Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [6980-7000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6057αποστακτήριο[ἀποστακτήριο] α-πο-στα-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος, συνήθ. βιομηχανική μονάδα, με ειδικά διαμορφωμένες εγκαταστάσεις για απόσταξη: παραδοσιακό ~. ~ ούζου/ουίσκι/τσίπουρου. ~ και εμφιαλωτήριο. Πβ. αποσταγματο-ποιείο, -ποιία. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. distillerie]
6058αποστακτικός, ή, ό [ἀποστακτικός] α-πο-στα-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την απόσταξη: ~ό: καζάνι (= άμβυκας). ~ές: στήλες. ● ΣΥΜΠΛ.: αποστακτικό κέρας βλ. κέρας [< γαλλ. distillatoire]
6059αποστάλθηκεβλ. αποστέλλω
6060απόσταξη[ἀπόσταξη] α-πό-στα-ξη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. μέθοδος διαχωρισμού των συστατικών ενός μείγματος μέσω ατμοποίησης και στη συνέχεια υγροποίησής του: ατμοσφαιρική/πρώτη ~. ~ αιθέριων ελαίων/αλκοόλης/αργού πετρελαίου/ατμού/σταφυλιών. Το προϊόν της ~ης (= απόσταγμα). Ποτό που λαμβάνεται/παράγεται με (διπλή) ~. Βλ. ζύμωση.|| Ηλιακή ~ (: εναλλακτική µέθοδος ξήρανσης των αποβλήτων). Βλ. αφαλάτωση. ● ΣΥΜΠΛ.: κλασματική απόσταξη βλ. κλασματικός [< αρχ. ἀπόσταξις 'στάξιμο', γαλλ. distillation]
6061απόσταση

[ἀπόσταση] α-πό-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. μήκος, διάστημα που χωρίζει ένα σημείο, πράγμα ή πρόσωπο από άλλο: γεωγραφική/κατακόρυφη/οριζόντια/χιλιομετρική ~. Αναγκαία/απαραίτητη ~. ~ ... μέτρων/μιας ώρας/ναυτικών μιλίων. ~ φρεναρίσματος. Η ~ μεταξύ δύο ουράνιων σωμάτων. Δρομέας/ταξίδι μεγάλων/μικρών ~άσεων. Διανύω/μετρώ/υπολογίζω την ~. Η ~ καλύπτεται με τα πόδια σε μισή ώρα (ΣΥΝ. διαδρομή). Το λιμάνι βρίσκεται σε κοντινή/μικρή (= κοντά)/μεγάλη (= μακριά) ~ από την πόλη. Χάρη στην τεχνολογία έχουν εκμηδενιστεί/μειωθεί οι ~άσεις.|| (ΓΕΩΜ.) ~ σημείου από ευθεία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ανάγνωσης/γραμμών/παραγράφων/χαρακτήρων.|| (ΦΥΣ.) Εστιακή ~ (: η ~ σε mm του οπτικού κέντρου του φακού από τη φωτοευαίσθητη επιφάνεια). Βλ. χρονο~. 2. χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δυο στιγμές, περιόδους, εποχές: Κείμενα γραμμένα με ~ πολλών χρόνων. 3. (μτφ.) σημαντική διαφορά που διαχωρίζει πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις: ~ στις απόψεις/ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα (πβ. διάσταση). Μας χωρίζει τεράστια ~ στον τρόπο σκέψης (πβ. άβυσσος, χάσμα). Αυξάνεται/γεφυρώνεται/διευρύνεται/μειώνεται η ~ μεταξύ των κοινωνικών τάξεων (ΣΥΝ. ψαλίδα). ● ΣΥΜΠΛ.: απόσταση ασφαλείας: που αποτρέπει οποιονδήποτε κίνδυνο: Βρίσκεται/είναι σε ~ ~. Αφήνω/τηρώ ~ ~ από το προπορευόμενο αυτοκίνητο.|| (μτφ.) Κρατάει από όλους ~άσεις ~., γωνιακή/γωνιώδης απόσταση: ΑΣΤΡΟΝ. η γωνία υπό την οποία φαίνονται δύο σημεία της ουράνιας σφαίρας κατά την παρατήρησή τους από τον ίδιο παρατηρητή. [< αγγλ. angular distance] , εκπαίδευση εξ αποστάσεως/από απόσταση βλ. εκπαίδευση, ζενιθιακή απόσταση βλ. ζενιθιακός ● ΦΡ.: (κρατώ/τηρώ) ίσες αποστάσεις: (μτφ.) δεν παίρνω θέση σε διαμάχη ή ζήτημα: ~ ~ από τις δυο πλευρές. Τηρούν ~ ~ ανάμεσα στους δύο συμμάχους. Πολιτική ίσων ~άσεων. Βλ. ουδετερότητα., εξ αποστάσεως/από απόσταση 1. μέσω τηλεφώνου, τηλεόρασης, διαδικτύου ή άλλου τηλεπικοινωνιακού μέσου: αγορές/πωλήσεις/συμβάσεις/συναλλαγές/σχέσεις ~ ~. Βλ. διαδικτυακός, ονλάιν, τηλε-. 2. από μακριά: Παρακολουθούν τις εξελίξεις ~ ~. ΣΥΝ. εκ του μακρόθεν, κρατώ/έχω κάποιον σε απόσταση (μτφ.): είμαι απόμακρος, επιφυλακτικός απέναντί του: Κρατά τους άλλους ~ με τη σοβαροφάνειά του. Έχει πάντα ~ τους συνομιλητές του. [< γαλλ. tenir quelqu'un à distance] , παίρνω/κρατώ/τηρώ (τις) αποστάσεις (μτφ.) 1. αποστασιοποιούμαι, δεν αναμιγνύομαι σε κάτι: Κρατά τις ~ του από το επίμαχο ζήτημα. Ο δημοσιογράφος πήρε ~ από το συμβάν. 2. έχω τυπικές σχέσεις με κάποιον: Δεν ανοίγομαι εύκολα και κρατώ ~. [< γαλλ. prendre/garder ses distances] , σε απόσταση αναπνοής (μτφ.): πάρα πολύ κοντά: ~ ~ από τη θάλασσα. Η ομάδα βρέθηκε ~ ~ από τη νίκη., σε απόσταση/θέση βολής 1. (μτφ.) πολύ κοντά: Βρίσκονται ~ ~ από την επίτευξη συμφωνίας.|| (ΑΘΛ.) (για ποδοσφαιριστή:) Είναι σε θέση ~ (: σε ιδανικό ή πολύ καλό σημείο για γκολ). (για ομάδα:) Βρίσκεται σε απόσταση ~ απ' την κορυφή. 2. ΣΤΡΑΤ. σε περίπτωση που ο στόχος βρίσκεται σε κοντινό σημείο, ώστε να μπορεί εύκολα να βληθεί από όπλο. [< αρχ. ἀπόστασις ‘απομάκρυνση, απόσταση, πυώδες οίδημα], γαλλ. distance]

6062αποστασία[ἀποστασία] α-πο-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): αποχώρηση βουλευτών από ένα κόμμα. Πβ. αποσκίρτηση, απόσχιση. [< μτγν. ἀποστασία]
6063αποστασιόμετρο[ἀποστασιόμετρο] α-πο-στα-σι-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης αποστάσεων: ψηφιακό ~. ~ λέιζερ. Κάμερα με ενσωματωμένο ~. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. τηλέμετρο [< αγγλ. distance meter]
6064αποστασιοποίηση[ἀποστασιοποίηση] α-πο-στα-σι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. εκούσια τήρηση ουδέτερης στάσης ή αποχή από υπόθεση ή κατάσταση: πλήρης ~ του κόσμου από ... Κρατά στάση διακριτικής ~ης απέναντι στην αντιπαράθεση. || Κοινωνική ~ (λόγω κορονοϊού)/σωματική/φυσική. Βλ. αποξένωση. 2. ΘΕΑΤΡ. -ΛΟΓΟΤ. αποφυγή ταύτισης, ιδ. συναισθηματικής, του ηθοποιού με τον ρόλο του ή του θεατή-αναγνώστη με τον ήρωα. Βλ. ανοικείωση, -ποίηση. [< 1: γερμ. Distanzierung, γαλλ. distanciation, 1959 2: γερμ. Verfremdung]
6065αποστασιοποιούμαι[ἀποστασιοποιοῦμαι] α-πο-στα-σι-ο-ποι-ού-μαι ρ. (αμτβ.) {αποστασιοποιείται ... | αποστασιοποιή-θηκε}: κρατώ απόσταση από συγκεκριμένες καταστάσεις ή απόψεις, με σκοπό να μείνω αμέτοχος, ουδέτερος: ~ από τα γεγονότα/τις εξελίξεις/την πραγματικότητα. Βλ. απεκδύομαι, αποποιούμαι. ● Μτχ.: αποστασιοποιημένος , η, ο: ~οι: αναγνώστες/θεατές. ~ από ιδεολογίες. Ουδέτερος και ~.|| (κατ' επέκτ.) ~η: κριτική/ματιά. [< γερμ. sich distanzieren, γαλλ. se distancier, 1957]
6066αποστάτης1[ἀποστάτης] α-πο-στά-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αποστάτισσα κ. αποστάτρια}: πρόσωπο που έχει αποστατήσει: ~ και προδότης/στασιαστής. Βλ. εξωμότης. [< αρχ. ἀποστάτης]
6067αποστάτης2[ἀποστάτης] α-πο-στά-της ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα διαχωρισμού, διατήρησης αποστάσεων ή στερέωσης, συγκράτησης: γωνιακός/πλευρικός/στρογγυλός ~. ~ τιμονιού. ~ες αξόνων/τροχών. Μεταλλικοί/πλαστικοί ~ες. ~ες οπλισμού (σκυροδεμάτων)/πασσάλων. Βλ. ορθοστάτης. [< αγγλ. spacer]
6068αποστατώ[ἀποστατῶ] α-πο-στα-τώ ρ. (αμτβ.) {αποστατ-εί ...| αποστάτ-ησε} (αρνητ. συνυποδ.): αποχωρώ από ομάδα στην οποία ανήκω, αποποιούμενος τις πολιτικές, ιδεολογικές ή θρησκευτικές αρχές της: ~ από ένα κόμμα/μια οργάνωση. ~ησε από τη θρησκεία του (= αλλαξοπίστησε). (ΙΣΤ., για κράτος) Είχε ~ήσει από τη συμμαχία. Πβ. αποσκιρτώ, αποσχίζομαι. [< αρχ. ἀποστατῶ, μτγν. ~ ‘στασιάζω’]
6069αποστειρωμένος, η, ο [ἀποστειρωμένος] α-πο-στει-ρω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει αποστειρωθεί, απολυμανθεί: ~ος: εξοπλισμός/ορός. ~ο: γάλα (= παστεριωμένο)/διάλυμα/νερό/υλικό συσκευασίας (βλ. τετραπάκ). ~ες: γάζες/σύριγγες. ~α: χειρουργικά εργαλεία. Πβ. ασηπτικός. 2. (μτφ.) που έχει χάσει τη ζωτικότητά του: ~ο: περιβάλλον. Πβ. άγονος, στείρος. [< 1: γαλλ. stérilisé 2: γαλλ. stérile]
6070αποστειρώνω[ἀποστειρώνω] α-πο-στει-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αποστείρω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος} 1. κάνω αποστείρωση: ~ μπιμπερό (με καυτό νερό). Συσκευή που ~ει απόβλητα. Εξοπλισμός που έχει ~θεί με ακτινοβολία/ατμό υπό πίεση. Πβ. απολυμαίνω. 2. (σπάν.-μτφ.) αφαιρώ από κάτι ένα ή περισσότερα θετικά κυρ. στοιχεία: Λέξεις που έχουν ~θεί από το πραγματικό τους νόημα. Πβ. απογυμνώνω. [< μτγν. ἀποστειρῶ, γαλλ. stériliser]
6071αποστείρωση[ἀποστείρωση] α-πο-στεί-ρω-ση ουσ. (θηλ.): μέθοδος εξόντωσης μικροοργανισμών μέσω έκθεσής τους σε φυσικούς (θερμοκρασία, πίεση, υγρασία) ή χημικούς παράγοντες: ξηρή/υγρή ~. ~ αέρα/(χειρουργικών) εργαλείων. ~ στους ... βαθμούς Κελσίου. Καθαρισμός και ~ νερού. Παστερίωση και ~ γάλακτος. ~ώσεις σκευών. Πβ. αντισηψία, απολύμανση.|| (συνεκδ.) Κεντρική ~ (: ειδικός χώρος σε νοσοκομείο). [< μεσν. αποστείρωσις 'στειρότητα', γαλλ. stérilisation]
6072αποστειρωτής[ἀποστειρωτής] α-πο-στει-ρω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. & (προφ.) αποστειρωτήρας: συσκευή αποστείρωσης με τη χρήση κυρ. θερμότητας ή υπεριώδους ακτινοβολίας: ηλεκτρικός ~. ~ ατμού/μαχαιριών/μπιμπερό. ~ές για ιατρικές χρήσεις. 2. (ως μέλος υγειονομικού προσωπικού) τεχνικός ειδικευμένος στην αποστείρωση υλικών. Πβ. απολυμαντής. [< 1: γαλλ. stérilisateur]
6073αποστειρωτικός, ή, ό [ἀποστειρωτικός] α-πο-στει-ρω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποστείρωση: ~ό: υγρό.|| (ως ουσ.) Απολυμαντικά/καθαριστικά και ~ά. [< γαλλ. stérilisant]
6075αποστέρηση[ἀποστέρηση] α-πο-στέ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): στέρηση, αφαίρεση: αισθητηριακή/συναισθηματική ~. ~ δικαιωμάτων/ελευθερίας/της ζωής (= θανάτωση). Κοινωνική ~ και φτώχεια. Αίσθημα ~ης της μητρικής αγάπης. Συμπτώματα/σύνδρομο ~ης (: που παρουσιάζει εξαρτημένο άτομο μετά τη διακοπή ή τη μείωση χρήσης της ουσίας που του προκαλεί εξάρτηση). Βλ. απώλεια.|| (ΙΑΤΡ.) Χρόνια ~ ύπνου. [< αρχ. ἀποστέρησις]
6076αποστεριόρι[ἀποστεριόρι] α-πο-στε-ρι-ό-ρι επίρρ. (επιστ.): εκ των υστέρων: ~ αποδείχτηκε ότι ... ΑΝΤ. απριόρι, εκ των προτέρων [< λατ. a posteriori]
6077αποστερώ[ἀποστερῶ] α-πο-στε-ρώ ρ. (μτβ.) {αποστερ-είς ... | αποστέρ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): στερώ, αφαιρώ: ~ούν από τον λαό τη δυνατότητα να ... Άνθρωποι που ~ούνται τα βασικά αγαθά διαβίωσης. (επίσ.) ~ήθηκε της ελληνικής ιθαγένειας. [< αρχ. ἀποστερῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.