| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5954 | απόπλυμα | [ἀπόπλυμα] α-πό-πλυ-μα ουσ. (ουδ.): υγρό που εκρέει κυρ. από χώρο απόθεσης αποβλήτων ή περιέχεται σε αυτόν: ~ βιομηχανικών μονάδων/δεξαμενών (πλοίων). Διήθηση ~άτων στο έδαφος. Πβ. απόνερα, βρομόνερα. ΣΥΝ. έκπλυμα (2) [< μτγν. ἀπόπλυμα] | |
| 5955 | απόπλυση | [ἀπόπλυση] α-πό-πλυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ολοκλήρωση του πλυσίματος: ~ με νερό. Μηχανές πλύσης-~ης. ~ της λεκάνης με γκρίζο νερό. Πβ. ξέπλυμα.|| (ΙΑΤΡ.) Γαστρική ~. 2. ΓΕΩΛ. έκπλυση. [< 1: μτγν. ἀπόπλυσις 2: γερμ. Auswaschung] | |
| 5956 | αποπνέω | [ἀποπνέω] α-πο-πνέ-ω ρ. (μτβ.) {απέπνευσε, αποπνεύσει, συνηθέστ. στο γ' πρόσ., αποπνέ-οντς} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) εκπέμπω ή προκαλώ ορισμένη αίσθηση: Ντύσιμο που ~ει θηλυκότητα. Χώροι που ~ουν ζεστασιά.|| (για πρόσ.) ~ει: αγάπη/αισιοδοξία/αυτοπεποίθηση/εμπιστοσύνη/ερωτισμό. Πβ. εκφράζω. 2. αναδίδω οσμή: Λουλούδια που ~ουν ένα υπέροχο άρωμα. Πβ. μυρίζω. [< 2: αρχ. ἀποπνέω] | |
| 5957 | αποπνικτικός | , ή, ό [ἀποπνικτικός] α-πο-πνι-κτι-κός επίθ. & (προφ.) αποπνιχτικός: που εμποδίζει κάποιον να αναπνεύσει ελεύθερα και γενικότ. δημιουργεί δυσφορία, πίεση: ~ή: ατμόσφαιρα/μυρωδιά. ~ό: νέφος. Η ζέστη είναι ~ή (= αφόρητη).|| (μτφ.) ~ή: κατάσταση. ~ό: κλίμα/(εργασιακό) περιβάλλον. ~ές: συνθήκες. Πβ. ασφυκτικός, πνιγηρός. ● επίρρ.: αποπνικτικά [< γαλλ. suffocant, étouffant] | |
| 5958 | απόπνοια | [ἀπόπνοια] α-πό-πνοι-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): το να αναδίδεται δυσάρεστη οσμή, συνήθ. εξαιτίας παθολογικών αιτίων: ~ αλκοόλ.|| (ΙΑΤΡ.) Ηπατική ~ (: από ασθένειες του ήπατος). ~ του στόματος (βλ. δυσ-, κακ-οσμία). ~ ουρίας (: ως εκδήλωση διαβητικής κετοξέωσης). ~ ακετόνης (: λόγω διαβήτη). [< αρχ. ἀπόπνοια, γαλλ. halitose] | |
| 5960 | αποποινικοποίηση | [ἀποποινικοποίηση] α-πο-ποι-νι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): κατάργηση του αξιόποινου χαρακτήρα μιας πράξης: ~ των εκτρώσεων (πβ. νομιμοποίηση)/οφειλών/παραβάσεων. ΑΝΤ. ποινικοποίηση [< αγγλ. decriminalization, 1945] | |
| 5961 | αποποινικοποιώ | [ἀποποινικοποιῶ] α-πο-ποι-νι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποποινικοποι-είς ... | αποποινικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: αίρω τον ποινικό χαρακτήρα μιας πράξης: Αδικήματα που έχουν ~ηθεί. Χώρες που έχουν ~ήσει τη χρήση κάνναβης (πβ. νομιμοποιώ). ΑΝΤ. ποινικοποιώ [< αγγλ. decriminalize, 1969] | |
| 5963 | αποπολιτικοποίηση | [ἀποπολιτικοποίηση] α-πο-πο-λι-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & απολιτικοποίηση ΑΝΤ. πολιτικοποίηση 1. αδιαφορία, αποστασιοποίηση από την πολιτική και τις πολιτικές εξελίξεις: ~ και αποξένωση. 2. αφαίρεση, κατάργηση του πολιτικού χαρακτήρα, της πολιτικής διάστασης ή επιρροής. Βλ. αποκομματικοποίηση. [< γαλλ. dépolitisation, 1944, αγγλ. depoliticization, 1928] | |
| 5964 | αποπολιτικοποιώ | [ἀποπολιτικοποιῶ] α-πο-πο-λι-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποπολιτικοποι-εί, -ησε, -ήσει, -ημένος} ΑΝΤ. πολιτικοποιώ 1. αίρω το πολιτικό στοιχείο, την πολιτική διάσταση από κάτι: Επιχειρούν να ~ήσουν τον σύλλογο. 2. προκαλώ αδιαφορία για την πολιτική και τις πολιτικές εξελίξεις: Νεολαία που τείνει να ~ηθεί. ~ημένη: κοινωνία. ~ημένο: εκλογικό σώμα. [< γαλλ. dépolitiser, 1939, αγγλ. depoliticize, 1937] | |
| 5965 | αποπολυπλέκτης | [ἀποπολυπλέκτης] α-πο-πο-λυ-πλέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. συνδυαστικό κύκλωμα που δέχεται δεδομένα από μία μόνο είσοδο και τα μεταφέρει σε περισσότερες της μιας εξόδους: οπτικός ~. ~ες και αποκωδικοποιητές. ΑΝΤ. πολυπλέκτης [< αγγλ. demultiplexer, 1963] | |
| 5966 | αποπόλωση | [ἀποπόλωση] α-πο-πό-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. κατάσταση κατά την οποία το δυναμικό ενός ηλεκτροδίου διατηρείται σταθερό: ~ πεδίου. Ρεύματα ~ης. ΑΝΤ. πόλωση (3) 2. ΦΥΣΙΟΛ. εκπόλωση. 3. ΤΗΛΕΠ. φαινόμενο κατά το οποίο το σήμα του δέκτη φτάνει με διαφορετική πόλωση από αυτή με την οποία στάλθηκε: ~ λόγω ανακλάσεων/βροχής. [< αγγλ. depolarization, γαλλ. dépolarisation] | |
| 5967 | αποπομπή | [ἀποπομπή] α-πο-πο-μπή ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): (για πρόσ.) καθαίρεση, απομάκρυνση, παύση από θέση ή αξίωμα: ~ βουλευτή (από το κόμμα)/παίκτη/προέδρου. ~ές και παραιτήσεις (πβ. απόλυση).|| (ΘΕΟΛ.) ~ των πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο. Πβ. διώξιμο, εκδίωξη. [< μτγν. ἀποπομπή] | |
| 5968 | αποπραγματοποίηση | [ἀποπραγματοποίηση] α-πο-πραγ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. απώλεια της αίσθησης της πραγματικότητας: η ~ ως σύμπτωμα της σχιζοφρένειας. Βλ. αποπροσωποποίηση. [< αγγλ. derealisation, 1942, γαλλ. déréalisation] | |
| 5970 | αποπροσανατολισμός | [ἀποπροσανατολισμός] α-πο-προ-σα-να-το-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) απομάκρυνση της προσοχής κάποιου από ορισμένο ζήτημα· παραπλάνηση: ~ της κοινής γνώμης/του λαού από τα προβλήματα (του τόπου). Παραπληροφόρηση και ~. ~οί και συγκαλύψεις/υπεκφυγές. Πβ. εξαπάτηση, ξεγέλασμα. 2. απώλεια προσανατολισμού. [< γαλλ. désorientation] | |
| 5971 | αποπροσανατολιστικός | , ή, ό [ἀποπροσανατολιστικός] α-πο-προ-σα-να-το-λι-στι-κός επίθ.: που αποπροσανατολίζει ή αποσκοπεί στον αποπροσανατολισμό: ~ή: αντιπαράθεση/κριτική/συζήτηση/τακτική. ~ό: (πολιτικό) κλίμα. ~οί: (διπλωματικοί) ελιγμοί. ~ές: απόψεις/κινήσεις. ~ά: επιχειρήματα. ΑΝΤ. προσανατολιστικός ● επίρρ.: αποπροσανατολιστικά | |
| 5972 | αποπροσωποποίηση | [ἀποπροσωποποίηση] α-πο-προ-σω-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. διαταραχή που χαρακτηρίζεται από αλλοίωση της αντίληψης της πραγματικότητας, με αποτέλεσμα το άτομο να νιώθει αποξενωμένο από τον εαυτό του, σαν να είναι εξωτερικός παρατηρητής των ψυχοσωματικών του λειτουργιών. Βλ. αποπραγματοποίηση. 2. απώλεια της προσωπικής ταυτότητας: ~ των σχέσεων. Βλ. ανωνυμία. [< γαλλ. dépersonnalisation, αγγλ. depersonalisation, 1906] | |
| 5973 | αποπροσωποποιώ | [ἀποπροσωποποιῶ] α-πο-προ-σω-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποπροσωποποι-είς ... | αποπροσωποποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: αίρω το προσωπικό στοιχείο από κάτι. Πβ. αντικειμενικοποιώ. ΑΝΤ. προσωποποιώ (3) [< γαλλ. dépersonnaliser] | |
| 5974 | απόπτωση | [ἀπόπτωση] α-πό-πτω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. φυσιολογική διαδικασία ελεγχόμενης κυτταρικής αυτοκαταστροφής· αλλιώς, προγραμματισμένος κυτταρικός θάνατος: ~ των λεμφοκυττάρων/νευρώνων. Αναστολή/αύξηση/ρύθμιση της ~ης. Υποτροπιάζουσες ~ώσεις επιθηλίου. Βλ. κυτταρόλυση, νέκρωση. 2. ΙΑΤΡ. απόσπαση και πτώση: ~ των τριχών.|| ~ του ενδομητρίου (πβ. αποκόλληση). Βλ. -πτωση. [< αρχ. ἀπόπτωσις, αγγλ. apoptosis, 1972, γαλλ. apoptose, 1991] | |
| 5975 | αποπτωτικός | , ή, ό [ἀποπτωτικός] α-πο-πτω-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την απόπτωση. [< μτγν. ἀποπτωτικός 'που αποτυγχάνει', αγγλ. apoptotic, 1972, γαλλ. apoptotique] | |
| 5976 | αποπυρηνικοποιημένος | , η, ο [ἀποπυρηνικοποιημένος] α-πο-πυ-ρη-νι-κο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αποπυρηνικοποιημένη ζώνη: ΣΤΡΑΤ. περιοχή στην οποία δεν επιτρέπεται η παρουσία ή χρήση πυρηνικών όπλων και δυνάμεων. Πβ. αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη. [< γαλλ. dénucléarisé, περ. 1957] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ