| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5901 | απονεύρωση | [ἀπονεύρωση] α-πο-νεύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αφαίρεση του οδοντικού πολφού σε περιπτώσεις έντονου και επίμονου πόνου: ~ με τοπική αναισθησία. ~ώσεις και εξαγωγές/σφραγίσματα. 2. (μτφ.) αποδυνάμωση, εξασθένηση: ιδεολογική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~. Αδράνεια/απονέκρωση και ~. 3. ΑΝΑΤ. ινώδης μεμβράνη που περιβάλλει μυς ή συνδετικούς ιστούς: παλαμιαία/πελματιαία ~. Πβ. περιτονία. [< μτγν. ἀπονεύρωσις 'αποκοπή νεύρων' 1,2: αγγλ. denervation 3: γαλλ. aponévrose, αγγλ. aponeurosis] | |
| 5902 | απονευρωσίτιδα | [ἀπονευρωσίτιδα] α-πο-νευ-ρω-σί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή απονεύρωσης: νεκρωτική/πελματιαία ~. [< αγγλ. aponeurositis] | |
| 5903 | απονήρευτος | , η, ο [ἀπονήρευτος] α-πο-νή-ρευ-τος επίθ.: που δεν τον έχουν πονηρέψει: ~ο: παιδί. Αγνός/άκακος/αφελής και ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: μυαλό. Όνειρα γλυκά και ~α! Πβ. αγαθός, άδολος, αθώος. ΑΝΤ. πονηρεμένος ● επίρρ.: απονήρευτα [< μεσν. απονήρευτος] | |
| 5904 | απονήωση | [ἀπονήωση] α-πο-νή-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΑΕΡΟΝ. απογείωση αεροσκάφους ή ελικοπτέρου συνήθ. από αεροπλανοφόρο. ΑΝΤ. προσνήωση | |
| 5905 | απονιά | [ἀπονιά] α-πο-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): έλλειψη συμπόνιας. Πβ. αναλγησία, ασπλαχνία. [< μεσν. απονιά] | |
| 5906 | απονιτροποίηση | [ἀπονιτροποίηση] α-πο-νι-τρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & απονίτρωση: ΧΗΜ. χημική διεργασία που συνίσταται στην αποδέσμευση μέρους του αζώτου που βρίσκεται στο έδαφος ή το νερό υπό τη μορφή νιτρικών ιόντων και στην επιστροφή του στην ατμόσφαιρα χάρη στη δράση αναερόβιων μικροοργανισμών: βακτηριακή/βιολογική ~. [< γαλλ. dénitrification, 1922] | |
| 5907 | απονομή | [ἀπονομή] α-πο-νο-μή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. προσφορά τιμητικής διάκρισης, βραβείου, τίτλου και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη τελετή: ετήσια/καθιερωμένη ~. ~ αριστείου/διπλώματος/(χρυσού) δίσκου/κυπέλλου/μεταλλίου/Νόμπελ/πιστοποιητικού/υποτροφίας (πβ. χορήγηση). ~ επαίνων στους αριστεύσαντες μαθητές. Ο πρύτανης έκανε την ~ των πτυχίων. (Ανέβηκε) στο βάθρο των ~ών.|| Η μέρα της ~ής. 2. ΝΟΜ. απόδοση με βάση το δίκαιο: ~ χάρης/χάριτος. Οι συγγενείς του θύματος απαιτούν την ~ δικαιοσύνης. [< μτγν. ἀπονομή, γαλλ. distribution] | |
| 58737 | απονομιμοποίηση | [ἀπονομιμοποίηση] α-πο-νο-μι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): άρση του νόμιμου ή νομιμοφανούς χαρακτήρα ενός θεσμού, μιας διαδικασίας. [< αγγλ. delegitimation, delegitimisation, delegitimization, γαλλ. délégitimation] | |
| 5908 | απονομιμοποιώ | [ἀπονομιμοποιῶ] α-πο-νο-μι-μο-ποι-ώ ρ. (αμτβ.): αίρω τη νομιμότητα θεσμού η διαδικασίας: Η μνημονιακή πολιτική ~ήθηκε. Η υποκίνηση μίσους ~είται. [< αγγλ. delegitimize, 1968, delegitimate, 1972, γαλλ. délégitimer, περ. 1980] | |
| 5909 | άπονος | , η, ο [ἄπονος] ά-πο-νος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συμπόνιας: Αναίσθητος/απάνθρωπος και ~.|| (μτφ.) ~η: μοίρα/ξενιτιά. ~α: λόγια. Πβ. άκαρδος, ανάλγητος, άσπλαγχνος. ΑΝΤ. πονετικός ● επίρρ.: άπονα [< αρχ. ἄπονος ‘απαλλαγμένος από κόπο’, μτγν. ~] | |
| 5910 | άποντος | , η, ο [ἄποντος] ά-πο-ντος επίθ. (αθλητική αργκό): που δεν σημείωσε κανέναν πόντο κατά τη διάρκεια ενός αγώνα μπάσκετ: Η ομάδα έμεινε ~η για ... λεπτά. | |
| 5911 | αποξαρχής | [ἀποξαρχῆς] α-πο-ξαρ-χής επίρρ. (λαϊκό): εξαρχής. [< συμφυρμός των λέξεων απαρχής και εξαρχής] | |
| 5912 | αποξείδωση | [ἀποξείδωση] α-πο-ξεί-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. καθαρισμός μεταλλικού αντικειμένου από οξείδια: Απολίπανση-~ επιφανειών. Παχύρρευστη πάστα ~ης και συγκόλλησης εξαρτημάτων χαλκού. [< γαλλ. désoxydation, αγγλ. deoxidation] | |
| 5913 | αποξενώνω | [ἀποξενώνω] α-πο-ξε-νώ-νω ρ. (μτβ.) {αποξένω-σα, αποξενώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, αποξενών-οντας}: απομακρύνω κάποιον από οικείο περιβάλλον, με αποτέλεσμα να αισθάνεται ξένος προς αυτό: Προσπάθησαν να τον ~σουν από την οικογένειά του. ~θηκαν από τις παραδόσεις/το παρελθόν τους (πβ. αποτραβιέμαι, ξεκόβω). ~μένος από τους συνανθρώπους του/τη φύση. Πβ. αλλοτριώνω, αποκόβω, απομονώνω. [< μτγν. ἀποξενῶ ‘εξορίζω’, γαλλ. aliéner] | |
| 5915 | απόξεση | [ἀπόξεση] α-πό-ξε-ση ουσ. (θηλ.) & απόξυση 1. ΙΑΤΡ. καθαρισμός πάσχοντος οργάνου ή κοιλότητας με ξέστρο: διαγνωστική/θεραπευτική ~. ~ ενδομητρίου (: λόγω παλίνδρομης κύησης ή ως έκτρωση). Βλ. δερματο~.|| Ριζική ~ (: για τη θεραπεία της περιοδοντίτιδας). ~ φατνίου. 2. ΤΕΧΝΟΛ. καθάρισμα ή λείανση επιφάνειας με ξύσιμο: ~ προεξοχών. Πβ. εκτριβή. [< 1: γαλλ. curetage 2: γαλλ. grattage] | |
| 5916 | αποξεστήρας | [ἀποξεστήρας] α-πο-ξε-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα ή όργανο απόξεσης: ηλεκτρικός ~. Αυτοκινούμενοι/περιστροφικοί ~ες. ~ες δαπέδων. Πβ. ξέστρο. Βλ. -τήρας. [< αγγλ. scraper] | |
| 5917 | αποξεστικός | , ή, ό [ἀποξεστικός] α-πο-ξε-στι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την απόξεση: ~ή: πάστα. ~ό: σφουγγάρι. ~ά: εργαλεία/προϊόντα. Πβ. λειαντικός.|| (ως ουσ.) ~ά χρωμάτων. [< αγγλ. abrasive] | |
| 5918 | αποξεχνώ | [ἀποξεχνῶ] α-πο-ξε-χνώ ρ. (αμτβ.) {αποξεχά-στηκα, -στεί, -σμένος} (προφ.): ξεχνώ τελείως. ● Παθ.: αποξεχνιέμαι: αφαιρούμαι: ~στηκε διαβάζοντας. Είχε ~στεί (= βυθιστεί) στις σκέψεις του. [< μεσν. αποξεχνώ] | |
| 5919 | αποξέω | [ἀποξέω] α-πο-ξέ-ω ρ. (μτβ.) {αποξε-σθεί} (επίσ.): απομακρύνω κάτι από επιφάνεια ή κοιλότητα με τη χρήση ξέστρου: Επιγραφή/χειρόγραφο που έχει ~σθεί (βλ. παλίμψηστο). [< αρχ. ἀποξέω, γαλλ. gratter] | |
| 5920 | αποξηλώνω | [ἀποξηλώνω] α-πο-ξη-λώ-νω ρ. {αποξήλω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος}: αφαιρώ και απομακρύνω τοποθετημένη κατασκευή ή εγκατεστημένο εξοπλισμό: ~θηκαν κεραίες κινητής τηλεφωνίας. ~εται το υφιστάμενο εξωτερικό επίχρισμα του κτιρίου. ~μένοι: σοβάδες. Βλ. αποσυναρμολογώ. [< γαλλ. démanteler] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ