| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5961 | αποποινικοποιώ | [ἀποποινικοποιῶ] α-πο-ποι-νι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποποινικοποι-είς ... | αποποινικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: αίρω τον ποινικό χαρακτήρα μιας πράξης: Αδικήματα που έχουν ~ηθεί. Χώρες που έχουν ~ήσει τη χρήση κάνναβης (πβ. νομιμοποιώ). ΑΝΤ. ποινικοποιώ [< αγγλ. decriminalize, 1969] | |
| 5963 | αποπολιτικοποίηση | [ἀποπολιτικοποίηση] α-πο-πο-λι-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & απολιτικοποίηση ΑΝΤ. πολιτικοποίηση 1. αδιαφορία, αποστασιοποίηση από την πολιτική και τις πολιτικές εξελίξεις: ~ και αποξένωση. 2. αφαίρεση, κατάργηση του πολιτικού χαρακτήρα, της πολιτικής διάστασης ή επιρροής. Βλ. αποκομματικοποίηση. [< γαλλ. dépolitisation, 1944, αγγλ. depoliticization, 1928] | |
| 5964 | αποπολιτικοποιώ | [ἀποπολιτικοποιῶ] α-πο-πο-λι-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποπολιτικοποι-εί, -ησε, -ήσει, -ημένος} ΑΝΤ. πολιτικοποιώ 1. αίρω το πολιτικό στοιχείο, την πολιτική διάσταση από κάτι: Επιχειρούν να ~ήσουν τον σύλλογο. 2. προκαλώ αδιαφορία για την πολιτική και τις πολιτικές εξελίξεις: Νεολαία που τείνει να ~ηθεί. ~ημένη: κοινωνία. ~ημένο: εκλογικό σώμα. [< γαλλ. dépolitiser, 1939, αγγλ. depoliticize, 1937] | |
| 5965 | αποπολυπλέκτης | [ἀποπολυπλέκτης] α-πο-πο-λυ-πλέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. συνδυαστικό κύκλωμα που δέχεται δεδομένα από μία μόνο είσοδο και τα μεταφέρει σε περισσότερες της μιας εξόδους: οπτικός ~. ~ες και αποκωδικοποιητές. ΑΝΤ. πολυπλέκτης [< αγγλ. demultiplexer, 1963] | |
| 5966 | αποπόλωση | [ἀποπόλωση] α-πο-πό-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. κατάσταση κατά την οποία το δυναμικό ενός ηλεκτροδίου διατηρείται σταθερό: ~ πεδίου. Ρεύματα ~ης. ΑΝΤ. πόλωση (3) 2. ΦΥΣΙΟΛ. εκπόλωση. 3. ΤΗΛΕΠ. φαινόμενο κατά το οποίο το σήμα του δέκτη φτάνει με διαφορετική πόλωση από αυτή με την οποία στάλθηκε: ~ λόγω ανακλάσεων/βροχής. [< αγγλ. depolarization, γαλλ. dépolarisation] | |
| 5967 | αποπομπή | [ἀποπομπή] α-πο-πο-μπή ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): (για πρόσ.) καθαίρεση, απομάκρυνση, παύση από θέση ή αξίωμα: ~ βουλευτή (από το κόμμα)/παίκτη/προέδρου. ~ές και παραιτήσεις (πβ. απόλυση).|| (ΘΕΟΛ.) ~ των πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο. Πβ. διώξιμο, εκδίωξη. [< μτγν. ἀποπομπή] | |
| 5968 | αποπραγματοποίηση | [ἀποπραγματοποίηση] α-πο-πραγ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. απώλεια της αίσθησης της πραγματικότητας: η ~ ως σύμπτωμα της σχιζοφρένειας. Βλ. αποπροσωποποίηση. [< αγγλ. derealisation, 1942, γαλλ. déréalisation] | |
| 5969 | αποπροσανατολίζω | [ἀποπροσανατολίζω] α-πο-προ-σα-να-το-λί-ζω ρ. (μτβ.) {αποπροσανατόλι-σε, αποπροσανατολί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος, αποπροσανατολίζ-οντας} ΑΝΤ. προσανατολίζω 1. (μτφ.) στρέφω την προσοχή κάποιου σε παραπλανητική κατεύθυνση: Ασαφείς ερωτήσεις που ~ουν τους εξεταζόμενους (πβ. μπερδεύω). ~σε τη συζήτηση. Μην ~εστε από τον στόχο σας! ~σμένοι: πολίτες. Πβ. ξεγελώ, παραπλανώ, (ρίχνω) στάχτη στα μάτια. 2. προκαλώ απώλεια προσανατολισμού, εκτρέπω από τη σωστή πορεία: ~στηκαν λόγω της ομίχλης.|| (& μτφ.) ~σμένα: άτομα. [< γαλλ. désorienter] | |
| 5970 | αποπροσανατολισμός | [ἀποπροσανατολισμός] α-πο-προ-σα-να-το-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) απομάκρυνση της προσοχής κάποιου από ορισμένο ζήτημα· παραπλάνηση: ~ της κοινής γνώμης/του λαού από τα προβλήματα (του τόπου). Παραπληροφόρηση και ~. ~οί και συγκαλύψεις/υπεκφυγές. Πβ. εξαπάτηση, ξεγέλασμα. 2. απώλεια προσανατολισμού. [< γαλλ. désorientation] | |
| 5971 | αποπροσανατολιστικός | , ή, ό [ἀποπροσανατολιστικός] α-πο-προ-σα-να-το-λι-στι-κός επίθ.: που αποπροσανατολίζει ή αποσκοπεί στον αποπροσανατολισμό: ~ή: αντιπαράθεση/κριτική/συζήτηση/τακτική. ~ό: (πολιτικό) κλίμα. ~οί: (διπλωματικοί) ελιγμοί. ~ές: απόψεις/κινήσεις. ~ά: επιχειρήματα. ΑΝΤ. προσανατολιστικός ● επίρρ.: αποπροσανατολιστικά | |
| 5972 | αποπροσωποποίηση | [ἀποπροσωποποίηση] α-πο-προ-σω-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. διαταραχή που χαρακτηρίζεται από αλλοίωση της αντίληψης της πραγματικότητας, με αποτέλεσμα το άτομο να νιώθει αποξενωμένο από τον εαυτό του, σαν να είναι εξωτερικός παρατηρητής των ψυχοσωματικών του λειτουργιών. Βλ. αποπραγματοποίηση. 2. απώλεια της προσωπικής ταυτότητας: ~ των σχέσεων. Βλ. ανωνυμία. [< γαλλ. dépersonnalisation, αγγλ. depersonalisation, 1906] | |
| 5973 | αποπροσωποποιώ | [ἀποπροσωποποιῶ] α-πο-προ-σω-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποπροσωποποι-είς ... | αποπροσωποποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: αίρω το προσωπικό στοιχείο από κάτι. Πβ. αντικειμενικοποιώ. ΑΝΤ. προσωποποιώ (3) [< γαλλ. dépersonnaliser] | |
| 5974 | απόπτωση | [ἀπόπτωση] α-πό-πτω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. φυσιολογική διαδικασία ελεγχόμενης κυτταρικής αυτοκαταστροφής· αλλιώς, προγραμματισμένος κυτταρικός θάνατος: ~ των λεμφοκυττάρων/νευρώνων. Αναστολή/αύξηση/ρύθμιση της ~ης. Υποτροπιάζουσες ~ώσεις επιθηλίου. Βλ. κυτταρόλυση, νέκρωση. 2. ΙΑΤΡ. απόσπαση και πτώση: ~ των τριχών.|| ~ του ενδομητρίου (πβ. αποκόλληση). Βλ. -πτωση. [< αρχ. ἀπόπτωσις, αγγλ. apoptosis, 1972, γαλλ. apoptose, 1991] | |
| 5975 | αποπτωτικός | , ή, ό [ἀποπτωτικός] α-πο-πτω-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την απόπτωση. [< μτγν. ἀποπτωτικός 'που αποτυγχάνει', αγγλ. apoptotic, 1972, γαλλ. apoptotique] | |
| 5976 | αποπυρηνικοποιημένος | , η, ο [ἀποπυρηνικοποιημένος] α-πο-πυ-ρη-νι-κο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αποπυρηνικοποιημένη ζώνη: ΣΤΡΑΤ. περιοχή στην οποία δεν επιτρέπεται η παρουσία ή χρήση πυρηνικών όπλων και δυνάμεων. Πβ. αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη. [< γαλλ. dénucléarisé, περ. 1957] | |
| 5977 | αποπυρηνικοποίηση | [ἀποπυρηνικοποίηση] α-πο-πυ-ρη-νι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): απομάκρυνση των πυρηνικών όπλων και δυνάμεων από μια περιοχή: καθεστώς στρατιωτικής ~ης. Πβ. αποστρατιωτικοποίηση. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. dénucléarisation, περ. 1957] | |
| 5978 | απορημένος | , η, ο [ἀπορημένος] α-πο-ρη-μέ-νος επίθ.: που απορεί ή δηλώνει απορία: Απάντησε/ρώτησε ~.|| (κατ' επέκτ.) Κοιτούσε με ~ο ύφος. Έκπληκτα και ~α μάτια. Πβ. ξαφνιασμένος. ● επίρρ.: απορημένα [< αρχ. ἀπορῶ] | |
| 5979 | απόρθητος | , η, ο [ἀπόρθητος] α-πόρ-θη-τος επίθ. 1. που δεν έχει ή δεν είναι δυνατό να κυριευθεί: ~ο: κάστρο/οχυρό/τείχος. Απάτητη και ~η (από τους εχθρούς) πόλη. Πβ. άπαρτος.|| (μτφ.) ~ο φρούριο θυμίζει η πρωτεύουσα ενόψει του συλλαλητηρίου (: έχουν ληφθεί ισχυρά μέτρα ασφαλείας). 2. (μτφ.) ανίκητος, ανυποχώρητος: ~η: άμυνα/εστία (ποδοσφαιρικής ομάδας, που δεν έχει δεχτεί γκολ). [< 1: αρχ. ἀπόρθητος] | |
| 5980 | απορία | [ἀπορία] α-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. δυσκολία ή αδυναμία κατανόησης, που μπορεί να εκφραστεί με ερώτηση και κατ' επέκτ. η επακόλουθη αμηχανία, έκπληξη: δικαιολογημένη/εύλογη ~. Βλέμμα/έκφραση ~ας. Βασικές/παιδικές/ένα σωρό ~ες. Απαντώ σε/διατυπώνω/λύνω μια ~. Για οποιαδήποτε ~ απευθυνθείτε στον αρμόδιο υπάλληλο. Έχετε καμιά ~; Έχω ~ες στη Φυσική. Μου γεννήθηκαν/έμειναν κάποιες ~ες. (λόγ.) Εγείρονται ~ες σχετικά με .../για κάτι. Πβ. ερώτημα, ερωτηματικό.|| Με μεγάλη ~ ακούω/βλέπω/διαπιστώνω/πληροφορούμαι ότι ... 2. ΦΙΛΟΣ. {χωρ. πληθ.} λογικό ή άλυτο πρόβλημα, διανοητικό αδιέξοδο: σωκρατική ~. Μεταφυσικές ~ες. Βλ. αντινομία, παράδοξο. 3. {χωρ. πληθ.} (λόγ.) έλλειψη πόρων, φτώχεια: κριτήρια/πιστοποιητικό ~ας. ΣΥΝ. ανέχεια, ένδεια (1), πενία ΑΝΤ. ευπορία ● ΦΡ.: (είναι) απορίας άξιο/άξιο απορίας: προκαλεί κατάπληξη: ~ ~ το θράσος του! Είναι ~ ~ πώς κινήθηκε τόσο γρήγορα/το ότι … ~ ~ είναι το γεγονός ότι ...|| Απορίας ~α είναι η αδιαφορία τους σχετικά με ... Πβ. είναι να απορεί κανείς., απορία ψάλτου, βηξ (λόγ.-ειρων.): σε περιπτώσεις αμηχανίας, αδυναμίας να απαντήσει κάποιος αμέσως σε ερώτημα ή γενικότ. να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας κατάστασης., ιδού η απορία (λόγ.-ειρων.): για να δηλωθεί δίλημμα, δυσκολία επιλογής: Να ζει κανείς ή να μη ζει; ~ ~. [< αγγλ. that is the question] [< αρχ. ἀπορία, αγγλ. puzzlement 2: γαλλ. aporie, αγγλ. aporia] | |
| 5981 | άπορος | , η, ο [ἄπορος] ά-πο-ρος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -όρου}: που αδυνατεί να καλύψει τις στοιχειώδεις ανάγκες του λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων: ~ες: οικογένειες. Ίδρυμα για τα ~α και ορφανά παιδιά. Υποτροφίες σε ~ους φοιτητές.|| (ως ουσ.) Οικονομική ενίσχυση ~όρων. Δωρεάν διανομή τροφίμων σε ~όρους. Πβ. φτωχός. Βλ. ευπαθείς (κοινωνικά) ομάδες. ΑΝΤ. εύπορος, πλούσιος (1) [< αρχ. ἄπορος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ