Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [6820-6840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5894απονεκρώνω[ἀπονεκρώνω] α-πο-νε-κρώ-νω ρ. (μτβ.) {απονέκρω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος}: (εμφατ.) καθιστώ κάτι εντελώς ανενεργό ή νεκρό: Ασθένεια που ~ει το ανοσοποιητικό σύστημα. Κλιματολογικές αλλαγές που απειλούν να ~σουν το περιβάλλον. Πβ. νεκρώνω.|| (μτφ.) ~θηκε (και αποτελματώθηκε) η οικονομική ζωή του τόπου. Πβ. αφανίζω, καταστρέφω. [< αρχ. ἀπονεκρῶ, γαλλ. nécroser]
5895απονέκρωση[ἀπονέκρωση] α-πο-νέ-κρω-ση ουσ. (θηλ.) (μτφ.-εμφατ.): πλήρης νέκρωση: ιδεολογική/πνευματική/συναισθηματική ~ (πβ. αδρανοποίηση, απονάρκωση). ~ της υπαίθρου (πβ. αφανισμός, ερήμωση). [< μτγν. ἀπονέκρωσις]
5896απονεμητής[ἀπονεμητής] α-πο-νε-μη-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο που απονέμει κάτι: ~ του βραβείου.|| ~ της δικαιοσύνης.
5897απονέμω[ἀπονέμω] α-πο-νέ-μω ρ. (μτβ.) {απένειμα, απονείμει, απονεμ-ήθηκε (λόγ. απενεμήθη), -ηθεί, -όμενος, -οντας, -ηθείς} (επίσ.) ΣΥΝ. δίνω 1. προσφέρω τιμητική διάκριση, βραβείο, τίτλο: Του απένειμαν μετάλλιο/παράσημο/πλακέτα. Του ~ήθηκε ο βαθμός του στρατηγού εν αποστρατεία. Θα ~ηθούν έπαινοι στους αριστούχους μαθητές. ~όμενα: πτυχία. ~οντας εύσημα στους εθελοντές. 2. αποδίδω κάτι με βάση το δίκαιο: ~ χάρη. ~εται δικαιοσύνη. [< αρχ. ἀπονέμω, γαλλ. attribuer]
5898απονενοημένος, η, ο [ἀπονενοημένος] α-πο-νε-νο-η-μέ-νος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (για πράξη) που γίνεται λόγω απόγνωσης, με αποτέλεσμα να μην υπακούει στη λογική: ~η: κίνηση/προσπάθεια. ● επίρρ.: απονενοημένα ● ΣΥΜΠΛ.: απονενοημένο (διάβημα) (λόγ.): απεγνωσμένη ενέργεια, συνήθ. αυτοκτονία, απόπειρα αυτοκτονίας ή έγκλημα: Οδηγήθηκε/προέβη/προχώρησε στο ~ ~. Πβ. αυτοχειρία. [< γαλλ. démarche désespérée] [< αρχ. ἀπονενοημένος]
5899απόνερα[ἀπόνερα] α-πό-νε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) 1. υγρά απόβλητα: αστικά/βιομηχανικά ~. ~ και λάσπες/όμβρια ύδατα. Λακκούβες με ~. Ανακύκλωση ~ων. Δίκτυα αποχέτευσης ~ων και λυμάτων. Πβ. απόπλυμα. 2. αφρίζοντα νερά που δημιουργεί πλεούμενο, καθώς διασχίζει τη θάλασσα. 3. (μτφ.) δυσάρεστα επακόλουθα: Βούλιαξε στ' ~ του σκανδάλου. Προσπαθούν να μαζέψουν τ' ~ από τον σάλο που προκλήθηκε.
5900απονευρώνω[ἀπονευρώνω] α-πο-νευ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {απονεύρω-σα, απονευρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} 1. ΙΑΤΡ. κάνω απονεύρωση: Δόντι που έχει ~θεί. 2. (μτφ.) μειώνω την ισχύ: Επιχειρούν να ~σουν τις αντιδράσεις της. Συλλογικά όργανα που έχουν ~θεί από κάθε δυνατότητα παρέμβασης. Πνευματικά ~μένοι και αφασικοί. Πβ. αποδυναμώνω, εξασθενίζω. [< μτγν. ἀπονευρῶ, αγγλ. denervate, 1905]
5901απονεύρωση[ἀπονεύρωση] α-πο-νεύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αφαίρεση του οδοντικού πολφού σε περιπτώσεις έντονου και επίμονου πόνου: ~ με τοπική αναισθησία. ~ώσεις και εξαγωγές/σφραγίσματα. 2. (μτφ.) αποδυνάμωση, εξασθένηση: ιδεολογική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~. Αδράνεια/απονέκρωση και ~. 3. ΑΝΑΤ. ινώδης μεμβράνη που περιβάλλει μυς ή συνδετικούς ιστούς: παλαμιαία/πελματιαία ~. Πβ. περιτονία. [< μτγν. ἀπονεύρωσις 'αποκοπή νεύρων' 1,2: αγγλ. denervation 3: γαλλ. aponévrose, αγγλ. aponeurosis]
5902απονευρωσίτιδα[ἀπονευρωσίτιδα] α-πο-νευ-ρω-σί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή απονεύρωσης: νεκρωτική/πελματιαία ~. [< αγγλ. aponeurositis]
5903απονήρευτος, η, ο [ἀπονήρευτος] α-πο-νή-ρευ-τος επίθ.: που δεν τον έχουν πονηρέψει: ~ο: παιδί. Αγνός/άκακος/αφελής και ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: μυαλό. Όνειρα γλυκά και ~α! Πβ. αγαθός, άδολος, αθώος. ΑΝΤ. πονηρεμένος ● επίρρ.: απονήρευτα [< μεσν. απονήρευτος]
5904απονήωση[ἀπονήωση] α-πο-νή-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΑΕΡΟΝ. απογείωση αεροσκάφους ή ελικοπτέρου συνήθ. από αεροπλανοφόρο. ΑΝΤ. προσνήωση
5905απονιά[ἀπονιά] α-πο-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): έλλειψη συμπόνιας. Πβ. αναλγησία, ασπλαχνία. [< μεσν. απονιά]
5906απονιτροποίηση[ἀπονιτροποίηση] α-πο-νι-τρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & απονίτρωση: ΧΗΜ. χημική διεργασία που συνίσταται στην αποδέσμευση μέρους του αζώτου που βρίσκεται στο έδαφος ή το νερό υπό τη μορφή νιτρικών ιόντων και στην επιστροφή του στην ατμόσφαιρα χάρη στη δράση αναερόβιων μικροοργανισμών: βακτηριακή/βιολογική ~. [< γαλλ. dénitrification, 1922]
5907απονομή[ἀπονομή] α-πο-νο-μή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. προσφορά τιμητικής διάκρισης, βραβείου, τίτλου και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη τελετή: ετήσια/καθιερωμένη ~. ~ αριστείου/διπλώματος/(χρυσού) δίσκου/κυπέλλου/μεταλλίου/Νόμπελ/πιστοποιητικού/υποτροφίας (πβ. χορήγηση). ~ επαίνων στους αριστεύσαντες μαθητές. Ο πρύτανης έκανε την ~ των πτυχίων. (Ανέβηκε) στο βάθρο των ~ών.|| Η μέρα της ~ής. 2. ΝΟΜ. απόδοση με βάση το δίκαιο: ~ χάρης/χάριτος. Οι συγγενείς του θύματος απαιτούν την ~ δικαιοσύνης. [< μτγν. ἀπονομή, γαλλ. distribution]
58737απονομιμοποίηση[ἀπονομιμοποίηση] α-πο-νο-μι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): άρση του νόμιμου ή νομιμοφανούς χαρακτήρα ενός θεσμού, μιας διαδικασίας. [< αγγλ. delegitimation, delegitimisation, delegitimization, γαλλ. délégitimation]
5908απονομιμοποιώ[ἀπονομιμοποιῶ] α-πο-νο-μι-μο-ποι-ώ ρ. (αμτβ.): αίρω τη νομιμότητα θεσμού η διαδικασίας: Η μνημονιακή πολιτική ~ήθηκε. Η υποκίνηση μίσους ~είται. [< αγγλ. delegitimize, 1968, delegitimate, 1972, γαλλ. délégitimer, περ. 1980]
5909άπονος, η, ο [ἄπονος] ά-πο-νος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συμπόνιας: Αναίσθητος/απάνθρωπος και ~.|| (μτφ.) ~η: μοίρα/ξενιτιά. ~α: λόγια. Πβ. άκαρδος, ανάλγητος, άσπλαγχνος. ΑΝΤ. πονετικός ● επίρρ.: άπονα [< αρχ. ἄπονος ‘απαλλαγμένος από κόπο’, μτγν. ~]
5910άποντος, η, ο [ἄποντος] ά-πο-ντος επίθ. (αθλητική αργκό): που δεν σημείωσε κανέναν πόντο κατά τη διάρκεια ενός αγώνα μπάσκετ: Η ομάδα έμεινε ~η για ... λεπτά.
5911αποξαρχής[ἀποξαρχῆς] α-πο-ξαρ-χής επίρρ. (λαϊκό): εξαρχής. [< συμφυρμός των λέξεων απαρχής και εξαρχής]
5912αποξείδωση[ἀποξείδωση] α-πο-ξεί-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. καθαρισμός μεταλλικού αντικειμένου από οξείδια: Απολίπανση-~ επιφανειών. Παχύρρευστη πάστα ~ης και συγκόλλησης εξαρτημάτων χαλκού. [< γαλλ. désoxydation, αγγλ. deoxidation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.