Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6840-6860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5921αποξήλωση[ἀποξήλωση] α-πο-ξή-λω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποξηλώνω: ~ εγκαταστάσεων/οδοστρώματος/(διαφημιστικών) πινακίδων. Εργασίες κατεδάφισης και ~ης κτιρίων. ~ώσεις δαπέδων. [< γαλλ. démantèlement]
5922αποξηραίνω[ἀποξηραίνω] α-πο-ξη-ραί-νω ρ. (μτβ.) {αποξήρα-να, (να/θα) αποξηρά-νω, -νθηκε, -νθεί, -μένος, αποξηραίν-οντας} 1. συντηρώ τρόφιμα ή διατηρώ φυτά μέσω της φυσικής ή τεχνητής αφυδάτωσής τους: Καρποί που έχουν ~νθεί στον ήλιο/σε κλίβανο. Οι μαθητές ~ναν λουλούδια και έφτιαξαν φυτολόγιο. Δάση που αποψιλώθηκαν και ~νθηκαν (= ξεράθηκαν ολοκληρωτικά). Πβ. αφυδατώνω. 2. αποστραγγίζω: ~ναν τη λίμνη. ~νθηκαν έλη/ποτάμια. Πβ. εκχερσώνω. 3. (μτφ.) κάνω κάποιον να χάσει εντελώς τα ζωτικά του στοιχεία: πνευματικά/συναισθηματικά/ψυχικά ~μένος. [< αρχ. ἀποξηραίνω ‘στεγνώνω’, γαλλ. assécher , dessécher]
5923αποξηραμένος, η, ο [ἀποξηραμένος] α-πο-ξη-ρα-μέ-νος & αποξηραμμένος 1. που έχει αποξηρανθεί: ~η: ρίγανη/σταφίδα. ~ο: (βόειο) κρέας (βλ. παστουρμάς). ~ες: ζωοτροφές/χορτονομές. ~α: άνθη/βότανα/μανιτάρια/σύκα/φρούτα/φύλλα. Νωποί και ~οι καρποί. Ντομάτες ~ες στον ήλιο (= λιαστές). 2. που έχει αποστραγγιστεί: ~ες: λίμνες.
5924αποξήρανση[ἀποξήρανση] α-πο-ξή-ραν-ση ουσ. (θηλ.) 1. μέθοδος συντήρησης τροφίμων ή διατήρησης φυτών μέσω φυσικής ή τεχνητής αφυδάτωσής τους: ~ καπνού/λουλουδιών/φρούτων. ~ με θερμότητα/συντηρητικά.|| ~ δέντρων (= ολοκληρωτική ξήρανση). Βλ. λυοφιλοποίηση. 2. αποστράγγιση: ~ λίμνης. Λειψυδρία και ~ του εδάφους. Εκχερσώσεις και ~άνσεις ελών. Μείωση των υγρότοπων εξαιτίας των ~άνσεων.|| Δεξαμενή/μονάδα ~ης (υγρών) αποβλήτων. [< 1: γαλλ. séchage, dessiccation, dessèchement 2: γαλλ. assèchement]
5925αποξηραντής[ἀποξηραντής] α-πο-ξη-ρα-ντής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή αποξήρανσης. Πβ. ξηραντήρας.|| ~ αέρα (: που αφαιρεί την υγρασία από τον ατμοσφαιρικό αέρα). Πβ. αφυγραντήρας. [< γαλλ. dessiccateur]
5926αποξηραντικός, ή, ό [ἀποξηραντικός] α-πο-ξη-ρα-ντι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποξήρανση: ~ά: έργα. ΣΥΝ. αποστραγγιστικός
5927απόξυσηβλ. απόξεση
5928απόξωβλ. απέξω
5929αποπάγοποίηση[ἀποπαγοποίηση] α-πο-πά-γο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & αποπάγωση: απομάκρυνση, αφαίρεση πάγου από επιφάνεια: ~ (των) αεροσκαφών/δρόμων (βλ. αποχιονισμός)/πτερύγων. Αλάτι ~ης. Σύστημα ~ης παρμπρίζ (πβ. ξεπάγωμα). [< αγγλ. de-icing, 1930]
5930αποπαίδι[ἀποπαίδι] α-πο-παί-δι ουσ. (ουδ.) & απόπαιδο (λαϊκό): για κάποιον ή κάτι παραμελημένο: (μτφ.) Η δημόσια εκπαίδευση δεν πρέπει να αποτελεί ~ του κρατικού προϋπολογισμού. ΣΥΝ. παραπαίδι (1)
5931αποπαίρνω[ἀποπαίρνω] α-πο-παίρ-νω ρ. (μτβ.) {αποπήρα, αποπάρει} (προφ.): μαλώνω, επιπλήττω κάποιον: Τον ~ει με το παραμικρό. Τους αποπήρε με βαριές κουβέντες, επειδή άργησαν. Πβ. κατσαδιάζω, προγκάω. ΑΝΤ. καλοπιάνω [< μεσν. αποπαίρνω]
5932αποπάνω[ἀποπάνω] α-πο-πά-νω επίρρ. & από πάνω 1. πάνω από: Διάβασε την ~ γραμμή! Μένει στον ~ δρόμο (: στον πρώτο παράλληλο δρόμο προς τα πάνω). ΑΝΤ. αποκάτω 2. για δήλωση επιπρόσθετης δυσάρεστης κατάστασης, επιπλέον: Δεν φτάνει που άργησαν, ζητούν και τα ρέστα ~! ● Ουσ.: αποπάνω (ο/η) {άκλ.} (προφ.) 1. ο ένοικος του διαμερίσματος του αμέσως επόμενου προς τα πάνω ορόφου: Μας ενοχλούν οι ~ μας. 2. ιεραρχικά ανώτερος: Υπακούει στους ~ του. Πβ. αφεντικό, προϊστάμενος. ● ΦΡ.: είμαι/βρίσκομαι αποπάνω/από πάνω βλ. πάνω & επάνω [< μεσν. αποπάνω]
5933αποπαρασίτωση[ἀποπαρασίτωση] α-πο-πα-ρα-σί-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΚΤΗΝ. αγωγή, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, σε κατοικίδια ζώα, για την καταπολέμηση των ενδοπαρασίτων: προληπτική ~. ~ για ψύλλους και τσιμπούρια. ~ και εμβολιασμός/στείρωση των αδέσποτων. [< γαλλ. déparasitation]
5934απόπατος[ἀπόπατος] α-πό-πα-τος ουσ. (αρσ.) (προφ.-παρωχ.): αποχωρητήριο. Πβ. καμπινές, τουαλέτα. [< αρχ. ἀπόπατος]
5935αποπατώ[ἀποπατῶ] α-πο-πα-τώ ρ. (αμτβ.) {αποπατείς ... | αποπάτ-ησε, -ήσει} (παρωχ.): αφοδεύω. Πβ. ενεργούμαι. [< αρχ. ἀποπατῶ]
5936απόπειρα[ἀπόπειρα] α-πό-πει-ρα ουσ. (θηλ.): ανεπιτυχής συνήθ. προσπάθεια τέλεσης αξιόποινης, αυτοκαταστροφικής ή γενικότ. δύσκολης πράξης: απεγνωσμένη/αποτυχημένη/δολοφονική/(σπάν.) επιτυχημένη ~. ~ απαγωγής/απάτης/απόδρασης/δωροδοκίας/εκβιασμού/ληστείας/πραξικοπήματος. Δράστης ~ας βιασμού. Κατηγορείται για ~ ανθρωποκτονίας. Έκανε ~ αυτοκτονίας.|| ~ διαλόγου/επικοινωνίας/προσέγγισης/συνεργασίας. Έγινε (μια) ~ να διερευνηθεί το θέμα. Λογοτεχνικές/ποιητικές/σκηνοθετικές/συγγραφικές ~ες (πβ. δοκιμή, εγχείρημα).|| (ΝΟΜ.) απρόσφορη ~. [< αρχ. ἀπόπειρα, γαλλ. tentative]
5937αποπειρώμαι[ἀποπειρῶμαι] α-πο-πει-ρώ-μαι ρ. (μτβ.) {αποπειράσαι ... | αποπειρά-θηκα, αποπειρα-θεί} (απαιτ. λεξιλόγ.): κάνω απόπειρα, προσπαθώ, δοκιμάζω: ~θηκε να αυτοκτονήσει/δραπετεύσει.|| Έχουν ~θεί πολλές φορές να λύσουν το πρόβλημα, αλλά μάταια. Πβ. επιχειρώ. [< αρχ. ἀποπειρῶμαι, γαλλ. tenter]
5938αποπέμπω[ἀποπέμπω] α-πο-πέ-μπω ρ. (μτβ.) {απέπεμ-ψα, αποπέμ-ψει, -φθηκε (λόγ. μτχ. -φθείς, -φθείσα, -φθέν), -φθεί, αποπέμπ-οντας, } (επίσ.): παύω κάποιον από τη θέση (συνήθ. αξίωμα) που κατείχε λόγω αναποτελεσματικότητας ή απρεπούς συμπεριφοράς: ~φθηκε από το δικαστικό σώμα/το κόμμα/την κυβέρνηση. Δημόσιοι υπάλληλοι/κρατικοί λειτουργοί/στελέχη που ~φθηκαν για ανάμειξη σε χρηματισμό. Πβ. απο-λύω, -μακρύνω, εκδιώκω, καθαιρώ. [< αρχ. ἀποπέμπω]
5939αποπερατώνω[ἀποπερατώνω] α-πο-πε-ρα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {αποπεράτω-σα, αποπερατώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, αποπερατών-οντας} (λόγ.): ολοκληρώνω: ~σε (με επιτυχία) τη διδακτορική του διατριβή. ~θηκε η ανέγερση του κτιρίου. ΣΥΝ. αποτελειώνω (2), περαιώνω, περατώνω ΑΝΤ. αρχίζω [< μτγν. ἀποπερατῶ]
5940αποπεράτωση[ἀποπεράτωση] α-πο-πε-ρά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ολοκλήρωση έργου, δραστηριότητας: έγκαιρη ~ των εργασιών/του προγράμματος/των σπουδών. Άμεση ~ του αποχετευτικού δικτύου/του γηπέδου/της πλατείας. Εργασίες/ημερομηνία ~ης κτιρίων (πβ. ανέγερση). ~ώσεις κατοικιών. Ενισχύστε την ~ του ναού. Πβ. τελείωμα. ΣΥΝ. περάτωση ΑΝΤ. έναρξη [< μτγν. ἀποπεράτωσις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.