| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6002 | απορρύθμιση | [ἀπορρύθμιση] α-πορ-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.) & απορύθμιση 1. (μτφ.) διαταραχή του τρόπου λειτουργίας οργανωμένου συστήματος: εκπαιδευτική/οικονομική ~. ~ των εργασιακών σχέσεων (= εργασιακή ~). Προκάλεσε εσωτερική ~ και αποσταθεροποίηση στο ήρεμο κλίμα της ομάδας. ΣΥΝ. αποδιοργάνωση, αποσυντονισμός 2. απώλεια, διατάραξη της ομαλής, συνήθ. οργανικής, λειτουργίας: ~ της αρτηριακής πίεσης/του μεταβολισμού. [< γαλλ. dérèglement] | |
| 6003 | απορρυθμιστικός | , ή, ό [ἀπορρυθμιστικός] α-πορ-ρυθ-μι-στι-κός επίθ. & απορυθμιστικός: που προκαλεί απορρύθμιση: ~ός: παράγοντας. ~ή: ανταγωνιστικότητα. ΑΝΤ. ρυθμιστικός ● επίρρ.: απορρυθμιστικά | |
| 6004 | απορρυπαίνω | [ἀπορρυπαίνω] α-πορ-ρυ-παί-νω ρ. (μτβ.) {απορρυπα-νθεί} & (σπάν.) απορυπαίνω 1. καθαρίζω χώρο, περιοχή από τη ρύπανση: Τεχνολογίες που ~ουν το περιβάλλον. Προσπάθειες να ~νθούν εδάφη/παράκτιες ζώνες/ποτάμια. ΑΝΤ. ρυπαίνω 2. (σπάν.) απομακρύνω τοξικά υλικά από όχημα ή συσκευή, κυρ. πριν από την ανακύκλωσή τους. [< αρχ. ἀπορρυπαίνω ‘μαυρίζω, λερώνω’, αγγλ. depollute, 1967] | |
| 6005 | απορρύπανση | [ἀπορρύπανση] α-πορ-ρύ-παν-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) απορύπανση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απορρυπαίνω: ~ των ακτών/της ατμόσφαιρας/εδαφών/του περιβάλλοντος/των υδάτων. Σκάφος ~ης. Πβ. καθαρισμός. Βλ. αντιρρύπανση. ΑΝΤ. ρύπανση.|| ~ οχημάτων/των συσκευών. [< αγγλ. depollution] | |
| 6006 | απορρυπαντικό | [ἀπορρυπαντικό] α-πορ-ρυ-πα-ντι-κό ουσ. (ουδ.): χημική ουσία καθαρισμού συνήθ. με τη χρήση νερού: απαλό/συμπυκνωμένο ~. ~ γενικής χρήσης/πιάτων (= υγρό πιάτων)/πλυντηρίου. Επαγγελματικά/οικιακά ~ά. ~ για δύσκολους λεκέδες/σε σκόνη. ~ά και απολυμαντικά/μαλακτικά. Πβ. καθαριστικό. [< γαλλ. détergent, détersif, αγγλ. detergent] | |
| 6007 | απορώ | [ἀπορῶ] α-πο-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απορείς ... | απόρ-ησα, απορ-ώντας, -ημένος}: δεν μπορώ να κατανοήσω, να εξηγήσω κάτι, δεν είμαι βέβαιος· μένω έκπληκτος: ~ μαζί του/με σένα/με τον εαυτό μου. ~εί γιατί δεν τον ειδοποίησαν. ~ πού το έχει το μυαλό του. ~ούν αν θα είναι όλα έτοιμα στην ώρα τους. Πβ. αναρωτιέμαι, διερωτώμαι.|| ~ησε, μόλις τον είδε. ~ησαν με τις γνώσεις του. Πβ. εκπλήσσομαι, ξαφνιάζομαι, παραξενεύομαι. ● ΦΡ.: απορώ και εξίσταμαι (λόγ.-εμφατ.): δοκιμάζω ισχυρή έκπληξη, αδυνατώ να κατανοήσω κάτι: ~ ~ με αυτά που λέτε/με τη νοοτροπία σας., απορώ και θαυμάζω (εμφατ.): για να δηλωθεί μεγάλη απορία ή κατάπληξη: ~εί και ~ει την επινοητικότητα πολλών αρχαίων λαών., είναι να απορεί κανείς: είναι άξιο απορίας: ~ ~ για την αντοχή του. ~ ~ που δεν τα κατάφερε.|| Είναι να απορείς με την επιμονή του. [< αρχ. ἀπορῶ] | |
| 6008 | αποσαθρώνω | [ἀποσαθρώνω] α-πο-σα-θρώ-νω ρ. (μτβ.) {αποσάθρω-σε, αποσαθρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} 1. ΓΕΩΛ. {στο γ' πρόσ.} προκαλώ την καταστροφή της ορυκτολογικής συνοχής πετρωμάτων μέσω βιολογικών, φυσικών ή χημικών διεργασιών: Γεωλογικά υλικά που ~ονται από τα κύματα της θάλασσας/το νερό της βροχής/τους (ζωικούς/φυτικούς) οργανισμούς.|| (κατ' επέκτ., για οτιδήποτε έχει υποστεί αποσύνθεση) ~μένο: σκυρόδεμα. ~μένα: ξύλα. Πβ. διαβρώνω, σαπίζω. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) συντελώ στην κατάρρευση της συνεκτικότητας συστήματος, θεσμού ή αξιών: Κρίση που ~ει τα παραδοσιακά πολιτικά συστήματα. Κράτος που έχει αρχίσει να ~εται οικονομικά. ~μένη: κοινωνία. Πβ. αποσυνθέτω, διαλύω, φθείρω. [< γαλλ. désagréger] | |
| 6009 | αποσάθρωση | [ἀποσάθρωση] α-πο-σά-θρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΛ. φαινόμενο αλλοίωσης των πετρωμάτων που έρχονται σε επαφή με την ατμόσφαιρα, με αποτέλεσμα την καταστροφή της συνοχής των ορυκτολογικών τους συστατικών: μηχανική/φυσική/χημική ~. ~ από διαλύματα ανθρακικού οξέος/λόγω παγετού. Διάβρωση και ~ εδαφών. ~ και ερημοποίηση της γης.|| (κατ' επέκτ.) Θραύση και ~ δομικών υλικών. Πβ. αποσύνθεση, φάγωμα, φθορά. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) σταδιακή κατάρρευση της συνεκτικότητας συστήματος, θεσμού, αξιών: ηθική/κοινωνική ~. ~ της εξουσίας. Πβ. αποδόμηση, διάλυση, κατάρρευση. ● ΣΥΜΠΛ.: αιολική διάβρωση/αποσάθρωση βλ. αιολικός2 [< γερμ. Verwitterung, γαλλ. désagrégation] | |
| 6010 | αποσαφηνίζω | [ἀποσαφηνίζω] α-πο-σα-φη-νί-ζω ρ. (μτβ.) {αποσαφήνι-σα, αποσαφηνί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, αποσαφηνίζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): καθιστώ κάτι σαφές, ξεκάθαρο, κατανοητό: ~ει τις απόψεις/τους στόχους του. Παράρτημα που ~ει τεχνικούς όρους και έννοιες. ~εται (ρητά και κατηγορηματικά) ότι ... Η κατάσταση/υπόθεση δεν έχει ακόμα/πλήρως ~στεί. Διατάξεις που πρέπει να ~στούν περαιτέρω. Δεν είναι ακόμα ~σμένο το πώς ακριβώς θα ενεργήσει. Πβ. επεξηγώ, ξεδιαλύνω, ξεκαθαρίζω. ΣΥΝ. διασαφηνίζω, διευκρινίζω ΑΝΤ. συσκοτίζω (1) [< μτγν. ἀποσαφηνίζω] | |
| 6011 | αποσαφήνιση | [ἀποσαφήνιση] α-πο-σα-φή-νι-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): επεξήγηση, διευκρίνιση: ~ αρμοδιοτήτων/εννοιών/λέξεων/όρων. ~ των (προ)θέσεων/στόχων κάποιου. Στοιχείο που χρήζει (περαιτέρω) ~ης. Θα ήθελα μερικές ~ίσεις σχετικά με ... Πβ. ξεκαθάρισμα. Βλ. συγκεκριμενοποίηση. ΣΥΝ. διασαφήνιση, σαφήνιση ΑΝΤ. συσκότιση (1) | |
| 6012 | αποσαφηνιστικός | , ή, ό [ἀποσαφηνιστικός] α-πο-σα-φη-νι-στι-κός επίθ. (λόγ.): διασαφηνιστικός: ~ή: απάντηση. ΣΥΝ. διευκρινιστικός, επεξηγηματικός | |
| 6013 | αποσβένω | [ἀποσβένω] α-πο-σβέ-νω ρ. (μτβ.) {απόσβε-σα, αποσβέ-σει, -στηκε (λόγ. -σθηκε, μτχ. -σθείς, -σθείσα, -σθέν), -στεί (λόγ. -σθεί), -σμένος} 1. ΟΙΚΟΝ. & (προφ.) αποσβήνω: εξοφλώ βαθμιαία χρέος ή μειώνω σταδιακά την αξία πάγιων περιουσιακών στοιχείων: Η εταιρεία ~σε την επένδυση σε διάστημα ... μηνών. Έχει ~σει το δάνειο. Ζημίες/κεφάλαια που ~στηκαν εφάπαξ/πλήρως/τμηματικά. ~σμένο: κόστος. 2. ΦΥΣ. {στο γ' πρόσ.} μειώνω το εύρος ταλαντευτικής κίνησης από ακουστικό, μηχανικό ή ηλεκτρικό σύστημα: Υλικό που ~ει τους κραδασμούς. Αναρτήσεις που ~ουν (αποτελεσματικά) τις ανωμαλίες του οδοστρώματος. Πβ. απορροφώ. ● Παθ.: αποσβένεται: ΝΟΜ. ακυρώνεται, παραγράφεται: Δικαιώματα που ~ονται μετά τον θάνατο του δικαιούχου. [< αρχ. ἀποσβέννυμι & αποσβεννύω ‘σβήνω, καταστρέφω’, γαλλ. éteindre, amortir] | |
| 6014 | απόσβεση | [ἀπόσβεση] α-πό-σβε-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) βαθμιαία εξόφληση οφειλόμενου ποσού ή κάλυψη κεφαλαίου που δαπανήθηκε: ~ δανείου/χρέους (πβ. χρεολυσία). ~ επένδυσης/του κόστους αγοράς. 2. ΟΙΚΟΝ. διαδικασία κατά την οποία ένα μέρος του κεφαλαίου χάνει την αξία του λόγω της συμμετοχής του στην παραγωγική διαδικασία ή της παρόδου του χρόνου ή της οικονομικής του απαξίωσης και κατ' επέκτ. το ίδιο το κεφάλαιο: γραμμική/επιταχυνόμενη/λογιστική/σταθερή/τοκοχρεολυτική/φθίνουσα/φορολογική ~. ~ μετοχικού κεφαλαίου/πάγιων στοιχείων/χρήσης. Κόστος/υπολογισμός ~ης εξοπλισμού. Έξοδα πολυετούς ~ης. ~έσεις κτιρίων/μηχανημάτων. Κέρδη προ τόκων, ~έσεων και φόρων. 3. ΦΥΣ. προοδευτική μείωση του εύρους ταλάντωσης από ακουστικό, μηχανικό ή ηλεκτρικό σύστημα λόγω απώλειας της ενέργειας: ~ κραδασμών. Λόγος/σταθερά/χρόνος ~ης. ~ λόγω τριβής. Η ικανότητα ~ης των αμορτισέρ. Πβ. απορρόφηση. Βλ. απάλειψη, εξάλειψη. 4. ΝΟΜ. ακύρωση: ~ δικαιώματος/ενοχής. ~ των ποινών σε χρήμα. Πβ. άρση, κατάργηση, παραγραφή. [< αρχ. ἀπόσβεσις ‘σβήσιμο, κατάσβεση, γαλλ. amortissement, extinction] | |
| 6015 | αποσβεστήρας | [ἀποσβεστήρας] α-πο-σβε-στή-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΤΕΧΝΟΛ. αμορτισέρ: ~ κραδασμών/κρούσεων/ταλαντώσεων. Βλ. -τήρας. | |
| 6016 | αποσβεστικός | , ή, ό [ἀποσβεστικός] α-πο-σβε-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την απόσβεση: ~ή: προθεσμία. | |
| 6017 | αποσβήνω | βλ. αποσβένω | |
| 6018 | αποσβολώνω | [ἀποσβολώνω] α-πο-σβο-λώ-νω ρ. (μτβ.) {αποσβόλω-σα, αποσβολώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, συνήθ. μεσοπάθ.} (προφ.): καθιστώ κάποιον ανίκανο να αντιδράσει εξαιτίας της έκπληξης που του προκαλώ: Έχω ~θεί από/με αυτά που ακούω/βλέπω (πβ. τα χάνω)! ● Μτχ.: αποσβολωμένος , η, ο: κατάπληκτος: Καθόταν/στεκόταν ~. (εμφατ.) Είχε μείνει άναυδη, άφωνη και ~η. Πβ. έκπληκτος, κοκαλωμένος, με ανοιχτό το στόμα. [< μτγν. ἀπασβολοῦμαι] | |
| 6019 | απόσειση | [ἀπόσειση] α-πό-σει-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): απαλλαγή: ~ ευθυνών (πβ. αποποίηση, ΑΝΤ. ανάληψη).|| ~ της ξένης κυριαρχίας (πβ. απελευθέρωση, αποτίναξη). [< μτγν. ἀπόσεισις 'άσεμνος χορός'] | |
| 6020 | αποσείω | [ἀποσείω] α-πο-σεί-ω ρ. (μτβ.) {απέσει-σε κ. απόσει-σε, αποσεί-σει} (απαιτ. λεξιλόγ.): απαλλάσσομαι από δυσάρεστη, επιβαρυντική κατάσταση: ~σε την κατηγορία (πβ. αποποιείται). Προσπαθεί να ~σει (από πάνω του) τις (βαρύτατες) προσωπικές του ευθύνες.|| Κατάφεραν να ~σουν (= να αποτινάξουν) τον ξένο ζυγό. [< αρχ. ἀποσείω, γαλλ. secouer] | |
| 6021 | αποσεξουαλικοποίηση | [ἀποσεξουαλικοποίηση] α-πο-σε-ξου-α-λι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αποστέρηση της σεξουαλικοποίησης, κυρ. των σεξουαλικών χαρακτηριστικών και η υποβάθμιση της σεξουαλικής ποιότητας. [αγγλ. desexualization, γαλλ. desexualisation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ