| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6022 | αποσιδήρωση | [ἀποσιδήρωση] α-πο-σι-δή-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μέθοδος ελάττωσης του αυξημένου ποσοστού σιδήρου στο αίμα, κυρ. εξαιτίας συχνών μεταγγίσεων, με σκοπό την αποφυγή των επιπλοκών που προκαλεί: ~ με υποδόρια έγχυση ουσίας/χάπι. Θεραπεία ~ης. 2. ΧΗΜ. μέθοδος απομάκρυνσης της ποσότητας σιδήρου που περιέχεται σε κάποιο σώμα: φίλτρα ~ης του νερού (: αφαίρεσης των βαρέων μετάλλων από το πόσιμο νερό). Πβ. αποσκλήρυνση. Βλ. αποχλωρίωση.|| ~ βιομηχανικών ορυκτών και μεταλλευμάτων. [< γαλλ. déferrization] | |
| 6023 | αποσιώπηση | [ἀποσιώπηση] α-πο-σι-ώ-πη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αποφυγή κοινοποίησης στοιχείων ή αναφοράς σε ορισμένο θέμα: πλήρης/σκόπιμη ~. ~ (από τον Τύπο) της είδησης/του σκανδάλου (πβ. πνίξιμο). (ΝΟΜ.) ~ πληροφοριών (= απόκρυψη). ΣΥΝ. παρασιώπηση ΑΝΤ. αποκάλυψη (1) 2. ΤΕΧΝΟΛ. λειτουργία ηχητικής σίγησης: ~ μικροφώνου (τηλεφωνικής συσκευής). Πλήκτρο ~ης. ΣΥΝ. σίγαση [< μτγν. ἀποσιώπησις ‘διακοπή της ομιλίας’, (ως όρος της ΡΗΤΟΡ.) aposiopèse, αγγλ. aposiopesis] | |
| 6024 | αποσιωπητικά | [ἀποσιωπητικά] α-πο-σι-ω-πη-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): ΓΡΑΜΜ. σημείο στίξης (...) που χρησιμοποιείται για να δηλωθεί ελλειπτικότητα ή εκούσια παράλειψη τμήματος λόγου ή λέξεων δηλωτικών συγκεκριμένης σκέψης ή/και συναισθήματος (ειρωνείας, αμηχανίας, φόβου, συγκίνησης): ~ μέσα σε τετράγωνες αγκύλες (: για αντικατάσταση εδαφίου που έχει παραλειφθεί στο παράθεμα). Απάντηση με πολλά ~ (= υπονοούμενα). ΣΥΝ. τρεις τελείες | |
| 6025 | αποσιωπώ | [ἀποσιωπῶ] α-πο-σι-ω-πώ ρ. (μτβ.) {αποσιωπ-άς ... | αποσιώπ-ησα, -άται, -ώνται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας, -ώμενος}: παραλείπω σκόπιμα να αναφερθώ σε κάτι ή να το κοινοποιήσω: ~ την αλήθεια. ~άται εσκεμμένα το γεγονός ότι ... Επεισόδιο/σκάνδαλο που ~ήθηκε από τα ΜΜΕ. ~ημένη: ιστορία/υπόθεση. ~ημένο: έγκλημα. Πβ. αποκρύπτω, κρύβω, παρασιωπώ. ΑΝΤ. αποκαλύπτω (1), φανερώνω [< μτγν. ἀποσιωπῶ] | |
| 6026 | αποσκελετωμένος | , η, ο [ἀποσκελετωμένος] α-πο-σκε-λε-τω-μέ-νος επίθ.: υπερβολικά αδύνατος, συνήθ. λόγω ασιτίας: ~ο: πρόσωπο. Πβ. αποστεωμένος, κοκαλιάρης, λιπόσαρκος. | |
| 6027 | αποσκευή | [ἀποσκευή] α-πο-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: καθετί (βαλίτσα, σάκος, τσάντα) στο οποίο μεταφέρει ο ταξιδιώτης συνήθ. τα προσωπικά του αντικείμενα: βάρος ~ής. Απώλεια/παραλαβή/χώρος ~ών. Επιβάτες με/χωρίς ~ές. Πβ. μπαγκάζια. Βλ. χειρ~.|| (μτφ.) Η ομάδα έχει/φέρνει στις ~ές της το κύπελλο. Κουβαλάει στις ~ές του αρκετές διακρίσεις (: έχει στο ενεργητικό του). [< μτγν. ἀποσκευή, γαλλ. bagage] | |
| 6028 | αποσκίρτηση | [ἀποσκίρτηση] α-πο-σκίρ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του αποσκιρτώ: ~ του βουλευτή από την παράταξη. Πβ. αποστασία, αποχώρηση, μεταπήδηση.|| ~ πελατών (από την εταιρεία).|| (ΙΣΤ.) ~ υπόδουλων περιοχών (πβ. απόσχιση). [< μεσν. αποσκίρτησις] | |
| 6029 | αποσκιρτώ | [ἀποσκιρτῶ] α-πο-σκιρ-τώ ρ. (αμτβ.) {αποσκιρτ-ά ... | αποσκίρτ-ησε, -ήσει} (απαιτ. λεξιλόγ.): εγκαταλείπω, οργανωμένο σύνολο ή μορφή εξουσίας, συνήθ. με σκοπό την προσχώρησή μου αλλού: ~ησε από το κόμμα (= ανεξαρτοποιήθηκε, αυτονομήθηκε). Πβ. αποστατώ, αποσχίζομαι, αποχωρώ. [< μτγν. ἀποσκιρτῶ 'απομακρύνομαι με πηδήματα'] | |
| 6030 | αποσκλήρυνση | [ἀποσκλήρυνση] α-πο-σκλή-ρυν-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. διαδικασία απομάκρυνσης ανόργανων στερεών συστατικών (ασβεστίου, μαγνησίου) από το φυσικό νερό, μέσω φυσικών ή χημικών μεθόδων, ώστε να βελτιωθεί η ποιότητά του και να καταστεί κατάλληλο για καθημερινή χρήση: ~ με απόσταξη/χρήση ανθρακικού νατρίου. ~-απιονισμός/απονιτροποίηση/αφαλάτωση/φίλτρανση. Πβ. αποσιδήρωση. [< γαλλ. adoucissement, γερμ. Enthärtung] | |
| 6031 | αποσκληρυντής | [ἀποσκληρυντής] α-πο-σκλη-ρυ-ντής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή αποσκλήρυνσης νερού: αυτόματος/ηλεκτρονικός/μαγνητικός ~. [< γαλλ. adoucisseur, περ. 1960] | |
| 6032 | αποσκληρυντικό | [ἀποσκληρυντικό] α-πο-σκλη-ρυ-ντι-κό ουσ. (ουδ.): ουσία που συντελεί στην αποσκλήρυνση: Καθαριστικό και ~. Βάζω ~ (στο πλυντήριο πιάτων/ρούχων).|| Απορρυπαντικά και ~ά υφάσματος. [< γερμ. Enthärtungsmittel] | |
| 6033 | αποσκοπώ | [ἀποσκοπῶ] α-πο-σκο-πώ ρ. (μτβ.) {αποσκοπ-είς ..., -ώντας· μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (+ σε) (λόγ.): έχω ως συγκεκριμένο σκοπό: Μέτρα που ~ούν στην αντιμετώπιση της κρίσης. Το μάθημα ~εί στο να εξοικειώσει τους μαθητές με ... Βλ. -σκοπώ. ΣΥΝ. αποβλέπω, στοχεύω (2) [< αρχ. ἀποσκοπῶ] | |
| 6034 | απόσμηση | [ἀπόσμηση] α-πό-σμη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αφαίρεση των δυσάρεστων οσμών με χρήση ειδικών προϊόντων: ~ αποχετευτικού/κάδου απορριμμάτων. Μονάδα απολύμανσης και ~ης λυμάτων. Προϊόντα για την ~ χώρων. [< γαλλ. désodorisation] | |
| 6035 | αποσμητικός | , ή, ό [ἀποσμητικός] α-πο-σμη-τι-κός επίθ.: που καταπολεμά την κακοσμία: ~ή: κρέμα. ~ό: σπρέι. Αντιιδρωτικά/απολυμαντικά/αντισηπτικά και ~ά προϊόντα. ● Ουσ.: αποσμητικό (το): ουσία, συνήθ. αρωματική, ή προϊόν που εξουδετερώνει τις δυσάρεστες μυρωδιές: ~ σώματος. ~ για τις μασχάλες/χωρίς οινόπνευμα. ~ σε στικ. Βάζω ~.|| ~ αυτοκινήτου/τουαλέτας/χώρου. [< γαλλ. déodorant, 1955] | |
| 6036 | αποσόβηση | [ἀποσόβηση] α-πο-σό-βη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αποτροπή, αποφυγή: ~ του κινδύνου/πολέμου. Διαβουλεύσεις για/προς ~ της κρίσης. Πβ. εξουδετέρ-, ματαί-ωση. [< μτγν. ἀποσόβησις ‘εκφοβισμός’] | |
| 6037 | αποσοβώ | [ἀποσοβῶ] α-πο-σο-βώ ρ. (μτβ.) {αποσοβείς ... | αποσόβ-ησε (λόγ.) απεσόβησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): απομακρύνω, αποτρέπω κάτι αρνητικό: Οι αστυνομικές δυνάμεις κατάφεραν να ~ήσουν τα επεισόδια. Επίθεση/σκάνδαλο που ~ήθηκε την τελευταία στιγμή (χάρη σε ...). ~ώντας τον κίνδυνο.|| Ο αμυντικός/τερματοφύλακας ~ησε το γκολ. Πβ. αποκρούω. [< αρχ. ἀποσοβῶ ‘εκφοβίζω, κρατώ μακριά’] | |
| 6038 | απόσπαση | [ἀπόσπαση] α-πό-σπα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. προσωρινή τοποθέτηση δημοσίου υπαλλήλου σε θέση που δεν είναι η οργανική του: ~ γιατρού. Ανάκληση/ανανέωση/φορέας ~ης. ~άσεις αστυνομικών/εκπαιδευτικών. Ζητώ ~. Εγκρίθηκε/παρατάθηκε η ~ή του. Βλ. μετάθεση. 2. {συνήθ. χωρ. πληθ.} αποκοπή, αποσύνδεση τμήματος από σύνολο: ~ βράχων (= αποκόλληση)/μαρμάρων. ~ κράτους από συμμαχία/οικισμού από κοινότητα.|| (ΒΙΟΛ.) ~ του RNA από το DNA. Πβ. απομόνωση, αποχωρ-, διαχωρ-ισμός. 3. {συνήθ. χωρ. πληθ.} απόκτηση πράγματος ή επίτευξη στόχου ύστερα από επίπονη προσπάθεια ή με δόλιο τρόπο: ~ χρημάτων (πβ. κατάχρηση, υπεξαίρεση). ~ εδαφών (: βίαιη αφαίρεση, κατάκτηση).|| ~ ομολογίας/προσωπικών στοιχείων/συναίνεσης. ● ΣΥΜΠΛ.: διάσπαση/απόσπαση (της) προσοχής βλ. διάσπαση [< μτγν. ἀπόσπασις ‘αποκοπή, χωρισμός’ 1,2: γαλλ. détachement 3: γαλλ. extorsion] | |
| 6039 | απόσπασμα | [ἀπόσπασμα] α-πό-σπα-σμα ουσ. (ουδ.) 1. (+ από/+ γεν.) τμήμα, μέρος συνόλου (συνήθ. γραπτού ή προφορικού κειμένου ή έργου τέχνης): ~ από το βιβλίο/τα πρακτικά. ~ ληξιαρχικής πράξης/ποινικού μητρώου. Κινηματογραφικό/μουσικό ~. Εκτενή/επιλεγμένα/ηχητικά ~ατα. ~ατα λογοτεχνικών έργων. Πβ. παράθεμα, κομμάτι. Βλ. εδάφιο, περικοπή, χωρίο. 2. ΣΤΡΑΤ. τμήμα στρατιωτικών ή αστυνομικών που συγκροτείται προσωρινά, για να εκτελέσει ειδική υπηρεσία: καταδιωκτικό ~. ● αποσπάσματα (τα): ΦΙΛΟΛ. σωζόμενα τμήματα από χαμένα έργα αρχαίων συγγραφέων: Τα ~ των προσωκρατικών. ● ΣΥΜΠΛ.: εκτελεστικό απόσπασμα (παλαιότ.): στρατιωτικό άγημα που είχε ως αποστολή να εκτελεί όσους είχαν καταδικαστεί σε θάνατο., τιμητικό άγημα/απόσπασμα βλ. άγημα ● ΦΡ.: (στήνω/στέλνω κάποιον/κάτι) στο απόσπασμα 1. (μτφ.) καταπατώ, υποβαθμίζω: Τα ανθρώπινα δικαιώματα/οι ελευθερίες στήνονται ~ ~. 2. (παλαιότ.) καταδικάζω κάποιον σε θάνατο: Το στρατοδικείο τον έστειλε ~ ~. [< 1: αρχ. ἀπόσπασμα, γαλλ. fragment, extrait 2: γαλλ. détachement] | |
| 6040 | αποσπασματικός | , ή, ό [ἀποσπασματικός] α-πο-σπα-σμα-τι-κός επίθ.: που δεν έχει ολοκληρωμένη μορφή, που γίνεται τμηματικά ή παραδίδεται σε αποσπάσματα: ~ός: τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος/χαρακτήρας (του νομοσχεδίου). ~ή: ανάγνωση. ~ό: υλικό. ~ές: αναφορές/εικόνες (= σκόρπιες)/ενέργειες/κινήσεις/λύσεις (= εμβαλωματικές)/μαρτυρίες/παρεμβάσεις/πληροφορίες. ~ά: κείμενα (: όχι ολόκληρα)/μέτρα (: πρόχειρα, που δεν είναι πλήρη).|| ~ή: γραφή (: χωρίς αλληλουχία των επιμέρους στοιχείων). Λόγος ελλειπτικός και ~. Πβ. ατελής, κομματιαστός, μερικός. ΑΝΤ. συνολικός ● επίρρ.: αποσπασματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. fragmentaire, γερμ. fragmentarisch, αγγλ. fragmentary] | |
| 6041 | αποσπασματικότητα | [ἀποσπασματικότητα] α-πο-σπα-σμα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το γνώρισμα του αποσπασματικού: ~ της αφήγησης/των γνώσεων/των πηγών. Προχειρότητα και ~ στον σχεδιασμό ενός έργου. Πβ. μερικότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. fragmentarité] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ