Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6800-6820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5881απομονωτήριο[ἀπομονωτήριο] α-πο-μο-νω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος απομόνωσης, κυρ. σε σωφρονιστικό ή ψυχιατρικό ίδρυμα: ~α και κρατητήρια. Βλ. ησυχαστήριο, -τήριο.
5882απομονωτής[ἀπομονωτής] α-πο-μο-νω-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάθε είδους διάταξη που παρεμποδίζει την αλληλεπίδραση μεταξύ δύο κυκλωμάτων, εξαρτημάτων, συστημάτων: οπτικός ~. ~ βραχυκυκλώματος/τάσης. ~ές και μετατροπείς σημάτων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εξόδου (: μονάδα προσωρινής αποθήκευσης δεδομένων). ~ές αρχείων. [< γαλλ. isolateur, αγγλ. buffer, 1948]
5883απομονωτικός, ή, ό [ἀπομονωτικός] α-πο-μο-νω-τι-κός επίθ.: που συντελεί ή αποσκοπεί στην απομόνωση. ● επίρρ.: απομονωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: απομονωτικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. στις οποίες παρατίθενται αμετάβλητα στοιχεία που η σειρά τους καθορίζει το νόημα των προτάσεων (π.χ. Κινέζικα). Πβ. αναλυτικές γλώσσες. [< γαλλ. langues isolantes] [< γαλλ. isolant]
5884απομονωτισμός[ἀπομονωτισμός] α-πο-μο-νω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): πολιτική τακτική κράτους που δεν επεμβαίνει στα εσωτερικά άλλων κρατών και δεν επιτρέπει την επέμβαση άλλων στις δικές του υποθέσεις· γενικότ. τάση απομόνωσης: οικονομικός ~ (πβ. προστατευτισμός). Εθνικισμός/ξενοφοβία και ~. Χώρα που οδηγείται σε κατάσταση ~ού (και περιχαράκωσης).|| (κατ' επέκτ.) Κοινωνικός/ψυχολογικός ~ του ανθρώπου. Αποξένωση και ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. isolationnisme, 1931]
5885απομυελίνωση[ἀπομυελίνωση] α-πο-μυ-ε-λί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απώλεια ή καταστροφή της μυελίνης που περιβάλλει τις νευρικές ίνες. Βλ. σκλήρυνση κατά πλάκας. [< γαλλ. démyélinisation, 1920, αγγλ. demyelination, 1932]
5886απομυελινωτικός, ή, ό [ἀπομυελινωτικός] α-πο-μυ-ε-λι-νω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την απομυελίνωση: ~ή: νευροπάθεια. ~ά: νοσήματα. [< γαλλ. démyélinisant, αγγλ. demyelinating, 1961]
5887απομύζηση[ἀπομύζηση] α-πο-μύ-ζη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) απόσπαση χρημάτων, πόρων ή ζωτικών στοιχείων και κατ' επέκτ. εκμετάλλευση: οικονομική ~. ~ του εθνικού πλούτου/του μόχθου των εργαζομένων/των παραγωγικών πηγών. Πβ. άρμεγμα, ξεζούμισμα. ΣΥΝ. αφαίμαξη (1) 2. ρούφηγμα, συνήθ. υγρού: ~ αίματος (από κουνούπι/νυχτερίδα).|| ~ δακτύλου.
5888απομυζώ[ἀπομυζῶ] α-πο-μυ-ζώ ρ. (μτβ.) {απομυζ-άς ... | απομύζ-ησα, -ήσει, -άται ..., -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) αφαιρώ, αποσπώ από κάποιον υλικά αγαθά ή ζωτικά στοιχεία κατά τρόπο παράνομο και εξαντλητικό: Τον ~ησε οικονομικά. ~ήθηκαν και οι τελευταίες τους δυνάμεις (από την κοπιαστική εργασία). Πβ. αρμέγω, αφαιμάσσω, ξεζουμίζω. 2. ρουφώ, συνήθ. ζωτικές ουσίες: Έντομα που ~ούν το αίμα (π.χ. κουνούπια). Παράσιτα που ~ούν τους χυμούς των φύλλων και των βλαστών. [< 1: γαλλ. sucer 2: μτγν. ἀπομυζῶ]
5889απομυθοποίηση[ἀπομυθοποίηση] α-πο-μυ-θο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): κατάργηση και αφαίρεση όλων εκείνων των στοιχείων που καθιστούν κάποιον ή κάτι μύθο και απόδοση σε αυτό(ν) των πραγματικών του διαστάσεων: πλήρης ~. ~ του παρελθόντος. ~ήσεις ιστορικών προσώπων. Βλ. αποδαιμονοποίηση, -ποίηση. ΣΥΝ. απομάγευση ΑΝΤ. εξιδανίκευση, μυθοποίηση [< γερμ. Entmythologisierung, αγγλ. demythologisation, 1950, γαλλ. démythification, 1961]
5890απομυθοποιητικός, ή, ό [ἀπομυθοποιητικός] α-πο-μυ-θο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που απομυθοποιεί. ● επίρρ.: απομυθοποιητικά
5891απομυθοποιώ[ἀπομυθοποιῶ] α-πο-μυ-θο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {απομυθοποι-είς ... | απομυθοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: προσδίδω σε κάποιον ή κάτι τις πραγματικές του διαστάσεις, αφαιρώντας όλα εκείνα τα στοιχεία που το(ν) καθιστούν μύθο: Βιβλίο που ~εί και αμφισβητεί ιστορικά γεγονότα/κυρίαρχες αντιλήψεις. Είδωλα/ήρωες ~ούνται (στη σύγχρονη εποχή). ΑΝΤ. εξιδανικεύω, μυθοποιώ [< γερμ. entmythologisieren, αγγλ. demythologise, 1950, γαλλ. démythifier, 1959]
5892αποναρκοθέτηση[ἀποναρκοθέτηση] α-πο-ναρ-κο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): απενεργοποίηση ναρκών: ~ περιοχής/συνόρων. Πρόγραμμα ~ης παλιών ναρκοπεδίων. Πβ. ναρκαλιεία. ΣΥΝ. απονάρκωση (2) ΑΝΤ. ναρκοθέτηση (1) [< γαλλ. déminage, περ. 1945]
5893απονάρκωση[ἀπονάρκωση] α-πο-νάρ-κω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (εμφατ.) πλήρης πνευματική νάρκωση: ~ του μυαλού. Πβ. απο-βλάκωση, -κοίμιση, -χαύνωση. 2. (σπάν.) αποναρκοθέτηση. [< 1: αρχ. ἀπονάρκωσις, γαλλ. engourdissement]
5894απονεκρώνω[ἀπονεκρώνω] α-πο-νε-κρώ-νω ρ. (μτβ.) {απονέκρω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος}: (εμφατ.) καθιστώ κάτι εντελώς ανενεργό ή νεκρό: Ασθένεια που ~ει το ανοσοποιητικό σύστημα. Κλιματολογικές αλλαγές που απειλούν να ~σουν το περιβάλλον. Πβ. νεκρώνω.|| (μτφ.) ~θηκε (και αποτελματώθηκε) η οικονομική ζωή του τόπου. Πβ. αφανίζω, καταστρέφω. [< αρχ. ἀπονεκρῶ, γαλλ. nécroser]
5895απονέκρωση[ἀπονέκρωση] α-πο-νέ-κρω-ση ουσ. (θηλ.) (μτφ.-εμφατ.): πλήρης νέκρωση: ιδεολογική/πνευματική/συναισθηματική ~ (πβ. αδρανοποίηση, απονάρκωση). ~ της υπαίθρου (πβ. αφανισμός, ερήμωση). [< μτγν. ἀπονέκρωσις]
5896απονεμητής[ἀπονεμητής] α-πο-νε-μη-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο που απονέμει κάτι: ~ του βραβείου.|| ~ της δικαιοσύνης.
5897απονέμω[ἀπονέμω] α-πο-νέ-μω ρ. (μτβ.) {απένειμα, απονείμει, απονεμ-ήθηκε (λόγ. απενεμήθη), -ηθεί, -όμενος, -οντας, -ηθείς} (επίσ.) ΣΥΝ. δίνω 1. προσφέρω τιμητική διάκριση, βραβείο, τίτλο: Του απένειμαν μετάλλιο/παράσημο/πλακέτα. Του ~ήθηκε ο βαθμός του στρατηγού εν αποστρατεία. Θα ~ηθούν έπαινοι στους αριστούχους μαθητές. ~όμενα: πτυχία. ~οντας εύσημα στους εθελοντές. 2. αποδίδω κάτι με βάση το δίκαιο: ~ χάρη. ~εται δικαιοσύνη. [< αρχ. ἀπονέμω, γαλλ. attribuer]
5898απονενοημένος, η, ο [ἀπονενοημένος] α-πο-νε-νο-η-μέ-νος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (για πράξη) που γίνεται λόγω απόγνωσης, με αποτέλεσμα να μην υπακούει στη λογική: ~η: κίνηση/προσπάθεια. ● επίρρ.: απονενοημένα ● ΣΥΜΠΛ.: απονενοημένο (διάβημα) (λόγ.): απεγνωσμένη ενέργεια, συνήθ. αυτοκτονία, απόπειρα αυτοκτονίας ή έγκλημα: Οδηγήθηκε/προέβη/προχώρησε στο ~ ~. Πβ. αυτοχειρία. [< γαλλ. démarche désespérée] [< αρχ. ἀπονενοημένος]
5899απόνερα[ἀπόνερα] α-πό-νε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) 1. υγρά απόβλητα: αστικά/βιομηχανικά ~. ~ και λάσπες/όμβρια ύδατα. Λακκούβες με ~. Ανακύκλωση ~ων. Δίκτυα αποχέτευσης ~ων και λυμάτων. Πβ. απόπλυμα. 2. αφρίζοντα νερά που δημιουργεί πλεούμενο, καθώς διασχίζει τη θάλασσα. 3. (μτφ.) δυσάρεστα επακόλουθα: Βούλιαξε στ' ~ του σκανδάλου. Προσπαθούν να μαζέψουν τ' ~ από τον σάλο που προκλήθηκε.
5900απονευρώνω[ἀπονευρώνω] α-πο-νευ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {απονεύρω-σα, απονευρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} 1. ΙΑΤΡ. κάνω απονεύρωση: Δόντι που έχει ~θεί. 2. (μτφ.) μειώνω την ισχύ: Επιχειρούν να ~σουν τις αντιδράσεις της. Συλλογικά όργανα που έχουν ~θεί από κάθε δυνατότητα παρέμβασης. Πνευματικά ~μένοι και αφασικοί. Πβ. αποδυναμώνω, εξασθενίζω. [< μτγν. ἀπονευρῶ, αγγλ. denervate, 1905]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.