| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6042 | αποσπασμένος | , η, ο [ἀποσπασμένος] α-πο-σπα-σμέ-νος επίθ. 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (δημόσιος υπάλληλος) που έχει τοποθετηθεί προσωρινά σε θέση που δεν είναι η οργανική του: ~ο: προσωπικό. ~οι: εκπαιδευτικοί.|| (ως ουσ.) Οι ~οι στο Υπουργείο. Πβ. αποσπώμενος. Βλ. μεταθέτω. 2. αποκομμένος: θεωρία ~η από την πράξη. ● βλ. αποσπώ | |
| 6043 | Αποσπερίτης | [Ἀποσπερίτης] Α-πο-σπε-ρί-της ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ο πλανήτης Αφροδίτη, όταν εμφανίζεται μετά τη δύση του ήλιου. Πβ. Αυγερινός. Βλ. -ίτης1. ΣΥΝ. Έσπερος [< μεσν. Αποσπερίτης] | |
| 6044 | αποσπώ | [ἀποσπῶ] α-πο-σπώ ρ. (μτβ.) {αποσπ-άς ... | απέσπ-ασα (σπανιότ.) απόσπασα, αποσπ-άσει, -ώμαι, -άται ..., -άστηκα (λόγ.) -άσθηκα, -ασμένος, -ώντας} (λόγ.) 1. αποκόπτω, αποσυνδέω τμήμα από σύνολο: Ο βράχος ~άστηκε από ... (= αποκολλήθηκε). Ο οικισμός ~άται από την ... και προσαρτάται στην ... ~άστηκε από την ομάδα (= απομακρύνθηκε, απομονώθηκε). Το κρατίδιο ~άστηκε από την ομοσπονδία. Πβ. αποχωρίζω. 2. αφαιρώ βίαια, αρπάζω, κατακτώ: Οι δράστες ~ασαν ... ευρώ. (= έκλεψαν). Του ~ασαν το έγγραφο με τη βία.|| Επιδιώκουν να ~άσουν εδάφη. Πβ. παίρνω. 3. (μτφ.) αποκτώ κάτι ή επιτυγχάνω στόχο ύστερα από επίπονη προσπάθεια ή με δόλιο τρόπο: ~ το πρώτο βραβείο/τη νίκη/το χειροκρότημα (του κοινού)/ψήφους. ~ την εμπιστοσύνη/εύνοια κάποιου. Απέσπασε καλές κριτικές/κολακευτικά σχόλια/τιμητικές διακρίσεις για ... ~ασε τη δέσμευση ότι ... Δεν μπόρεσα να του ~άσω κουβέντα/πληροφορίες (πβ. εκμαιεύω, ψαρεύω, του τα βγάζω με το τσιγκέλι). Κατάφερε να ~άσει τη μερίδα του λέοντος από ... (βλ. λέων). Πβ. κερδίζω, παίρνω. 4. (μτφ., συνήθ. με αφηρ. ουσ.) απομακρύνω κάτι ή κάποιον από κάπου: Δεν ~ά το βλέμμα του από την οθόνη. Αυτοκίνητο που ~ά το ενδιαφέρον του αγοραστικού κοινού (= προσελκύει, τραβά).|| ~άται εύκολα, όταν διαβάζει (= αφαιρείται. ΑΝΤ. συγκεντρώνεται). Μη μου ~άς την προσοχή! Πβ. απασχολώ, διακόπτω. 5. τοποθετώ προσωρινά δημόσιο υπάλληλο σε θέση που δεν είναι η οργανική του: Έχει ~αστεί στην Ακαδημία Αθηνών. Βλ. μεταθέτω. ● βλ. αποσπασμένος [< αρχ. ἀποσπῶ, γαλλ. détacher, arracher] | |
| 44636 | αποσπώμενο καπάκι | ρου-ξού-νι ουσ. (ουδ.): τμήμα βρύσης, από το οποίο τρέχει το νερό: αποσπώμενο/περιστρεφόμενο ~. | |
| 6045 | αποσπώμενος | , η, ο [ἀποσπώμενος] α-πο-σπώ-με-νος επίθ. 1. (επίσ.) που μπορεί να αφαιρεθεί από συσκευή, μηχανισμό ή κατασκευή: ~ος: κάδος. ~η: βάση/θήκη/κεραία/μνήμη (= φορητή)/σχάρα. ~ο: καπάκι. ~α: καθίσματα/ράφια. Θύρα/υποδοχή για ~o σκληρό δίσκο (πβ. μέμορι στικ, φλασάκι). ~η και επαναφορτιζόμενη μπαταρία. Αυτοκίνητο με ~η οροφή (πβ. πτυσσόμενη, βλ. καμπριολέ). Πβ. προσθαφαιρούμενος. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (δημόσιος υπάλληλος) που αποσπάται. Πβ. αποσπασμένος. [< αρχ. ἀποσπώμενος, αγγλ. detachable] | |
| 6046 | απόσταγμα | [ἀπόσταγμα] α-πό-σταγ-μα ουσ. (ουδ.) {αποστάγμ-ατα} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. προϊόν απόσταξης: αλκοολούχο/φυσικό ~. ~ λουλουδιών/οίνου/στεμφύλων (= τσίπουρο)/φρούτων. Ελαφρά/μεσαία ~ατα πετρελαίου. Βλ. εκχύλισμα. ΣΥΝ. στάγμα (2) 2. (μτφ.) η ουσία ή το βαθύτερο νόημα ιδέας, εμπειρίας: ~ ζωής/σοφίας/ψυχής. ~ατα σκέψεων. Έργο που αποτελεί ~ μελέτης. Πβ. καταστάλαγμα, πεμπτουσία. [< μτγν. ἀπόσταγμα ‘αυτό που στάζει ή σταλάζει’, γαλλ. distillat, 1908] | |
| 6047 | αποσταγματοποιείο | [ἀποσταγματοποιεῖο] α-πο-σταγ-μα-το-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.): μονάδα με ειδικές εγκαταστάσεις απόσταξης: Οινοποιείο-~. Πβ. αποστακτήριο. Βλ. -ποιείο. ΣΥΝ. αποσταγματοποιία | |
| 6048 | αποσταγματοποιία | [ἀποσταγματοποιία] α-πο-σταγ-μα-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): αποσταγματοποιείο: Ποτοποιία-~. Πβ. αποστακτήριο. Βλ. -ποιία. | |
| 6049 | αποσταγματοποιός | [ἀποσταγματοποιός] α-πο-σταγ-μα-το-ποι-ός ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης αποστακτηρίου ή επαγγελματίας ειδικός στην απόσταξη: πεπειραμένος ~. Μικροί ~οί (: που αποστάζουν μικρές ποσότητες). Βλ. -ποιός. | |
| 6050 | αποσταγμένος | , η, ο [ἀποσταγμένος] α-πο-σταγ-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) απεσταγμένος: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που λαμβάνεται με απόσταξη: ~α αλκοολούχα ποτά (βλ. βότκα, μπράντι, ουίσκι). ● ΣΥΜΠΛ.: απεσταγμένο/αποσταγμένο νερό: που έχει υποστεί απόσταξη και συνεπώς είναι απαλλαγμένο από μεταλλικά στοιχεία. Βλ. απιονισμένος. [< γαλλ. distillé] | |
| 6051 | αποστάζω | [ἀποστάζω] α-πο-στά-ζω ρ. (μτβ.) {απέστα-ξα κ. απόστα-ξα, αποστά-ξει, -χθηκε, -χθεί}: κάνω ή υφίσταμαι απόσταξη: Το οινόπνευμα ~ει στους ... βαθμούς Κελσίου. ~ξαν ούζο/ουίσκι/τσίπουρο. Αιθέρια έλαια που έχουν ~χθεί με ατμό/υπό πίεση. [< αρχ. ἀποστάζω, γαλλ. distiller] | |
| 6052 | αποσταθεροποίηση | [ἀποσταθεροποίηση] α-πο-στα-θε-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διατάραξη, κλονισμός της ισορροπίας συστήματος ή γενικότ. κατάστασης: εσωτερική/κοινωνική/οικολογική/οικονομική/πολιτική ~. ~ της αγοράς/των θεσμών/του κλίματος. Κέντρα ~ης. Πβ. αποδιοργάνωση, διασάλευση. [< αγγλ. destabilization, 1974, γαλλ. déstabilisation, περ. 1970] | |
| 6053 | αποσταθεροποιητικός | , ή, ό [ἀποσταθεροποιητικός] α-πο-στα-θε-ρο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που προκαλεί αποσταθεροποίηση: ~ός: παράγοντας.~ές: εξελίξεις/τάσεις. ΑΝΤ. σταθεροποιητικός ● επίρρ.: αποσταθεροποιητικά [< αγγλ. destabilizing, 1924] | |
| 6054 | αποσταθεροποιώ | [ἀποσταθεροποιῶ] α-πο-στα-θε-ρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποσταθεροποι-είς ... | αποσταθεροποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: προκαλώ αποσταθεροποίηση: Κρίση που ~εί την αγορά. Σύγκρουση που απειλεί να ~ήσει την ειρήνη στην περιοχή. Αξίες/θεσμοί/οικοσυστήματα που έχουν πλήρως ~ηθεί. Πβ. διασαλεύω, διαταράσσω, κλονίζω. Βλ. ανατρέπω, υπονομεύω.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Το απότομο φρενάρισμα ~εί το αυτοκίνητο. Πβ. απορρυθμίζω. ΑΝΤ. σταθεροποιώ [< αγγλ. destabilize, 1934, γαλλ. déstabiliser] | |
| 6055 | αποσταίνω | [ἀποσταίνω] α-πο-σταί-νω ρ. (αμτβ.) {απόστα-σα} (λαϊκό-λογοτ.): κουράζομαι, εξαντλούμαι: ~σε και κάθισε για να ξεκουραστεί. ΣΥΝ. αποκάνω (1) ΑΝΤ. ξαποσταίνω [< μεσν. αποσταίνω] | |
| 6056 | αποστακτήρας | [ἀποστακτήρας] α-πο-στα-κτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή απόσταξης: ηλιακός/περιστρεφόμενος/χάλκινος ~. ~ ρακής (πβ. καζάνι). Βλ. -τήρας. ΣΥΝ. άμβυκας | |
| 6057 | αποστακτήριο | [ἀποστακτήριο] α-πο-στα-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος, συνήθ. βιομηχανική μονάδα, με ειδικά διαμορφωμένες εγκαταστάσεις για απόσταξη: παραδοσιακό ~. ~ ούζου/ουίσκι/τσίπουρου. ~ και εμφιαλωτήριο. Πβ. αποσταγματο-ποιείο, -ποιία. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. distillerie] | |
| 6058 | αποστακτικός | , ή, ό [ἀποστακτικός] α-πο-στα-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την απόσταξη: ~ό: καζάνι (= άμβυκας). ~ές: στήλες. ● ΣΥΜΠΛ.: αποστακτικό κέρας βλ. κέρας [< γαλλ. distillatoire] | |
| 6059 | αποστάλθηκε | βλ. αποστέλλω | |
| 6060 | απόσταξη | [ἀπόσταξη] α-πό-στα-ξη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. μέθοδος διαχωρισμού των συστατικών ενός μείγματος μέσω ατμοποίησης και στη συνέχεια υγροποίησής του: ατμοσφαιρική/πρώτη ~. ~ αιθέριων ελαίων/αλκοόλης/αργού πετρελαίου/ατμού/σταφυλιών. Το προϊόν της ~ης (= απόσταγμα). Ποτό που λαμβάνεται/παράγεται με (διπλή) ~. Βλ. ζύμωση.|| Ηλιακή ~ (: εναλλακτική µέθοδος ξήρανσης των αποβλήτων). Βλ. αφαλάτωση. ● ΣΥΜΠΛ.: κλασματική απόσταξη βλ. κλασματικός [< αρχ. ἀπόσταξις 'στάξιμο', γαλλ. distillation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ