Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7000-7020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6082απόστημα[ἀπόστημα] α-πό-στη-μα ουσ. (ουδ.) {αποστήμ-ατος | -ατα} 1. ΙΑΤΡ. μικρή πυώδης συγκέντρωση σε κοιλότητα του σώματος που σχηματίζεται από την αποσύνθεση ιστού: εγκεφαλικό/ενδοκοιλιακό/ηπατικό/οδοντικό/πνευμονικό ~. Διάνοιξη/σχηματισμός ~ατος. Πολλαπλά ~ατα. Πβ. εμπύημα. Βλ. οίδημα. 2. (μτφ.) νοσηρό κοινωνικό φαινόμενο: Πρέπει να ξεριζωθεί/σπάσει το ~ της διαφθοράς/των καρτέλ! 3. ΓΕΩΜ. κάθετο ευθύγραμμο τμήμα που συνδέει το κέντρο κανονικού πολυγώνου με μία του πλευρά, το οποίο είναι ίσο με την ακτίνα εγγεγραμμένου κύκλου. [< αρχ. ἀπόστημα]
6083αποστιγματισμός[ἀποστιγματισμός] α-πο-στιγ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & αποστιγματοποίηση (η): εξάλειψη κοινωνικού στίγματος: ~ των ανθρώπων με ψυχική νόσο/τοξικομανών. Διαδικασία ~ού και κοινωνικής επανένταξης. [< γαλλ. destigmatisation]
6084απόστιχο[ἀπόστιχο] α-πό-στι-χο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο που ψάλλεται στο τέλος του εσπερινού και του όρθρου, πριν από την απόλυση: αναστάσιμα/ιδιόμελα ~α. [< μτγν. πληθ. ἀπόστιχα, τά]
6085αποστολέας[ἀποστολέας] α-πο-στο-λέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-έα (λόγ.) -έως | -είς, -έων} & (λόγ.) αποστολεύς (ο): πρόσωπο που αποστέλλει κάτι ταχυδρομικώς ή με ηλεκτρονικό μέσο: διεύθυνση/ονοματεπώνυμο ~έα.|| ~ μηνύματος. ~είς ανεπιθύμητης/ενοχλητικής αλληλογραφίας (βλ. σπαμ). ΑΝΤ. παραλήπτης [< μτγν. ἀποστολεύς, γαλλ. envoyeur, αγγλ. sender]
6086αποστολή[ἀποστολή] α-πο-στο-λή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. η ενέργεια του αποστέλλω: ταχυδρομική ~. ~ (παρ)αγγελίας/βιογραφικού/γράμματος/εικόνας/ιμέιλ/φακέλου. ~ γραπτών μηνυμάτων (SMS) σε κινητά τηλέφωνα. ~ με κούριερ/φαξ. Εκ νέου ~ (= επαν~). Αποδεικτικό/δελτίο/στοιχεία ~ής προϊόντων. Προθεσμία ~ής αιτήσεων. ~ές-παραλαβές εμπορευμάτων. Πβ. πέμψη. Βλ. χρηματ~. 2. σημαντικό έργο που αναλαμβάνει να εκτελέσει κάποιος ή ομάδα ατόμων: ανθρωπιστική/διατεταγμένη/δύσκολη/εθνική/ειδική/ειρηνευτική/επικίνδυνη/κοινωνική/μυστική ~. ~ αναγνώρισης (π.χ. αεροσκαφών)/διάσωσης/επιτήρησης (λ.χ. θαλάσσιας περιοχής). Αναθέτω/αναλαμβάνω/εκτελώ/φέρνω σε πέρας μια ~. Έχει ως ~ να ... Η ~ του δασκάλου είναι η διαπαιδαγώγηση των μαθητών (ΣΥΝ. καθήκον, υποχρέωση, χρέος). Επιτροπή με ~ (= προορισμό, ρόλο, σκοπό) να ... Βλ. ιερ~.|| (λόγ.) ~ εξετελέσθη. 3. σύνολο ανθρώπων που έχουν επιφορτιστεί με ορισμένο έργο και μεταβαίνουν σε ένα μέρος, για να το πραγματοποιήσουν: αθλητική/επιχειρηματική ~. Επιστημονική ~ εμπειρογνωμόνων. Εξερευνητική ~ (σε σπήλαιο). Επανδρωμένη ~ (στο Διάστημα). Βρίσκεται σε ~ στο εξωτερικό. Πβ. αντιπροσωπεία. ● ΣΥΜΠΛ.: διπλωματική αποστολή/αντιπροσωπεία βλ. διπλωματικός, επίθεση/αποστολή αυτοκτονίας βλ. αυτοκτονία [< αρχ. ἀποστολή, γαλλ. mission, expédition]
6087αποστολικός, ή, ό [ἀποστολικός] α-πο-στο-λι-κός επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τους Αποστόλους: ~ός: βίος/λόγος. ~ή: πίστη/Σύνοδος. ~ό: αξίωμα/έργο. ~ές Διαταγές/Εκκλησίες/περικοπές. ~ά: αναγνώσματα/κείμενα. Οι ~οί Πατέρες (= οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς της περιόδου από τα τέλη του 100 μ.Χ. μέχρι τα μέσα του 200 μ.Χ.). Βλ. ιερ~.|| (στην καθολική Εκκλησία) ~ός: νούντσιος/τοποτηρητής. 2. (μτφ.-σπάν.) ένθερμος: Εργάστηκε με ~ό ζήλο. ● επίρρ.: αποστολικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος: νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που εποπτεύεται και ελέγχεται από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο και μεριμνά για την οργάνωση και εκτέλεση του κατηχητικού, ιεραποστολικού και μορφωτικού έργου της Εκκλησίας της Ελλάδος., αποστολική διαδοχή βλ. διαδοχή [< μτγν. ἀποστολικός, γαλλ. apostolique, αγγλ. apostolic]
6088απόστολος[ἀπόστολος] α-πό-στο-λος ουσ. (αρσ.) {αποστόλ-ου | -ων, -ους} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Α) καθένας από τους δώδεκα μαθητές του Χριστού, που ανέλαβαν την κήρυξη του Ευαγγελίου και τη διάδοση του Χριστιανισμού: οι άγιοι ~οι. Οι διδαχές/οι επιστολές/το κήρυγμα των ~ων. Βλ. ιερ~.|| (γενικότ. απεσταλμένος του Θεού) Οι ~οι των θρησκειών. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Α) βιβλίο με περικοπές από τις επιστολές ή τις πράξεις των Αποστόλων και συνεκδ. η περικοπή που διαβάζεται κατά τη Θεία Λειτουργία, πριν από την ανάγνωση του Ευαγγελίου: ο ~ της Κυριακής. 3. (μτφ.) ένθερμος κήρυκας, υπέρμαχος ιδέας ή ιδεολογίας: ~ της δημοκρατίας/της ελευθερίας/του ελληνισμού. Πβ. θιασώτης. Βλ. εθν~, ψευδ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Πράξεις των Αποστόλων βλ. πράξη ● ΦΡ.: (ο) Χριστός κι (ο) Απόστολος/κι (η) Παναγία! βλ. Χριστός [< 1: μτγν. ἀπόστολος 3: γαλλ. apôtre]
6089αποστομώνω[ἀποστομώνω] α-πο-στο-μώ-νω ρ. (μτβ.) {αποστόμω-σα, -θηκα, -μένος}: φέρνω κάποιον, κυρ. με αυτά που λέω, σε τέτοια θέση, ώστε να μην μπορεί να μιλήσει, να απαντήσει, να φέρει αντίρρηση, τον αφήνω άφωνο: Αλήθειες/επιχειρήματα/λόγια που ~ουν. Με ~σε κυριολεκτικά.|| Κατάφερε να ~σει με την επιτυχία του όσους τον αμφισβήτησαν. Πβ. βουβαίνω, κολλώ κάποιον στον τοίχο. [< μτγν. ἀποστομῶ ‘φράζω το στόμα, βουλώνω’]
6090αποστομωτικός, ή, ό [ἀποστομωτικός] α-πο-στο-μω-τι-κός επίθ.: που αποστομώνει: ~ή: απάντηση/ερώτηση. ~ό: επιχείρημα. Βλ. αφοπλιστικός. ● επίρρ.: αποστομωτικά
6091αποστραγγίζω[ἀποστραγγίζω] α-πο-στραγ-γί-ζω ρ. (μτβ.) {αποστράγγι-σα (σπάν. -ξα), -στηκε, -σμένος} 1. απομακρύνω υγρό από επιφάνεια ή μάζα: Ποταμός που ~ει έκταση ... χιλιομέτρων. Σύστημα που ~ει πλήρως το νερό μετά το πότισμα. Έλος/υγρότοπος που ~στηκε. ~σμένο: έδαφος. Πβ. αποξηραίνω, εκχερσώνω. 2. (μτφ.) προκαλώ τη σταδιακή εξάντληση, εξαφάνιση αποθεμάτων: Έχουν ~στεί από κάθε δύναμη και ζωτικότητα. Πβ. απομυζώ, ξεζουμίζω. [< μτγν. ἀποστραγγίζω, γαλλ. égoutter]
6092αποστράγγιση[ἀποστράγγιση] α-πο-στράγ-γι-ση ουσ. (θηλ.) 1. απομάκρυνση υγρού από επιφάνεια ή μάζα: ~ λίμνης/υδάτων. ~ οδοστρώματος. Αγωγοί/αντλίες/βαλβίδες/κανάλια/φρεάτιο ~ης. Γλάστρες με οπές ~ης. Αρδεύσεις και ~ίσεις. Φυτά που ευδοκιμούν σε εδάφη με καλή ~. Πβ. αποξήρανση. 2. (μτφ.) εξάντληση αποθεμάτων, ζωτικών στοιχείων: οικονομική ~. [< μεσν. αποστράγγισις, γαλλ. drainage]
6093αποστραγγιστικός, ή, ό [ἀποστραγγιστικός] α-πο-στραγ-γι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που συντελεί ή αναφέρεται στην αποστράγγιση: ~ός: αγωγός. ~ή: μεμβράνη/σήραγγα/τάφρος. ~ό: αυλάκι/κανάλι. ~ά: έργα (= αποξηραντικά). ~ό και αρδευτικό δίκτυο.
6094αποστρατεία[ἀποστρατεία] α-πο-στρα-τεί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) απομάκρυνση (υπ)αξιωματικού από το Σώμα στο οποίο ανήκει και συνεκδ. η κατάσταση, η περίοδος που ακολουθεί: αναγκαστική/αυτεπάγγελτη/πρόωρη/τιμητική ~. ~ λόγω ορίου ηλικίας/συνταξιοδότησης/σωματικής ανικανότητας. Προήχθη ενόψει ~ας. Μαζικές ~ες στις Ένοπλες Δυνάμεις. Κρίσεις και ~ες. Βλ. διαθεσιμότητα. ΣΥΝ. αποστράτευση (1) 2. (μτφ.) αποχώρηση προσώπου από την ενεργό δράση: πολιτική ~. Ανανέωση στην παράταξη με ~ες στελεχών. ● ΦΡ.: εν αποστρατεία [ἐν ἀποστρατείᾳ] (λόγ.): σε κατάσταση αποστρατείας: ~ ~ στρατιωτικοί.|| (μτφ.-ειρων.) Μοντέλα αυτοκινήτων ~ ~. Βλ. απόσυρση. ΑΝΤ. εν ενεργεία (1) [< γαλλ. retraite]
6095αποστράτευση[ἀποστράτευση] α-πο-στρά-τευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποστρατεύω, αποστρατεία. 2. ΣΤΡΑΤ. άρση, λήξη της επιστράτευσης: γενική/μαζική ~. [< γαλλ. démobilisation]
6097αποστρατιωτικοποίηση[ἀποστρατιωτικοποίηση] α-πο-στρα-τι-ω-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & αποστρατικοποίηση ΑΝΤ. στρατιωτικοποίηση 1. ΣΤΡΑΤ. απομάκρυνση των στρατιωτικών δυνάμεων και των οπλικών συστημάτων από μια περιοχή: καθεστώς ~ης. Αφοπλισμός/εκδημοκρατισμός και ~. Βλ. αποπυρηνικοποίηση. 2. απαλλαγή Σχολής ή Σώματος από τα στρατιωτικά πρότυπα διάρθρωσης: ~ των Σχολών της Αστυνομίας/του Λιμενικού Σώματος. [< γαλλ. démilitarisation, αγγλ. demilitarization]
6098αποστρατιωτικοποιώ[ἀποστρατιωτικοποιῶ] α-πο-στρα-τι-ω-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποστρατιωτικοποι-εί, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & αποστρατικοποιώ: ΣΤΡΑΤ. απομακρύνω τις στρατιωτικές δυνάμεις και τον πολεμικό εξοπλισμό από περιοχή. ΑΝΤ. στρατιωτικοποιώ (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη: στην οποία απαγορεύεται η παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων και η διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων. Πβ. αποπυρηνικοποιημένη ζώνη. [< αγγλ. demilitarized zone] [< γαλλ. démilitariser, αγγλ. demilitarize]
6099απόστρατος[ἀπόστρατος] α-πό-στρα-τος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -άτου}: ΣΤΡΑΤ. αποστρατευμένος αξιωματικός: ~ της Ελληνικής Αστυνομίας/της Πολεμικής Αεροπορίας/του Πυροσβεστικού Σώματος.|| (ως επίθ.) ~ος: ναύαρχος/συνταγματάρχης/ταξίαρχος. ~οι και εν ενεργεία στρατιωτικοί. Πβ. απόμαχος. [< γαλλ. retraité]
6100αποστρέφομαι[ἀποστρέφομαι] α-πο-στρέ-φο-μαι ρ. (μτβ.) {αποστράφηκα, αποστραφεί} (απαιτ. λεξιλόγ.): τρέφω πολύ αρνητικά συναισθήματα για κάποιον ή κάτι, το(ν) βρίσκω αποκρουστικό: ~ τους συμφεροντολόγους και τους υποκριτές. ~εται την αδικία/ψευτιά. Πβ. μου κάθεται στο λαιμό/στο στομάχι, γυρίζω/στρέφω την πλάτη/τα νώτα μου σε κάποιον/κάτι. ΣΥΝ. απεχθάνομαι, μισώ, σιχαίνομαι [< αρχ. ἀποστρέφομαι]
6101αποστρέφω[ἀποστρέφω] α-πο-στρέ-φω ρ. (μτβ.) {απέστρεψα κ. απόστρεψα, αποστρέψει}: γυρίζω προς άλλη κατεύθυνση, κυρ. το βλέμμα: ~ψε (με βδελυγμία) το κεφάλι/πρόσωπό της στη θέα του αίματος.|| (μτφ.) ~ει την προσοχή του από ... [< αρχ. ἀποστρέφω]
6102αποστροφή1[ἀποστροφή] α-πο-στρο-φή ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): έντονη απέχθεια: ~ προς το αλκοόλ/τσιγάρο/φαγητό (βλ. νευρική ανορεξία). ~ της κοινής γνώμης για ... Βλέμμα/γκριμάτσα ~ής. Έγκλημα που προκαλεί συναισθήματα ~ής και αηδίας. Πβ. αποτροπιασμός, σιχαμάρα, σιχασιά.|| (ΨΥΧΟΛ.) Σεξουαλική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αποστροφή κινδύνου: ΟΙΚΟΝ. τάση αποφυγής επενδύσεων με υψηλό ρίσκο. [< αγγλ. risk aversion, 1964] [< αρχ. ἀποστροφή, γαλλ. aversion]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.