| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5941 | αποπίσω | [ἀποπίσω] α-πο-πί-σω επίρρ. & από πίσω (προφ.): πίσω από: Γιατί έρχεσαι συνέχεια ~ μου (: με ακολουθείς); ● Ουσ.: αποπίσω (ο/η): πρόσωπο που βρίσκεται πίσω από κάποιον: Οι ~ άρχισαν να κορνάρουν. Η ~ μου μιλάει συνέχεια και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. | |
| 5942 | αποπλάνηση | [ἀποπλάνηση] α-πο-πλά-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποπλανώ. Πβ. ξελόγιασμα. 2. ΑΣΤΡΟΝ. απόκλιση μεταξύ της φαινομενικής και της πραγματικής κατεύθυνσης ουράνιου σώματος, λόγω της κίνησης του παρατηρητή και της ταχύτητας του φωτός: αστρική/οπτική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αποπλάνηση ανηλίκου βλ. ανήλικος [< μτγν. ἀποπλάνησις 'περιπλάνηση', γαλλ. détournement 2: γαλλ. aberration] | |
| 5943 | αποπλανητής | [ἀποπλανητής] α-πο-πλα-νη-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που αποπλανά. [< γαλλ. séducteur] | |
| 5944 | αποπλανητικός | , ή, ό [ἀποπλανητικός] α-πο-πλα-νη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποπλάνηση. [< γαλλ. séducteur] | |
| 5945 | αποπλανώ | [ἀποπλανῶ] α-πο-πλα-νώ ρ. (μτβ.) {αποπλανάς ... | αποπλάν-ησα, -ήσει, -άται ..., -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. γοητεύω, εξαπατώ κάποιον, ώστε να εμπλακεί σε μια κατάσταση, συνήθ. ερωτική. Πβ. ξελογιάζω, παρασύρω. 2. ΝΟΜ. διαπράττω το αδίκημα της αποπλάνησης ανηλίκου. Πβ. ασελγώ, διαφθείρω. [< μτγν. ἀποπλανῶ 'ξεγελώ', γαλλ. séduire] | |
| 5946 | αποπλέω | [ἀποπλέω] α-πο-πλέ-ω ρ. (αμτβ.) {απέπλευ-σε, αποπλεύ-σει, αποπλέ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (επίσ.): (για πλοίο) φεύγω, εξέρχομαι από το λιμάνι και αρχίζω να πλέω προς τα ανοιχτά: Ο στόλος ~σε για .../με προορισμό ... Δεν μπόρεσαν να ~σουν λόγω των θυελλωδών ανέμων. Πβ. ανοίγω/σηκώνω/κάνω πανιά, σαλπάρω. ΣΥΝ. εκπλέω ΑΝΤ. εισπλέω, καταπλέω [< αρχ. ἀποπλέω] | |
| 5947 | αποπληθωρισμός | [ἀποπληθωρισμός] α-πο-πλη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. μείωση του γενικού επιπέδου τιμών και αύξηση της αξίας του χρήματος, ως αποτέλεσμα της οικονομικής ύφεσης: πολιτική ~ού (: μείωση των δημοσίων δαπανών, αύξηση των φορολογικών πιέσεων). ΣΥΝ. αντιπληθωρισμός [< αγγλ. deflation, 1920] | |
| 5948 | αποπληθωριστής | [ἀποπληθωριστής] α-πο-πλη-θω-ρι-στής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. προσεγγιστικός δείκτης του γενικού επιπέδου των τιμών που προκύπτει ως λόγος της αξίας ενός μεγέθους σε τρέχουσες τιμές, προς την αξία του σε σταθερές τιμές του έτους αναφοράς, και εκφράζεται σε ποσοστό επί τοις εκατό (%): ~ του ΑΕΠ/κατανάλωσης/πωλήσεων. [< αγγλ. deflator, 1964] | |
| 5949 | αποπληθωριστικός | , ή, ό [ἀποπληθωριστικός] α-πο-πλη-θω-ρι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον αποπληθωρισμό. ● επίρρ.: αποπληθωριστικά [< αγγλ. deflationary, 1920] | |
| 5950 | αποπληξία | [ἀποπληξία] α-πο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο: ~ υπόφυσης. ~ και έμφραγμα. ΣΥΝ. συμφόρηση (2) 2. (σπάν.-μτφ.-προφ.) έντονα δυσάρεστη έκπληξη. ΣΥΝ. εγκεφαλικό (2) 3. ΒΟΤ. απότομη ξήρανση των δέντρων. [< 1: αρχ. ἀποπληξία, γαλλ. apoplexie, αγγλ. apoplexy 3: γαλλ. folletage] | |
| 5951 | αποπληρωμή | [ἀποπληρωμή] α-πο-πλη-ρω-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. πλήρης εξόφληση: μερική/ολική/πρόωρη/σταδιακή ~ δανείου/κεφαλαίου/οφειλών/χρεών. ~ με/σε (μηνιαίες) δόσεις. Προθεσμία/τρόπος ~ής προγραμμάτων κατάρτισης. [< μεσν. αποπληρωμή, γαλλ. remboursement] | |
| 5952 | αποπληρώνω | [ἀποπληρώνω] α-πο-πλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αποπλήρω-σα, αποπληρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, αποληρών-οντας}: ΟΙΚΟΝ. εξοφλώ χρέος: ~ει έγκαιρα/καθυστερημένα τους λογαριασμούς του. Δάνειο που ~εται με δόσεις. ΣΥΝ. ξεπληρώνω (1), ξεχρεώνω [< μεσν. αποπληρώνω] | |
| 5953 | απόπλους | [ἀπόπλους] α-πό-πλους ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αναχώρηση, έξοδος πλοίου από λιμάνι: άδεια/μερικό απαγορευτικό ~ου. Απαγορεύτηκε ο ~ όλων των επιβατηγών-οχηματαγωγών (λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών). ΣΥΝ. έκπλους ΑΝΤ. είσπλους, κατάπλους [< αρχ. ἀπόπλους] | |
| 5954 | απόπλυμα | [ἀπόπλυμα] α-πό-πλυ-μα ουσ. (ουδ.): υγρό που εκρέει κυρ. από χώρο απόθεσης αποβλήτων ή περιέχεται σε αυτόν: ~ βιομηχανικών μονάδων/δεξαμενών (πλοίων). Διήθηση ~άτων στο έδαφος. Πβ. απόνερα, βρομόνερα. ΣΥΝ. έκπλυμα (2) [< μτγν. ἀπόπλυμα] | |
| 5955 | απόπλυση | [ἀπόπλυση] α-πό-πλυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ολοκλήρωση του πλυσίματος: ~ με νερό. Μηχανές πλύσης-~ης. ~ της λεκάνης με γκρίζο νερό. Πβ. ξέπλυμα.|| (ΙΑΤΡ.) Γαστρική ~. 2. ΓΕΩΛ. έκπλυση. [< 1: μτγν. ἀπόπλυσις 2: γερμ. Auswaschung] | |
| 5956 | αποπνέω | [ἀποπνέω] α-πο-πνέ-ω ρ. (μτβ.) {απέπνευσε, αποπνεύσει, συνηθέστ. στο γ' πρόσ., αποπνέ-οντς} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) εκπέμπω ή προκαλώ ορισμένη αίσθηση: Ντύσιμο που ~ει θηλυκότητα. Χώροι που ~ουν ζεστασιά.|| (για πρόσ.) ~ει: αγάπη/αισιοδοξία/αυτοπεποίθηση/εμπιστοσύνη/ερωτισμό. Πβ. εκφράζω. 2. αναδίδω οσμή: Λουλούδια που ~ουν ένα υπέροχο άρωμα. Πβ. μυρίζω. [< 2: αρχ. ἀποπνέω] | |
| 5957 | αποπνικτικός | , ή, ό [ἀποπνικτικός] α-πο-πνι-κτι-κός επίθ. & (προφ.) αποπνιχτικός: που εμποδίζει κάποιον να αναπνεύσει ελεύθερα και γενικότ. δημιουργεί δυσφορία, πίεση: ~ή: ατμόσφαιρα/μυρωδιά. ~ό: νέφος. Η ζέστη είναι ~ή (= αφόρητη).|| (μτφ.) ~ή: κατάσταση. ~ό: κλίμα/(εργασιακό) περιβάλλον. ~ές: συνθήκες. Πβ. ασφυκτικός, πνιγηρός. ● επίρρ.: αποπνικτικά [< γαλλ. suffocant, étouffant] | |
| 5958 | απόπνοια | [ἀπόπνοια] α-πό-πνοι-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): το να αναδίδεται δυσάρεστη οσμή, συνήθ. εξαιτίας παθολογικών αιτίων: ~ αλκοόλ.|| (ΙΑΤΡ.) Ηπατική ~ (: από ασθένειες του ήπατος). ~ του στόματος (βλ. δυσ-, κακ-οσμία). ~ ουρίας (: ως εκδήλωση διαβητικής κετοξέωσης). ~ ακετόνης (: λόγω διαβήτη). [< αρχ. ἀπόπνοια, γαλλ. halitose] | |
| 5959 | αποποίηση | [ἀποποίηση] α-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): άρνηση αποδοχής: ~ ευθυνών.|| (ΝΟΜ.) ~ δικαιωμάτων/κληρονομιάς. Δήλωση ~ης (ευθύνης). Πβ. απόρριψη. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. απέκδυση (1) [< μτγν. ἀποποίησις ‘αποκήρυξη’, γαλλ. renonciation] | |
| 5960 | αποποινικοποίηση | [ἀποποινικοποίηση] α-πο-ποι-νι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): κατάργηση του αξιόποινου χαρακτήρα μιας πράξης: ~ των εκτρώσεων (πβ. νομιμοποίηση)/οφειλών/παραβάσεων. ΑΝΤ. ποινικοποίηση [< αγγλ. decriminalization, 1945] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ