| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5982 | απορρέει | [ἀπορρέει] α-πορ-ρέ-ει ρ. (μτβ.) {απέρρευ-σε, απορρεύ-σει} (λόγ.): προέρχεται, προκύπτει, πηγάζει: (ΝΟΜ.) Ευθύνη/ζημιά που ~ από τη χρήση (π.χ. αυτοκινήτου). Προβλήματα που ~ουν από τον σύγχρονο τρόπο ζωής.|| Συμφωνίες που ~σαν από σκληρές διαπραγματεύσεις. Από την έρευνα/τη συζήτηση ~ (= συμπεραίνεται) ότι ... Πβ. βγαίνει, εξάγεται, συνάγεται. ● Μτχ.: απορρέων , ουσα, ον (επίσ.): που προκύπτει: ~ουσα: υποχρέωση. ~ον: δικαίωμα. ~οντα: οφέλη. Αναλαμβάνει κάθε ~ουσα από τις διατάξεις ευθύνη. Μέτρα ~οντα από διμερείς συμφωνίες. [< αρχ. ἀπορρέω ‘αναβλύζω’, γαλλ. découler, émaner] | |
| 5983 | απόρρητο | [ἀπόρρητο] α-πόρ-ρη-το ουσ. (ουδ.) (επίσ.): απαγόρευση δημόσιας κοινοποίησης προσωπικών δεδομένων ή θεμάτων κρατικής ασφάλειας: ηλεκτρονικό/ιδιωτικό/στατιστικό/υπηρεσιακό/φορολογικό ~. Δημοσιογραφικό/δικηγορικό ~ (: που επιβάλλεται στους ασκούντες τα συγκεκριμένα επαγγέλματα, βλ. δεοντολογία). (ΝΟΜ.) Το ~ της ανάκρισης/των επικοινωνιών/των επιστολών/της ιδιωτικής ζωής/των συναλλαγών (πβ. απαραβίαστο). (ΕΚΚΛΗΣ.) Το ~ της εξομολόγησης. Διασφάλιση/κατάργηση/παραβίαση/προστασία/τήρηση του ~ήτου. Πβ. μυστικό. ● απόρρητα (τα): τα αντίστοιχα στοιχεία που δεν επιτρέπεται να διαρρεύσουν σε τρίτους: παραβίαση ~ήτων. Έσπασαν τα ~ (ενν. έγγραφα) της μυστικής υπηρεσίας. ● ΣΥΜΠΛ.: άρση (του) απορρήτου: ΝΟΜ. ακύρωση της απαγόρευσης γνωστοποίησης δεδομένων, κυρ. για λόγους ασφάλειας: ~ ~ των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων/των τραπεζικών λογαριασμών. Βλ. αποχαρακτηρισμός., επαγγελματικό απόρρητο (επίσ.): υποχρέωση μη κοινοποίησης στοιχείων σχετικών με την επαγγελματική δραστηριότητα κάποιου., ιατρικό απόρρητο (επίσ.): υποχρέωση του γιατρού να μην αποκαλύπτει σε τρίτους προσωπικά δεδομένα των ασθενών (πληροφορίες σχετικά με την ασθένεια ή την ιδιωτική τους ζωή): Δεσμεύομαι από το ~ ~. [< γαλλ. secret médical] [< αρχ. ἀπόρρητος, γαλλ. secret] | |
| 5984 | απόρρητος | , η, ο [ἀπόρρητος] α-πόρ-ρη-τος επίθ. (επίσ.): που απαγορεύεται να κοινοποιηθεί δημόσια, επειδή σχετίζεται με προσωπικά δεδομένα ή θέματα κρατικής ασφάλειας: ~ος: αριθμός/προσωπικός κωδικός (πβ. πιν)/φάκελος. ~η: αλληλογραφία/αναφορά/έκθεση/έρευνα/κλήση/συμφωνία. ~ο: ημερολόγιο/τηλέφωνο. Το ~ο των επικοινωνιών (βλ. ΑΔΑΕ). ~ες: καταθέσεις/πηγές/συνομιλίες. ~α: έγγραφα/στοιχεία. Διαρροή ~ων πληροφοριών. || Πολιτική/υπενθύμιση απορρήτου. Πβ. εμπιστευτ-, μυστ-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: κρατικό μυστικό βλ. μυστικό ● ΦΡ.: (ο) εξ απορρήτων (ενν. υποθέσεων) (επίσ.): χαρακτηρισμός για έμπιστο σύμβουλο, συνεργάτη ενός υψηλόβαθμου προσώπου: ~ ~ του Πρωθυπουργού (σε οικονομικά θέματα). Πβ. μυστικοσύμβουλος. [< αρχ. ἀπόρρητος ‘απαγορευμένος, μυστικός’] | |
| 5985 | απορρίμματα | [ἀπορρίμματα] α-πορ-ρίμ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. απόρριμμα} (επίσ.): στερεά ή υγρά απόβλητα: ανακυκλώσιμα/ανθρώπινα/αστικά/βιομηχανικά/ηλεκτρονικά/επικίνδυνα/οικιακά/οργανικά ~. ~ αλουμινίου/γυαλιού/μετάλλων/συσκευασίας/χαρτιού. ~ οικοδομών (πβ. μπάζα)/σφαγείων. Λύματα και ~. Δοχείο/κάδος/σακούλες/συλλογή ~άτων. Σταθμός μεταφόρτωσις ~άτων. Πβ. σκουπίδια. Βλ. βιο~, ΧΥΤΑ. ● ΣΥΜΠΛ.: διαχείριση αποβλήτων/απορριμμάτων βλ. διαχείριση, επεξεργασία αποβλήτων βλ. απόβλητα, μηδενικά απορρίμματα βλ. απόβλητα, στερεά απόβλητα/απορρίμματα βλ. στερεός ● ΦΡ.: αποκομιδή και διάθεση απορριμμάτων: συγκέντρωση και μεταφορά σκουπιδιών από χώρους προσωρινής αποθήκευσης σε ειδικά σημεία απόθεσης. [< μτγν. ἀπόρριμμα ‘πράγμα για πέταμα’, γαλλ. déchets, αγγλ. waste] | |
| 5986 | απορριμματοφόρο | [ἀπορριμματοφόρο] α-πορ-ριμ-μα-το-φό-ρο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): όχημα συλλογής και μεταφοράς απορριμμάτων στους χώρους απόθεσής τους (χωματερές) και χώρους υγειονομικής ταφής, το οποίο διαθέτει σύστημα για τη συμπίεσή τους (με τη μορφή περιστρεφόμενου τυμπάνου ή πρέσας): ειδικά ~α (για ανακύκλωση). Τα ~α του Δήμου. ΣΥΝ. σκουπιδιάρικο, σκυβαλοφόρο | |
| 5987 | απορριμματοφόρος | , α, ο [ἀπορριμματοφόρος] α-πορ-ριμ-μα-το-φό-ρος επίθ. (επίσ.): που μεταφέρει απορρίμματα: ~ο: όχημα. ~οι: κάδοι. Βλ. -φόρος. | |
| 5988 | απορριπτέος | , α, ο [ἀπορριπτέος] α-πορ-ρι-πτέ-ος επίθ. (επίσ.): που θεωρείται ότι πρέπει να απορριφθεί ή που απορρίπτεται: ~ες: (οικονομικές) προσφορές.|| (για πρόσ.) ~οι: μαθητές. Βλ. -τέος. ● Ουσ.: απορριπτέοι (οι): ενν. υποψήφιοι (εξετάσεων): Επιτυχόντες και ~. Κατάσταση/πίνακας ~ων. [< μτγν. ἀπορριπτέον] | |
| 5989 | απορριπτικός | , ή, ό [ἀπορριπτικός] α-πορ-ρι-πτι-κός επίθ.: που απορρίπτει: ~ή: απόφαση/βαθμολογία (σε εξετάσεις). Απαξιωτικός και ~ απέναντι σε ένα ζήτημα.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: στάση/συμπεριφορά. ΣΥΝ. αρνητικός. ΑΝΤ. θετικός.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ός: τύπος (ατόμου). ~ό: σύνδρομο. ● επίρρ.: απορριπτικά | |
| 5990 | απορρίπτω | [ἀπορρίπτω] α-πορ-ρί-πτω ρ. (μτβ.) {απέρρι-ψε κ. απόρρι-ψε, απορρί-ψει, -φθηκε (λόγ. απερρί-φθη, μτχ. απορρι-φθείς, -φθείσα, -φθέν), -φθεί (προφ. -φτεί), απορρίπτ-οντας} 1. αρνούμαι να κάνω κάτι δεκτό, δεν αποδέχομαι, δεν εγκρίνω: ~ψε (ρητά) το ενδεχόμενο να ... /την κατηγορία. ~ψαν το νομοσχέδιο (= καταψήφισαν). ~φθηκε η ένσταση/η έφεση/η πρόταση/το σχέδιο. Προσφορά που ~εται ως απαράδεκτη. ~φθείσα: αίτηση. Πβ. αποκρούω, αποποιούμαι. ΑΝΤ. δέχομαι (2) 2. (ειδικότ., επίσ.) δεν επιτρέπω την προαγωγή μαθητή στην επόμενη τάξη ή την εισαγωγή υποψηφίου σε Σχολή: ~φθηκε λόγω απουσιών/χαμηλής βαθμολογίας.|| Προαχθέντες και ~φθέντες μαθητές. ~φθέντες: υποψήφιοι. Πβ. αφήνω, κόβω. ΑΝΤ. περνώ (5), προβιβάζω 3. (επίσ., για σκουπίδια) ρίχνω: Απόβλητα/λύματα ~ονται στη θάλασσα/στο περιβάλλον (βλ. ρύπανση). Πβ. αποθέτω, πετώ. 4. ΙΑΤΡ. {στο γ' πρόσ.} αποβάλλω κάτι ξένο ή άχρηστο: Μόσχευμα που ~φθηκε από τον οργανισμό. [< 1: αρχ. ἀπορρίπτω, γαλλ. rejeter 2: γαλλ. recaler 3,4: αγγλ. reject] | |
| 5991 | απόρριψη | [ἀπόρριψη] α-πόρ-ρι-ψη ουσ. (θηλ.) 1. άρνηση αποδοχής, έγκρισης: (για πρόσ.) ερωτική (βλ. χυλόπιτα)/)/(καθ)ολική/κοινωνική ~. Φοβάται την ~ (βλ. απομόνωση, περιθωριοποίηση). Νιώθει ~.|| ~ αίτησης/θέσεων/λύσης/(ΝΟΜ.) προσφυγής. ~ πρότασης/σχεδίου (ΣΥΝ. καταψήφιση). (ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ.) Λίστα αυτόματης ~ης (κλήσεων).|| (ειδικότ., επίσ., σε εξετάσεις προαγωγής, εισαγωγής, επιλογής:) ~ μαθητών/υποψηφίων (πβ. κόψιμο). 2. (επίσ.) (για απορρίμματα, άχρηστα υλικά) ρίψη: ανεξέλεγκτη ~ βιομηχανικών αποβλήτων/λυμάτων στο περιβάλλον. Πβ. απόθεση, πέταμα. 3. ΙΑΤΡ. (για οργανισμό) αποβολή ξένου σώματος ή ιστού: κυτταρική/χρόνια ~. ~ μοσχεύματος. [< αρχ. ἀπόρριψις, γαλλ. rejet] | |
| 5992 | απορροή | [ἀπορροή] α-πορ-ρο-ή ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΛ. ροή νερών από βροχή, χιόνι ή άρδευση που δεν απορροφώνται από το έδαφος: επιφανειακή/μέση ετήσια/υπόγεια ~. Γεωργικές ~ές. ~ ομβρίων υδάτων. Δίκτυο/κανάλια/σωλήνες ~ής. 2. (γενικότ.) κάθε είδους εκροή, έκχυση υγρού: βιομηχανικές ~ές. ~ λυμάτων.|| (ΙΑΤΡ.) Φλεβική ~. ΑΝΤ. εισροή (1) 3. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) σωληνώσεις μέσω των οποίων απορρέει το νερό: ~ές μπαλκονιών/ταρατσών. ~ές και σιφόνια. Βλ. υδρορροή. ● ΣΥΜΠΛ.: όξινη απορροή (μεταλλείων): ΟΙΚΟΛ. παραγωγή θειικού οξέος εξαιτίας της οξείδωσης θειούχων μεταλλευμάτων (άνθρακα, λιγνίτη), η οποία θεωρείται ως το χειρότερο περιβαλλοντικό πρόβλημα που σχετίζεται με την εξόρυξη των αντίστοιχων μεταλλευμάτων. [< αγγλ. acid runoff], λεκάνη απορροής βλ. λεκάνη [< αρχ. ἀπορροή, γαλλ. écoulement] | |
| 5993 | απόρροια | [ἀπόρροια] α-πόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): επακόλουθο, αποτέλεσμα, συνέπεια: φυσική ~. Συμπεράσματα που αποτελούν ~ έρευνας. Η αποτυχία ήταν ~ λανθασμένων χειρισμών. Πβ. επιγέννημα. [< πβ. αρχ. ἀπόρροια ‘απορροή’] | |
| 5994 | απορροφάω | βλ. απορροφώ | |
| 5995 | απορρόφηση | [ἀπορρόφηση] α-πορ-ρό-φη-ση ουσ. (θηλ.) 1. διείσδυση ουσίας (συνήθ. υγρής ή αέριας) σε σώμα ή υλικό και συγκράτησή της από αυτό: εντερική/μέγιστη/οστική/ταχεία ~. ~ ασβεστίου/βιταμινών (βλ. δυσ~)/θρεπτικών συστατικών/νερού/σιδήρου από τον οργανισμό (πβ. αφομοίωση). Μηχανές ~ης σκόνης. Πβ. ρούφηγμα, τράβηγμα. ΑΝΤ. δυσαπορρόφηση 2. (μτφ.) χρησιμοποίηση και αξιοποίηση αγαθών ή προσώπων: ~ κεφαλαίων/κονδυλίων/πόρων. Η ~ του εργατικού δυναμικού από την αγορά εργασίας/των προϊόντων (πβ. κατανάλωση). 3. (μτφ.) ενσωμάτωση σ' ένα σύνολο και κατ' επέκτ. αφομοίωση, συγχώνευση: ~ των μεταναστών. Διαδικασία ~ης μιας εταιρείας από άλλη. 4. (μτφ.) (+ από) πλήρης αφοσίωση σε κάτι: ~ από το διάβασμα/τη δουλειά. ΣΥΝ. προσήλωση, συγκέντρωση (3) 5. ΦΥΣ. δέσμευση ενέργειας (συνήθ. ακτινοβολίας, ηχητικού κύματος) που διαχέεται σε υλικό ή οργανισμό: ~ θερμότητας/κραδασμών/φωτός. Φάσμα ~ης. Συντελεστής ~ήσεως. ~ ήχου (= ηχο~). Πβ. απόσβεση, οπτική πυκνότητα. Βλ. προσρόφηση. [< γαλλ. absorption] | |
| 5996 | απορροφήσιμος | , η, ο [ἀπορροφήσιμος] α-πορ-ρο-φή-σι-μος επίθ.: που μπορεί να απορροφηθεί από τον οργανισμό: (ΙΑΤΡ., για αιμοστατικά υλικά:) ~ος: σπόγγος (ζελατίνης). ~ες: γάζες/μεμβράνες (κολλαγόνου). ~α: ράμματα (από μετάξι).|| (ΒΙΟΧ.) Εύκολα ~ (: στο κόκκινο κρέας και στα ψάρια) και μη ~ (: στα λαχανικά) σίδηρος. || ~ήσιμοι: πόροι.[< γαλλ. absorbable] | |
| 5997 | απορροφητήρας | [ἀπορροφητήρας] α-πορ-ρο-φη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή απορρόφησης αέρα, υγρών ή στερεών ουσιών και συνήθ. των ατμών που παράγονται κατά το μαγείρεμα: επαγγελματικός ~. ~ στεγνής/υγρής αναρρόφησης. ~ τζακιού/τοίχου.|| Εντοιχιζόμενος/πτυσσόμενος/συρόμενος ~ κουζίνας. Φίλτρο ~α.|| (ειδικότ., μηχάνημα που μειώνει την ενέργεια η οποία διαδίδεται σε υλικό σώμα:) ~ κραδασμών. Βλ. αναρροφητήρας, -τήρας. [< γαλλ. aspirateur, 1906, hotte aspirante] | |
| 5998 | απορροφητικός | , ή, ό [ἀπορροφητικός] α-πορ-ρο-φη-τι-κός επίθ.: που έχει την ικανότητα να απορροφά (υγρά, σκόνη, ακτινοβολία, ήχο): ~ός: σωλήνας. ~ό: βαμβάκι/χαρτί (κουζίνας). ~ές: επιφάνειες/πετσέτες/σκούπες. ~ά: γυαλιά ηλίου.|| (ΙΑΤΡ.) ~ά: κύτταρα (του επιθηλίου). Βλ. προσροφητικός. [< γαλλ. absorbant] | |
| 5999 | απορροφητικότητα | [ἀπορροφητικότητα] α-πορ-ρο-φη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. απορροφητική ιδιότητα σώματος: ~ της ηλιακής ακτινοβολίας/των κραδασμών. Υλικό/χαρτί υψηλής ~ας. Επιφάνειες χαμηλής ~ας. 2. (μτφ.) ικανότητα αποτελεσματικής αξιοποίησης υλικών αγαθών ή προσώπων: ποσοστό/ρυθμός ~ας των κοινοτικών κονδυλίων/πόρων. Στόχος είναι η μεγαλύτερη ~ των ανέργων. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. absorptivité] | |
| 6000 | απορροφώ | [ἀπορροφῶ] α-πορ-ρο-φώ ρ. (μτβ.) {απορροφ-άς | απορρόφ-ησα, -ώμαι, -άται ... -ήθηκα, -ώντας, (λόγ. θηλ. μτχ.) -ώσα κ. -ούσα, -ώμενος κ. -ούμενος, -ημένος} & απορροφάω 1. (μτφ.) χρησιμοποιώ και αξιοποιώ (αγαθά ή ανθρώπους): ~ήθηκε στο σύνολό της η βαμβακοπαραγωγή. Έχουν ~ηθεί ευρωπαϊκά κονδύλια ύψους ... ευρώ. Πβ. καταναλώνω. 2. (μτφ.) ενσωματώνω κάποιον ή κάτι σ' ένα ισχυρότερο σύνολο, αφομοιώνω, συγχωνεύω: Η μια κοινότητα ~ησε την άλλη. Οι μικρές επιχειρήσεις ~ήθηκαν από τις μεγάλες. ~ώσα: εταιρεία. Πβ. εντάσσω. 3. {συνήθ. μεσοπαθ.} (μτφ.) απασχολώ κάποιον, τραβώ πλήρως την προσοχή του· προσηλώνομαι σε κάτι: Οι επαγγελματικές του δραστηριότητες τον ~ούν πλήρως. Μας ~ησε η δουλειά. Πβ. συνεπαίρνω, δεν σηκώνω κεφάλι.|| Δεν πρόσεξα τι είπε, γιατί είχα ~ηθεί στις σκέψεις μου. Είχε ~ηθεί από την ταινία. ΣΥΝ. αφοσιώνομαι ● απορροφά & απορροφάει 1. (για σώμα, οργανισμό ή υλικό που) επιτρέπει σε ουσία, συνήθ. υγρή ή αέρια, να το διαπεράσει και να παραμείνει στο εσωτερικό του: Τα δέντρα ~ούν το διοξείδιο του άνθρακα. Το βαμβάκι/το σφουγγάρι ~ (= τραβάει) τα υγρά. Ο οργανισμός ~ το ασβέστιο/τις βιταμίνες/τα θρεπτικά συστατικά των τροφών. Τα βαμβακερά ρούχα ~ούν τον ιδρώτα. Αφήνουμε το ρύζι να ~ήσει όλο το νερό. Η κρέμα ~ήθηκε γρήγορα από το δέρμα. ~ώμενα: (αδόκ. ~ούμενα) ράμματα (πβ. απορροφήσιμος). Πβ. πίνω, ρουφώ. 2. ΦΥΣ. (για υλικό ή οργανισμό) συγκρατεί εξ ολοκλήρου (συνήθ. ακτινοβολία, ηχητικό κύμα) χωρίς αντανάκλαση ή μετάδοση: ~ τη θερμότητα/τους κραδασμούς/τις πιέσεις. Πβ. αποσβένω. Βλ. προσροφά. ● ΣΥΜΠΛ.: απορροφούμενη/απορροφώμενη δόση βλ. δόση [< μεσν. απορροφώ, γαλλ. absorber] | |
| 6001 | απορρυθμίζω | [ἀπορρυθμίζω] α-πορ-ρυθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {απορρύθμι-σε, απορρυθμί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος} & απορυθμίζω 1. (μτφ.) διαταράσσω τον τρόπο λειτουργίας οργανωμένου συστήματος: Κοινωνικές ανακατατάξεις που ~ουν την οικονομία. ~σμένες: αγορές (εργασίας). ΣΥΝ. αποδιοργανώνω, αποσυντονίζω 2. κλονίζω την ομαλή, συνήθ. οργανική, λειτουργία: Το βιολογικό μου ρολόι έχει ~στεί. [< γαλλ. dérégler] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ