφώ. [< αρχ. ἀπομιμοῦμαι, γαλλ. imiter] | |
| 5875 | απομνημονεύματα | [ἀπομνημονεύματα] α-πο-μνη-μο-νεύ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. απομνημόνευμα}: εξιστόρηση με ύφος προσωπικό και υποκειμενικό σημαντικών γεγονότων (συνήθ. πολιτικών ή και στρατιωτικών) που ο συγγραφέας έζησε από κοντά ως πρωταγωνιστής ή αυτόπτης μάρτυρας· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο αφηγηματικό είδος: τα ~ του Στρατηγού Μακρυγιάννη. Βλ. αυτοβιογραφία. [< αρχ. ἀπομνημονεύματα, γαλλ. mémoires] | |
| 5876 | απομνημόνευση | [ἀπομνημόνευση] α-πο-μνη-μό-νευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απομνημονεύω: μηχανική/στείρα ~ (από τους μαθητές). ~ πληροφοριών. Τεχνικές ~ης (βλ. μνημοτεχνικός). Πβ. αποστήθιση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ κωδικού πρόσβασης σε υπολογιστή (: για να μην εισάγεται κάθε φορά από τον χρήστη). Μέσα (ψηφιακής) ~ης. [< αρχ. ἀπομνημόνευσις ‘μνεία, ανάμνηση’, γαλλ. mémorisation] | |
| 5877 | απομνημονεύω | [ἀπομνημονεύω] α-πο-μνη-μο-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {απομνημόνευ-σα, απομνημονεύ-σει, -θηκε, -θεί, -οντας}: συγκρατώ κάτι στη μνήμη, συνήθ. αυτολεξεί: ~ λέξεις/ένα ποίημα. Οι μαθητές καλούνται να ~σουν το μάθημά τους. Πβ. αποστηθίζω, παπαγαλίζω.|| (ΤΕΧΝΟΛ.-ΠΛΗΡΟΦ.) Τα κινητά ~ουν τις κλήσεις. Δεδομένα που έχουν ~θεί (από τον υπολογιστή). [< αρχ. ἀπομνημονεύω, γαλλ. mémoriser, 1907] | |
| 5878 | απομονωμένος | , η, ο [ἀπομονωμένος] α-πο-μο-νω-μέ-νος επίθ.: που έχει απομονωθεί, διαχωριστεί ή απομακρυνθεί από το σύνολο στο οποίο ανήκε: Ζει ~ από τον κόσμο. Κοινωνικά/πολιτικά ~. Πβ. αποκομμένος, αποστασιοποιημένος, περιθωριοποιημένος.|| ~οι: ασθενείς (: σε καραντίνα)/κρατούμενοι (: σε απομόνωση).|| ~ο: μέρος/περιβάλλον. ~α: χωριά (: απομακρυσμένα, απόκεντρα). Γεωγραφικά ~ες περιφέρειες. Νησιά ακτοπλοϊκώς ~α. (ΟΙΚΟΛ.) ~ο: οικοσύστημα.|| (ΙΑΤΡ.-ΒΙΟΛ.) ~η: πρωτεΐνη ορού γάλακτος (: ως διατροφικό συμπλήρωμα). ~α: κύτταρα (: που καλλιεργούνται στο εργαστήριο για μελέτη).|| Περίπτωση ~η (: εξεταζόμενη χωριστά) από τις άλλες. ● επίρρ.: απομονωμένα ● ΣΥΜΠΛ.: απομονωμένη γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. φυσική γλώσσα η οποία δεν υπάγεται σε καμία γλωσσική οικογένεια. [< γαλλ. isolé] | |
| 5879 | απομονώνω | [ἀπομονώνω] α-πο-μο-νώ-νω ρ. (μτβ.) {απομόνω-σα, απομονώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, απομονών-οντας} 1. αναγκάζω κάποιον να ζήσει μόνος του μακριά από τους υπολοίπους, συνήθ. σε κατάσταση εγκλεισμού: Οι ασθενείς ~θηκαν σε ειδικό θάλαμο (: μπήκαν σε καραντίνα). ~σαν επικίνδυνους κρατούμενους (: τους έβαλαν στην απομόνωση). Άτομα με ειδικές ανάγκες συχνά ~ονται από την κοινωνία (πβ. περιθωριοποιώ). 2. ξεχωρίζω, απομακρύνω κάτι από το σύνολο στο οποίο ανήκε: Συσκευή που ~ει τους θορύβους. Πβ. αποσπώ, διαχωρίζω. 3. (ειδικότ., στην ιατρική, τη βιολογία και τη χημεία) εξάγω με χημικές μεθόδους άγνωστη ουσία ή μικροοργανισμό (από ιστό) σε καθαρή μορφή, για να τον εξετάσω ή για να κάνω πείραμα: Επιστήμονες κατάφεραν να ~σουν το μικρόβιο της ... Βακτήρια/γονίδια/είδη/στελέχη ιών που ~θηκαν. ● Παθ.: απομονώνομαι: απομακρύνομαι εκούσια από το κοινωνικό μου περιβάλλον· ζω μόνος μου, αποκομμένος: ~θηκε στο σπίτι του (για να γράψει/σκεφτεί). Έχει ~θεί από τους άλλους/τον κόσμο (: έχει κλειστεί στον εαυτό του). Θέλει να ~θεί σε μοναστήρι (πβ. ασκητεύω, μονάζω). Πβ. αποσύρομαι, αποτραβιέμαι.|| Χώρα που έχει ~θεί από τη διεθνή κοινότητα (βλ. απομονωτισμός). [< μτγν. ἀπομονοῦμαι, γαλλ. isoler] | |
| 5880 | απομόνωση | [ἀπομόνωση] α-πο-μό-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. εκούσια ή αναγκαστική απομάκρυνση προσώπου από το κοινωνικό του περιβάλλον: ιδεολογική ~ (= αποξένωση). Ζει σε απόλυτη ~ (πβ. μοναξιά). Άνθρωποι που βιώνουν την κοινωνική ~. || Θάλαμος/κελιά ~ης (: για ασθενείς και κρατούμενους, αντίστοιχα). Πβ. εγκλεισμός, καραντίνα. 2. (για χώρα, περιοχή, φορέα) ηθελημένη ή επιβεβλημένη διακοπή κάθε επαφής και επικοινωνίας: διπλωματική/οικονομική/πολιτική (πβ. απομονωτισμός)/πολιτιστική ~. Εγκατάλειψη και ~ της υπαίθρου. Συγκοινωνιακή ~ νησιού. Γεωγραφική ~ πληθυσμών. ~ επιχειρήσεων/πανεπιστημίων. Βγήκε από την/βρίσκεται σε διεθνή ~ (πβ. αποκλεισμός, εμπάργκο). 3. απόσπαση στοιχείου από το σύνολο στο οποίο ανήκει· ειδικότ. εξαγωγή ουσίας με χημική μέθοδο, προκειμένου να εξεταστεί ή να χρησιμοποιηθεί σε πείραμα: ~ λέξεων/φράσεων από το κείμενο. ~ ήχων/θορύβων.|| (ΒΙΟΛ.) Μικροβιακές ~ώσεις. ~ βλαστοκυττάρων (από έμβρυο)/DNA (από ζωικό ιστό)/(στελέχους) ιού. Πβ. ανεύρεση, ανίχνευση, εντοπισμός. ● ΦΡ.: στην απομόνωση: (συνήθ. για κρατούμενο ή τρόφιμο ψυχιατρικού ιδρύματος) σε απομονωτήριο: Τον έκλεισαν/έχουν ~ ~. [< μεσν. απομόνωσις, γαλλ. isolement] | |
| 5881 | απομονωτήριο | [ἀπομονωτήριο] α-πο-μο-νω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος απομόνωσης, κυρ. σε σωφρονιστικό ή ψυχιατρικό ίδρυμα: ~α και κρατητήρια. Βλ. ησυχαστήριο, -τήριο. | |
| 5882 | απομονωτής | [ἀπομονωτής] α-πο-μο-νω-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάθε είδους διάταξη που παρεμποδίζει την αλληλεπίδραση μεταξύ δύο κυκλωμάτων, εξαρτημάτων, συστημάτων: οπτικός ~. ~ βραχυκυκλώματος/τάσης. ~ές και μετατροπείς σημάτων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εξόδου (: μονάδα προσωρινής αποθήκευσης δεδομένων). ~ές αρχείων. [< γαλλ. isolateur, αγγλ. buffer, 1948] | |
| 5883 | απομονωτικός | , ή, ό [ἀπομονωτικός] α-πο-μο-νω-τι-κός επίθ.: που συντελεί ή αποσκοπεί στην απομόνωση. ● επίρρ.: απομονωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: απομονωτικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. στις οποίες παρατίθενται αμετάβλητα στοιχεία που η σειρά τους καθορίζει το νόημα των προτάσεων (π.χ. Κινέζικα). Πβ. αναλυτικές γλώσσες. [< γαλλ. langues isolantes] [< γαλλ. isolant] | |
| 5884 | απομονωτισμός | [ἀπομονωτισμός] α-πο-μο-νω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): πολιτική τακτική κράτους που δεν επεμβαίνει στα εσωτερικά άλλων κρατών και δεν επιτρέπει την επέμβαση άλλων στις δικές του υποθέσεις· γενικότ. τάση απομόνωσης: οικονομικός ~ (πβ. προστατευτισμός). Εθνικισμός/ξενοφοβία και ~. Χώρα που οδηγείται σε κατάσταση ~ού (και περιχαράκωσης).|| (κατ' επέκτ.) Κοινωνικός/ψυχολογικός ~ του ανθρώπου. Αποξένωση και ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. isolationnisme, 1931] | |
| 5885 | απομυελίνωση | [ἀπομυελίνωση] α-πο-μυ-ε-λί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απώλεια ή καταστροφή της μυελίνης που περιβάλλει τις νευρικές ίνες. Βλ. σκλήρυνση κατά πλάκας. [< γαλλ. démyélinisation, 1920, αγγλ. demyelination, 1932] | |
| 5886 | απομυελινωτικός | , ή, ό [ἀπομυελινωτικός] α-πο-μυ-ε-λι-νω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την απομυελίνωση: ~ή: νευροπάθεια. ~ά: νοσήματα. [< γαλλ. démyélinisant, αγγλ. demyelinating, 1961] | |
| 5887 | απομύζηση | [ἀπομύζηση] α-πο-μύ-ζη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) απόσπαση χρημάτων, πόρων ή ζωτικών στοιχείων και κατ' επέκτ. εκμετάλλευση: οικονομική ~. ~ του εθνικού πλούτου/του μόχθου των εργαζομένων/των παραγωγικών πηγών. Πβ. άρμεγμα, ξεζούμισμα. ΣΥΝ. αφαίμαξη (1) 2. ρούφηγμα, συνήθ. υγρού: ~ αίματος (από κουνούπι/νυχτερίδα).|| ~ δακτύλου. | |
| 5888 | απομυζώ | [ἀπομυζῶ] α-πο-μυ-ζώ ρ. (μτβ.) {απομυζ-άς ... | απομύζ-ησα, -ήσει, -άται ..., -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) αφαιρώ, αποσπώ από κάποιον υλικά αγαθά ή ζωτικά στοιχεία κατά τρόπο παράνομο και εξαντλητικό: Τον ~ησε οικονομικά. ~ήθηκαν και οι τελευταίες τους δυνάμεις (από την κοπιαστική εργασία). Πβ. αρμέγω, αφαιμάσσω, ξεζουμίζω. 2. ρουφώ, συνήθ. ζωτικές ουσίες: Έντομα που ~ούν το αίμα (π.χ. κουνούπια). Παράσιτα που ~ούν τους χυμούς των φύλλων και των βλαστών. [< 1: γαλλ. sucer 2: μτγν. ἀπομυζῶ] | |
| 5889 | απομυθοποίηση | [ἀπομυθοποίηση] α-πο-μυ-θο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): κατάργηση και αφαίρεση όλων εκείνων των στοιχείων που καθιστούν κάποιον ή κάτι μύθο και απόδοση σε αυτό(ν) των πραγματικών του διαστάσεων: πλήρης ~. ~ του παρελθόντος. ~ήσεις ιστορικών προσώπων. Βλ. αποδαιμονοποίηση, -ποίηση. ΣΥΝ. απομάγευση ΑΝΤ. εξιδανίκευση, μυθοποίηση [< γερμ. Entmythologisierung, αγγλ. demythologisation, 1950, γαλλ. démythification, 1961] | |
| 5890 | απομυθοποιητικός | , ή, ό [ἀπομυθοποιητικός] α-πο-μυ-θο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που απομυθοποιεί. ● επίρρ.: απομυθοποιητικά | |
| 5891 | απομυθοποιώ | [ἀπομυθοποιῶ] α-πο-μυ-θο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {απομυθοποι-είς ... | απομυθοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: προσδίδω σε κάποιον ή κάτι τις πραγματικές του διαστάσεις, αφαιρώντας όλα εκείνα τα στοιχεία που το(ν) καθιστούν μύθο: Βιβλίο που ~εί και αμφισβητεί ιστορικά γεγονότα/κυρίαρχες αντιλήψεις. Είδωλα/ήρωες ~ούνται (στη σύγχρονη εποχή). ΑΝΤ. εξιδανικεύω, μυθοποιώ [< γερμ. entmythologisieren, αγγλ. demythologise, 1950, γαλλ. démythifier, 1959] | |
| 5892 | αποναρκοθέτηση | [ἀποναρκοθέτηση] α-πο-ναρ-κο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): απενεργοποίηση ναρκών: ~ περιοχής/συνόρων. Πρόγραμμα ~ης παλιών ναρκοπεδίων. Πβ. ναρκαλιεία. ΣΥΝ. απονάρκωση (2) ΑΝΤ. ναρκοθέτηση (1) [< γαλλ. déminage, περ. 1945] | |
| 5893 | απονάρκωση | [ἀπονάρκωση] α-πο-νάρ-κω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (εμφατ.) πλήρης πνευματική νάρκωση: ~ του μυαλού. Πβ. απο-βλάκωση, -κοίμιση, -χαύνωση. 2. (σπάν.) αποναρκοθέτηση. [< 1: αρχ. ἀπονάρκωσις, γαλλ. engourdissement] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ