| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 5894 | απονεκρώνω | [ἀπονεκρώνω] α-πο-νε-κρώ-νω ρ. (μτβ.) {απονέκρω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος}: (εμφατ.) καθιστώ κάτι εντελώς ανενεργό ή νεκρό: Ασθένεια που ~ει το ανοσοποιητικό σύστημα. Κλιματολογικές αλλαγές που απειλούν να ~σουν το περιβάλλον. Πβ. νεκρώνω.|| (μτφ.) ~θηκε (και αποτελματώθηκε) η οικονομική ζωή του τόπου. Πβ. αφανίζω, καταστρέφω. [< αρχ. ἀπονεκρῶ, γαλλ. nécroser] | |
| 5895 | απονέκρωση | [ἀπονέκρωση] α-πο-νέ-κρω-ση ουσ. (θηλ.) (μτφ.-εμφατ.): πλήρης νέκρωση: ιδεολογική/πνευματική/συναισθηματική ~ (πβ. αδρανοποίηση, απονάρκωση). ~ της υπαίθρου (πβ. αφανισμός, ερήμωση). [< μτγν. ἀπονέκρωσις] | |
| 5896 | απονεμητής | [ἀπονεμητής] α-πο-νε-μη-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο που απονέμει κάτι: ~ του βραβείου.|| ~ της δικαιοσύνης. | |
| 5897 | απονέμω | [ἀπονέμω] α-πο-νέ-μω ρ. (μτβ.) {απένειμα, απονείμει, απονεμ-ήθηκε (λόγ. απενεμήθη), -ηθεί, -όμενος, -οντας, -ηθείς} (επίσ.) ΣΥΝ. δίνω 1. προσφέρω τιμητική διάκριση, βραβείο, τίτλο: Του απένειμαν μετάλλιο/παράσημο/πλακέτα. Του ~ήθηκε ο βαθμός του στρατηγού εν αποστρατεία. Θα ~ηθούν έπαινοι στους αριστούχους μαθητές. ~όμενα: πτυχία. ~οντας εύσημα στους εθελοντές. 2. αποδίδω κάτι με βάση το δίκαιο: ~ χάρη. ~εται δικαιοσύνη. [< αρχ. ἀπονέμω, γαλλ. attribuer] | |
| 5898 | απονενοημένος | , η, ο [ἀπονενοημένος] α-πο-νε-νο-η-μέ-νος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (για πράξη) που γίνεται λόγω απόγνωσης, με αποτέλεσμα να μην υπακούει στη λογική: ~η: κίνηση/προσπάθεια. ● επίρρ.: απονενοημένα ● ΣΥΜΠΛ.: απονενοημένο (διάβημα) (λόγ.): απεγνωσμένη ενέργεια, συνήθ. αυτοκτονία, απόπειρα αυτοκτονίας ή έγκλημα: Οδηγήθηκε/προέβη/προχώρησε στο ~ ~. Πβ. αυτοχειρία. [< γαλλ. démarche désespérée] [< αρχ. ἀπονενοημένος] | |
| 5899 | απόνερα | [ἀπόνερα] α-πό-νε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) 1. υγρά απόβλητα: αστικά/βιομηχανικά ~. ~ και λάσπες/όμβρια ύδατα. Λακκούβες με ~. Ανακύκλωση ~ων. Δίκτυα αποχέτευσης ~ων και λυμάτων. Πβ. απόπλυμα. 2. αφρίζοντα νερά που δημιουργεί πλεούμενο, καθώς διασχίζει τη θάλασσα. 3. (μτφ.) δυσάρεστα επακόλουθα: Βούλιαξε στ' ~ του σκανδάλου. Προσπαθούν να μαζέψουν τ' ~ από τον σάλο που προκλήθηκε. | |
| 5900 | απονευρώνω | [ἀπονευρώνω] α-πο-νευ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {απονεύρω-σα, απονευρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} 1. ΙΑΤΡ. κάνω απονεύρωση: Δόντι που έχει ~θεί. 2. (μτφ.) μειώνω την ισχύ: Επιχειρούν να ~σουν τις αντιδράσεις της. Συλλογικά όργανα που έχουν ~θεί από κάθε δυνατότητα παρέμβασης. Πνευματικά ~μένοι και αφασικοί. Πβ. αποδυναμώνω, εξασθενίζω. [< μτγν. ἀπονευρῶ, αγγλ. denervate, 1905] | |
| 5901 | απονεύρωση | [ἀπονεύρωση] α-πο-νεύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αφαίρεση του οδοντικού πολφού σε περιπτώσεις έντονου και επίμονου πόνου: ~ με τοπική αναισθησία. ~ώσεις και εξαγωγές/σφραγίσματα. 2. (μτφ.) αποδυνάμωση, εξασθένηση: ιδεολογική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~. Αδράνεια/απονέκρωση και ~. 3. ΑΝΑΤ. ινώδης μεμβράνη που περιβάλλει μυς ή συνδετικούς ιστούς: παλαμιαία/πελματιαία ~. Πβ. περιτονία. [< μτγν. ἀπονεύρωσις 'αποκοπή νεύρων' 1,2: αγγλ. denervation 3: γαλλ. aponévrose, αγγλ. aponeurosis] | |
| 5902 | απονευρωσίτιδα | [ἀπονευρωσίτιδα] α-πο-νευ-ρω-σί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή απονεύρωσης: νεκρωτική/πελματιαία ~. [< αγγλ. aponeurositis] | |
| 5903 | απονήρευτος | , η, ο [ἀπονήρευτος] α-πο-νή-ρευ-τος επίθ.: που δεν τον έχουν πονηρέψει: ~ο: παιδί. Αγνός/άκακος/αφελής και ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: μυαλό. Όνειρα γλυκά και ~α! Πβ. αγαθός, άδολος, αθώος. ΑΝΤ. πονηρεμένος ● επίρρ.: απονήρευτα [< μεσν. απονήρευτος] | |
| 5904 | απονήωση | [ἀπονήωση] α-πο-νή-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΑΕΡΟΝ. απογείωση αεροσκάφους ή ελικοπτέρου συνήθ. από αεροπλανοφόρο. ΑΝΤ. προσνήωση | |
| 5905 | απονιά | [ἀπονιά] α-πο-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): έλλειψη συμπόνιας. Πβ. αναλγησία, ασπλαχνία. [< μεσν. απονιά] | |
| 5906 | απονιτροποίηση | [ἀπονιτροποίηση] α-πο-νι-τρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & απονίτρωση: ΧΗΜ. χημική διεργασία που συνίσταται στην αποδέσμευση μέρους του αζώτου που βρίσκεται στο έδαφος ή το νερό υπό τη μορφή νιτρικών ιόντων και στην επιστροφή του στην ατμόσφαιρα χάρη στη δράση αναερόβιων μικροοργανισμών: βακτηριακή/βιολογική ~. [< γαλλ. dénitrification, 1922] | |
| 5907 | απονομή | [ἀπονομή] α-πο-νο-μή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. προσφορά τιμητικής διάκρισης, βραβείου, τίτλου και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη τελετή: ετήσια/καθιερωμένη ~. ~ αριστείου/διπλώματος/(χρυσού) δίσκου/κυπέλλου/μεταλλίου/Νόμπελ/πιστοποιητικού/υποτροφίας (πβ. χορήγηση). ~ επαίνων στους αριστεύσαντες μαθητές. Ο πρύτανης έκανε την ~ των πτυχίων. (Ανέβηκε) στο βάθρο των ~ών.|| Η μέρα της ~ής. 2. ΝΟΜ. απόδοση με βάση το δίκαιο: ~ χάρης/χάριτος. Οι συγγενείς του θύματος απαιτούν την ~ δικαιοσύνης. [< μτγν. ἀπονομή, γαλλ. distribution] | |
| 58737 | απονομιμοποίηση | [ἀπονομιμοποίηση] α-πο-νο-μι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): άρση του νόμιμου ή νομιμοφανούς χαρακτήρα ενός θεσμού, μιας διαδικασίας. [< αγγλ. delegitimation, delegitimisation, delegitimization, γαλλ. délégitimation] | |
| 5908 | απονομιμοποιώ | [ἀπονομιμοποιῶ] α-πο-νο-μι-μο-ποι-ώ ρ. (αμτβ.): αίρω τη νομιμότητα θεσμού η διαδικασίας: Η μνημονιακή πολιτική ~ήθηκε. Η υποκίνηση μίσους ~είται. [< αγγλ. delegitimize, 1968, delegitimate, 1972, γαλλ. délégitimer, περ. 1980] | |
| 5909 | άπονος | , η, ο [ἄπονος] ά-πο-νος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συμπόνιας: Αναίσθητος/απάνθρωπος και ~.|| (μτφ.) ~η: μοίρα/ξενιτιά. ~α: λόγια. Πβ. άκαρδος, ανάλγητος, άσπλαγχνος. ΑΝΤ. πονετικός ● επίρρ.: άπονα [< αρχ. ἄπονος ‘απαλλαγμένος από κόπο’, μτγν. ~] | |
| 5910 | άποντος | , η, ο [ἄποντος] ά-πο-ντος επίθ. (αθλητική αργκό): που δεν σημείωσε κανέναν πόντο κατά τη διάρκεια ενός αγώνα μπάσκετ: Η ομάδα έμεινε ~η για ... λεπτά. | |
| 5911 | αποξαρχής | [ἀποξαρχῆς] α-πο-ξαρ-χής επίρρ. (λαϊκό): εξαρχής. [< συμφυρμός των λέξεων απαρχής και εξαρχής] | |
| 5912 | αποξείδωση | [ἀποξείδωση] α-πο-ξεί-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. καθαρισμός μεταλλικού αντικειμένου από οξείδια: Απολίπανση-~ επιφανειών. Παχύρρευστη πάστα ~ης και συγκόλλησης εξαρτημάτων χαλκού. [< γαλλ. désoxydation, αγγλ. deoxidation] | |