Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [6860-6880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5934απόπατος[ἀπόπατος] α-πό-πα-τος ουσ. (αρσ.) (προφ.-παρωχ.): αποχωρητήριο. Πβ. καμπινές, τουαλέτα. [< αρχ. ἀπόπατος]
5935αποπατώ[ἀποπατῶ] α-πο-πα-τώ ρ. (αμτβ.) {αποπατείς ... | αποπάτ-ησε, -ήσει} (παρωχ.): αφοδεύω. Πβ. ενεργούμαι. [< αρχ. ἀποπατῶ]
5936απόπειρα[ἀπόπειρα] α-πό-πει-ρα ουσ. (θηλ.): ανεπιτυχής συνήθ. προσπάθεια τέλεσης αξιόποινης, αυτοκαταστροφικής ή γενικότ. δύσκολης πράξης: απεγνωσμένη/αποτυχημένη/δολοφονική/(σπάν.) επιτυχημένη ~. ~ απαγωγής/απάτης/απόδρασης/δωροδοκίας/εκβιασμού/ληστείας/πραξικοπήματος. Δράστης ~ας βιασμού. Κατηγορείται για ~ ανθρωποκτονίας. Έκανε ~ αυτοκτονίας.|| ~ διαλόγου/επικοινωνίας/προσέγγισης/συνεργασίας. Έγινε (μια) ~ να διερευνηθεί το θέμα. Λογοτεχνικές/ποιητικές/σκηνοθετικές/συγγραφικές ~ες (πβ. δοκιμή, εγχείρημα).|| (ΝΟΜ.) απρόσφορη ~. [< αρχ. ἀπόπειρα, γαλλ. tentative]
5937αποπειρώμαι[ἀποπειρῶμαι] α-πο-πει-ρώ-μαι ρ. (μτβ.) {αποπειράσαι ... | αποπειρά-θηκα, αποπειρα-θεί} (απαιτ. λεξιλόγ.): κάνω απόπειρα, προσπαθώ, δοκιμάζω: ~θηκε να αυτοκτονήσει/δραπετεύσει.|| Έχουν ~θεί πολλές φορές να λύσουν το πρόβλημα, αλλά μάταια. Πβ. επιχειρώ. [< αρχ. ἀποπειρῶμαι, γαλλ. tenter]
5938αποπέμπω[ἀποπέμπω] α-πο-πέ-μπω ρ. (μτβ.) {απέπεμ-ψα, αποπέμ-ψει, -φθηκε (λόγ. μτχ. -φθείς, -φθείσα, -φθέν), -φθεί, αποπέμπ-οντας, } (επίσ.): παύω κάποιον από τη θέση (συνήθ. αξίωμα) που κατείχε λόγω αναποτελεσματικότητας ή απρεπούς συμπεριφοράς: ~φθηκε από το δικαστικό σώμα/το κόμμα/την κυβέρνηση. Δημόσιοι υπάλληλοι/κρατικοί λειτουργοί/στελέχη που ~φθηκαν για ανάμειξη σε χρηματισμό. Πβ. απο-λύω, -μακρύνω, εκδιώκω, καθαιρώ. [< αρχ. ἀποπέμπω]
5939αποπερατώνω[ἀποπερατώνω] α-πο-πε-ρα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {αποπεράτω-σα, αποπερατώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, αποπερατών-οντας} (λόγ.): ολοκληρώνω: ~σε (με επιτυχία) τη διδακτορική του διατριβή. ~θηκε η ανέγερση του κτιρίου. ΣΥΝ. αποτελειώνω (2), περαιώνω, περατώνω ΑΝΤ. αρχίζω [< μτγν. ἀποπερατῶ]
5940αποπεράτωση[ἀποπεράτωση] α-πο-πε-ρά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ολοκλήρωση έργου, δραστηριότητας: έγκαιρη ~ των εργασιών/του προγράμματος/των σπουδών. Άμεση ~ του αποχετευτικού δικτύου/του γηπέδου/της πλατείας. Εργασίες/ημερομηνία ~ης κτιρίων (πβ. ανέγερση). ~ώσεις κατοικιών. Ενισχύστε την ~ του ναού. Πβ. τελείωμα. ΣΥΝ. περάτωση ΑΝΤ. έναρξη [< μτγν. ἀποπεράτωσις]
5941αποπίσω[ἀποπίσω] α-πο-πί-σω επίρρ. & από πίσω (προφ.): πίσω από: Γιατί έρχεσαι συνέχεια ~ μου (: με ακολουθείς); ● Ουσ.: αποπίσω (ο/η): πρόσωπο που βρίσκεται πίσω από κάποιον: Οι ~ άρχισαν να κορνάρουν. Η ~ μου μιλάει συνέχεια και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.
5942αποπλάνηση[ἀποπλάνηση] α-πο-πλά-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποπλανώ. Πβ. ξελόγιασμα. 2. ΑΣΤΡΟΝ. απόκλιση μεταξύ της φαινομενικής και της πραγματικής κατεύθυνσης ουράνιου σώματος, λόγω της κίνησης του παρατηρητή και της ταχύτητας του φωτός: αστρική/οπτική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αποπλάνηση ανηλίκου βλ. ανήλικος [< μτγν. ἀποπλάνησις 'περιπλάνηση', γαλλ. détournement 2: γαλλ. aberration]
5943αποπλανητής[ἀποπλανητής] α-πο-πλα-νη-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που αποπλανά. [< γαλλ. séducteur]
5944αποπλανητικός, ή, ό [ἀποπλανητικός] α-πο-πλα-νη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποπλάνηση. [< γαλλ. séducteur]
5945αποπλανώ[ἀποπλανῶ] α-πο-πλα-νώ ρ. (μτβ.) {αποπλανάς ... | αποπλάν-ησα, -ήσει, -άται ..., -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. γοητεύω, εξαπατώ κάποιον, ώστε να εμπλακεί σε μια κατάσταση, συνήθ. ερωτική. Πβ. ξελογιάζω, παρασύρω. 2. ΝΟΜ. διαπράττω το αδίκημα της αποπλάνησης ανηλίκου. Πβ. ασελγώ, διαφθείρω. [< μτγν. ἀποπλανῶ 'ξεγελώ', γαλλ. séduire]
5946αποπλέω[ἀποπλέω] α-πο-πλέ-ω ρ. (αμτβ.) {απέπλευ-σε, αποπλεύ-σει, αποπλέ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (επίσ.): (για πλοίο) φεύγω, εξέρχομαι από το λιμάνι και αρχίζω να πλέω προς τα ανοιχτά: Ο στόλος ~σε για .../με προορισμό ... Δεν μπόρεσαν να ~σουν λόγω των θυελλωδών ανέμων. Πβ. ανοίγω/σηκώνω/κάνω πανιά, σαλπάρω. ΣΥΝ. εκπλέω ΑΝΤ. εισπλέω, καταπλέω [< αρχ. ἀποπλέω]
5947αποπληθωρισμός[ἀποπληθωρισμός] α-πο-πλη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. μείωση του γενικού επιπέδου τιμών και αύξηση της αξίας του χρήματος, ως αποτέλεσμα της οικονομικής ύφεσης: πολιτική ~ού (: μείωση των δημοσίων δαπανών, αύξηση των φορολογικών πιέσεων). ΣΥΝ. αντιπληθωρισμός [< αγγλ. deflation, 1920]
5948αποπληθωριστής[ἀποπληθωριστής] α-πο-πλη-θω-ρι-στής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. προσεγγιστικός δείκτης του γενικού επιπέδου των τιμών που προκύπτει ως λόγος της αξίας ενός μεγέθους σε τρέχουσες τιμές, προς την αξία του σε σταθερές τιμές του έτους αναφοράς, και εκφράζεται σε ποσοστό επί τοις εκατό (%): ~ του ΑΕΠ/κατανάλωσης/πωλήσεων. [< αγγλ. deflator, 1964]
5949αποπληθωριστικός, ή, ό [ἀποπληθωριστικός] α-πο-πλη-θω-ρι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον αποπληθωρισμό. ● επίρρ.: αποπληθωριστικά [< αγγλ. deflationary, 1920]
5950αποπληξία[ἀποπληξία] α-πο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο: ~ υπόφυσης. ~ και έμφραγμα. ΣΥΝ. συμφόρηση (2) 2. (σπάν.-μτφ.-προφ.) έντονα δυσάρεστη έκπληξη. ΣΥΝ. εγκεφαλικό (2) 3. ΒΟΤ. απότομη ξήρανση των δέντρων. [< 1: αρχ. ἀποπληξία, γαλλ. apoplexie, αγγλ. apoplexy 3: γαλλ. folletage]
5951αποπληρωμή[ἀποπληρωμή] α-πο-πλη-ρω-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. πλήρης εξόφληση: μερική/ολική/πρόωρη/σταδιακή ~ δανείου/κεφαλαίου/οφειλών/χρεών. ~ με/σε (μηνιαίες) δόσεις. Προθεσμία/τρόπος ~ής προγραμμάτων κατάρτισης. [< μεσν. αποπληρωμή, γαλλ. remboursement]
5952αποπληρώνω[ἀποπληρώνω] α-πο-πλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αποπλήρω-σα, αποπληρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, αποληρών-οντας}: ΟΙΚΟΝ. εξοφλώ χρέος: ~ει έγκαιρα/καθυστερημένα τους λογαριασμούς του. Δάνειο που ~εται με δόσεις. ΣΥΝ. ξεπληρώνω (1), ξεχρεώνω [< μεσν. αποπληρώνω]
5953απόπλους

[ἀπόπλους] α-πό-πλους ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αναχώρηση, έξοδος πλοίου από λιμάνι: άδεια/μερικό απαγορευτικό ~ου. Απαγορεύτηκε ο ~ όλων των επιβατηγών-οχηματαγωγών (λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών). ΣΥΝ. έκπλους ΑΝΤ. είσπλους, κατάπλους [< αρχ. ἀπόπλους]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.