Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [6840-6860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5913αποξενώνω[ἀποξενώνω] α-πο-ξε-νώ-νω ρ. (μτβ.) {αποξένω-σα, αποξενώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, αποξενών-οντας}: απομακρύνω κάποιον από οικείο περιβάλλον, με αποτέλεσμα να αισθάνεται ξένος προς αυτό: Προσπάθησαν να τον ~σουν από την οικογένειά του. ~θηκαν από τις παραδόσεις/το παρελθόν τους (πβ. αποτραβιέμαι, ξεκόβω). ~μένος από τους συνανθρώπους του/τη φύση. Πβ. αλλοτριώνω, αποκόβω, απομονώνω. [< μτγν. ἀποξενῶ ‘εξορίζω’, γαλλ. aliéner]
5915απόξεση[ἀπόξεση] α-πό-ξε-ση ουσ. (θηλ.) & απόξυση 1. ΙΑΤΡ. καθαρισμός πάσχοντος οργάνου ή κοιλότητας με ξέστρο: διαγνωστική/θεραπευτική ~. ~ ενδομητρίου (: λόγω παλίνδρομης κύησης ή ως έκτρωση). Βλ. δερματο~.|| Ριζική ~ (: για τη θεραπεία της περιοδοντίτιδας). ~ φατνίου. 2. ΤΕΧΝΟΛ. καθάρισμα ή λείανση επιφάνειας με ξύσιμο: ~ προεξοχών. Πβ. εκτριβή. [< 1: γαλλ. curetage 2: γαλλ. grattage]
5916αποξεστήρας[ἀποξεστήρας] α-πο-ξε-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα ή όργανο απόξεσης: ηλεκτρικός ~. Αυτοκινούμενοι/περιστροφικοί ~ες. ~ες δαπέδων. Πβ. ξέστρο. Βλ. -τήρας. [< αγγλ. scraper]
5917αποξεστικός, ή, ό [ἀποξεστικός] α-πο-ξε-στι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την απόξεση: ~ή: πάστα. ~ό: σφουγγάρι. ~ά: εργαλεία/προϊόντα. Πβ. λειαντικός.|| (ως ουσ.) ~ά χρωμάτων. [< αγγλ. abrasive]
5918αποξεχνώ[ἀποξεχνῶ] α-πο-ξε-χνώ ρ. (αμτβ.) {αποξεχά-στηκα, -στεί, -σμένος} (προφ.): ξεχνώ τελείως. ● Παθ.: αποξεχνιέμαι: αφαιρούμαι: ~στηκε διαβάζοντας. Είχε ~στεί (= βυθιστεί) στις σκέψεις του. [< μεσν. αποξεχνώ]
5919αποξέω[ἀποξέω] α-πο-ξέ-ω ρ. (μτβ.) {αποξε-σθεί} (επίσ.): απομακρύνω κάτι από επιφάνεια ή κοιλότητα με τη χρήση ξέστρου: Επιγραφή/χειρόγραφο που έχει ~σθεί (βλ. παλίμψηστο). [< αρχ. ἀποξέω, γαλλ. gratter]
5920αποξηλώνω[ἀποξηλώνω] α-πο-ξη-λώ-νω ρ. {αποξήλω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος}: αφαιρώ και απομακρύνω τοποθετημένη κατασκευή ή εγκατεστημένο εξοπλισμό: ~θηκαν κεραίες κινητής τηλεφωνίας. ~εται το υφιστάμενο εξωτερικό επίχρισμα του κτιρίου. ~μένοι: σοβάδες. Βλ. αποσυναρμολογώ. [< γαλλ. démanteler]
5921αποξήλωση[ἀποξήλωση] α-πο-ξή-λω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποξηλώνω: ~ εγκαταστάσεων/οδοστρώματος/(διαφημιστικών) πινακίδων. Εργασίες κατεδάφισης και ~ης κτιρίων. ~ώσεις δαπέδων. [< γαλλ. démantèlement]
5922αποξηραίνω[ἀποξηραίνω] α-πο-ξη-ραί-νω ρ. (μτβ.) {αποξήρα-να, (να/θα) αποξηρά-νω, -νθηκε, -νθεί, -μένος, αποξηραίν-οντας} 1. συντηρώ τρόφιμα ή διατηρώ φυτά μέσω της φυσικής ή τεχνητής αφυδάτωσής τους: Καρποί που έχουν ~νθεί στον ήλιο/σε κλίβανο. Οι μαθητές ~ναν λουλούδια και έφτιαξαν φυτολόγιο. Δάση που αποψιλώθηκαν και ~νθηκαν (= ξεράθηκαν ολοκληρωτικά). Πβ. αφυδατώνω. 2. αποστραγγίζω: ~ναν τη λίμνη. ~νθηκαν έλη/ποτάμια. Πβ. εκχερσώνω. 3. (μτφ.) κάνω κάποιον να χάσει εντελώς τα ζωτικά του στοιχεία: πνευματικά/συναισθηματικά/ψυχικά ~μένος. [< αρχ. ἀποξηραίνω ‘στεγνώνω’, γαλλ. assécher , dessécher]
5923αποξηραμένος, η, ο [ἀποξηραμένος] α-πο-ξη-ρα-μέ-νος & αποξηραμμένος 1. που έχει αποξηρανθεί: ~η: ρίγανη/σταφίδα. ~ο: (βόειο) κρέας (βλ. παστουρμάς). ~ες: ζωοτροφές/χορτονομές. ~α: άνθη/βότανα/μανιτάρια/σύκα/φρούτα/φύλλα. Νωποί και ~οι καρποί. Ντομάτες ~ες στον ήλιο (= λιαστές). 2. που έχει αποστραγγιστεί: ~ες: λίμνες.
5924αποξήρανση[ἀποξήρανση] α-πο-ξή-ραν-ση ουσ. (θηλ.) 1. μέθοδος συντήρησης τροφίμων ή διατήρησης φυτών μέσω φυσικής ή τεχνητής αφυδάτωσής τους: ~ καπνού/λουλουδιών/φρούτων. ~ με θερμότητα/συντηρητικά.|| ~ δέντρων (= ολοκληρωτική ξήρανση). Βλ. λυοφιλοποίηση. 2. αποστράγγιση: ~ λίμνης. Λειψυδρία και ~ του εδάφους. Εκχερσώσεις και ~άνσεις ελών. Μείωση των υγρότοπων εξαιτίας των ~άνσεων.|| Δεξαμενή/μονάδα ~ης (υγρών) αποβλήτων. [< 1: γαλλ. séchage, dessiccation, dessèchement 2: γαλλ. assèchement]
5925αποξηραντής[ἀποξηραντής] α-πο-ξη-ρα-ντής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή αποξήρανσης. Πβ. ξηραντήρας.|| ~ αέρα (: που αφαιρεί την υγρασία από τον ατμοσφαιρικό αέρα). Πβ. αφυγραντήρας. [< γαλλ. dessiccateur]
5926αποξηραντικός, ή, ό [ἀποξηραντικός] α-πο-ξη-ρα-ντι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποξήρανση: ~ά: έργα. ΣΥΝ. αποστραγγιστικός
5927απόξυσηβλ. απόξεση
5928απόξωβλ. απέξω
5929αποπάγοποίηση[ἀποπαγοποίηση] α-πο-πά-γο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & αποπάγωση: απομάκρυνση, αφαίρεση πάγου από επιφάνεια: ~ (των) αεροσκαφών/δρόμων (βλ. αποχιονισμός)/πτερύγων. Αλάτι ~ης. Σύστημα ~ης παρμπρίζ (πβ. ξεπάγωμα). [< αγγλ. de-icing, 1930]
5930αποπαίδι[ἀποπαίδι] α-πο-παί-δι ουσ. (ουδ.) & απόπαιδο (λαϊκό): για κάποιον ή κάτι παραμελημένο: (μτφ.) Η δημόσια εκπαίδευση δεν πρέπει να αποτελεί ~ του κρατικού προϋπολογισμού. ΣΥΝ. παραπαίδι (1)
5931αποπαίρνω[ἀποπαίρνω] α-πο-παίρ-νω ρ. (μτβ.) {αποπήρα, αποπάρει} (προφ.): μαλώνω, επιπλήττω κάποιον: Τον ~ει με το παραμικρό. Τους αποπήρε με βαριές κουβέντες, επειδή άργησαν. Πβ. κατσαδιάζω, προγκάω. ΑΝΤ. καλοπιάνω [< μεσν. αποπαίρνω]
5932αποπάνω[ἀποπάνω] α-πο-πά-νω επίρρ. & από πάνω 1. πάνω από: Διάβασε την ~ γραμμή! Μένει στον ~ δρόμο (: στον πρώτο παράλληλο δρόμο προς τα πάνω). ΑΝΤ. αποκάτω 2. για δήλωση επιπρόσθετης δυσάρεστης κατάστασης, επιπλέον: Δεν φτάνει που άργησαν, ζητούν και τα ρέστα ~! ● Ουσ.: αποπάνω (ο/η) {άκλ.} (προφ.) 1. ο ένοικος του διαμερίσματος του αμέσως επόμενου προς τα πάνω ορόφου: Μας ενοχλούν οι ~ μας. 2. ιεραρχικά ανώτερος: Υπακούει στους ~ του. Πβ. αφεντικό, προϊστάμενος. ● ΦΡ.: είμαι/βρίσκομαι αποπάνω/από πάνω βλ. πάνω & επάνω [< μεσν. αποπάνω]
5933αποπαρασίτωση[ἀποπαρασίτωση] α-πο-πα-ρα-σί-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΚΤΗΝ. αγωγή, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, σε κατοικίδια ζώα, για την καταπολέμηση των ενδοπαρασίτων: προληπτική ~. ~ για ψύλλους και τσιμπούρια. ~ και εμβολιασμός/στείρωση των αδέσποτων. [< γαλλ. déparasitation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.