| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6099 | απόστρατος | [ἀπόστρατος] α-πό-στρα-τος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -άτου}: ΣΤΡΑΤ. αποστρατευμένος αξιωματικός: ~ της Ελληνικής Αστυνομίας/της Πολεμικής Αεροπορίας/του Πυροσβεστικού Σώματος.|| (ως επίθ.) ~ος: ναύαρχος/συνταγματάρχης/ταξίαρχος. ~οι και εν ενεργεία στρατιωτικοί. Πβ. απόμαχος. [< γαλλ. retraité] | |
| 6100 | αποστρέφομαι | [ἀποστρέφομαι] α-πο-στρέ-φο-μαι ρ. (μτβ.) {αποστράφηκα, αποστραφεί} (απαιτ. λεξιλόγ.): τρέφω πολύ αρνητικά συναισθήματα για κάποιον ή κάτι, το(ν) βρίσκω αποκρουστικό: ~ τους συμφεροντολόγους και τους υποκριτές. ~εται την αδικία/ψευτιά. Πβ. μου κάθεται στο λαιμό/στο στομάχι, γυρίζω/στρέφω την πλάτη/τα νώτα μου σε κάποιον/κάτι. ΣΥΝ. απεχθάνομαι, μισώ, σιχαίνομαι [< αρχ. ἀποστρέφομαι] | |
| 6101 | αποστρέφω | [ἀποστρέφω] α-πο-στρέ-φω ρ. (μτβ.) {απέστρεψα κ. απόστρεψα, αποστρέψει}: γυρίζω προς άλλη κατεύθυνση, κυρ. το βλέμμα: ~ψε (με βδελυγμία) το κεφάλι/πρόσωπό της στη θέα του αίματος.|| (μτφ.) ~ει την προσοχή του από ... [< αρχ. ἀποστρέφω] | |
| 6102 | αποστροφή1 | [ἀποστροφή] α-πο-στρο-φή ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): έντονη απέχθεια: ~ προς το αλκοόλ/τσιγάρο/φαγητό (βλ. νευρική ανορεξία). ~ της κοινής γνώμης για ... Βλέμμα/γκριμάτσα ~ής. Έγκλημα που προκαλεί συναισθήματα ~ής και αηδίας. Πβ. αποτροπιασμός, σιχαμάρα, σιχασιά.|| (ΨΥΧΟΛ.) Σεξουαλική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αποστροφή κινδύνου: ΟΙΚΟΝ. τάση αποφυγής επενδύσεων με υψηλό ρίσκο. [< αγγλ. risk aversion, 1964] [< αρχ. ἀποστροφή, γαλλ. aversion] | |
| 6103 | αποστροφή2 | [ἀποστροφή] α-πο-στρο-φή ουσ. (θηλ.): ΡΗΤΟΡ. σχήμα λόγου κατά το οποίο ο ομιλητής ή ο αφηγητής απευθύνει τον λόγο σε πρόσωπο ή προσωποποιημένο αντικείμενο, είτε είναι παρόν είτε όχι, ή σε αφηρημένη έννοια: ποιητική ~. Ειρωνικές/ρητορικές ~ές. Σε μια ~ του λόγου του δήλωσε ότι ... [< μτγν. ἀποστροφή, γαλλ.-αγγλ. apostrophe] | |
| 6104 | απόστροφος | [ἀπόστροφος] α-πό-στρο-φος ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. σημείο του γραπτού λόγου (') στη θέση φωνήεντος που σιγήθηκε λόγω έκθλιψης, αφαίρεσης ή αποκοπής: Λέξη που παίρνει ~ο. [< μτγν. ἀπόστροφος, γαλλ.-αγγλ. apostrophe] | |
| 6105 | αποσυγκέντρωση | [ἀποσυγκέντρωση] α-πο-συ-γκέ-ντρω-ση ουσ. (θηλ.): αποκέντρωση. [< γαλλ. déconcentration, 1907] | |
| 6106 | αποσυγχρονίζω | [ἀποσυγχρονίζω] α-πο-συγ-χρο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {αποσυγχρόνι-σε, -στηκε (λόγ. -σθηκε), -σμένος, συνήθ. μεσοπαθ.}: προκαλώ αποσυγχρονισμό: ~εται η γραμμή/ο ήχος/ο µηχανισµός/το μόντεμ. Πβ. αποσυντονίζω. ΑΝΤ. συγχρονίζω [< γαλλ. désynchroniser, περ. 1950, αγγλ. desynchronize] | |
| 6107 | αποσυγχρονισμός | [ἀποσυγχρονισμός] α-πο-συγ-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): απώλεια συγχρονισμού: ~ εικόνας-ήχου/καναλιών/κωδικοποιητή.|| ~ του βιολογικού ρολογιού. Πβ. τζετ λαγκ.|| (μτφ.) ~ ατόμου-κοινωνίας. Πβ. αποσυντονισμός. [< γαλλ. désynchronisation] | |
| 6108 | αποσύζευξη | [ἀποσύζευξη] α-πο-σύ-ζευ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. άρση σύζευξης δύο συστημάτων, ώστε να μην υπάρχει μεταφορά ενέργειας μεταξύ τους: πλήρης ~. ~ εισόδων-εξόδων/μετατροπέων/συχνοτήτων. ~ παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας. Πυκνωτές ~ης. Βλ. απόζευξη. ΣΥΝ. αποσύνδεση (1) 2. (μτφ.) αποδέσμευση: ~ της οικονομικής ανάπτυξης από τη χρήση των φυσικών πόρων. Πβ. διαχωρισμός. [< αγγλ. decoupling, 1931] | |
| 6109 | αποσυμπιέζω | [ἀποσυμπιέζω] α-πο-συ-μπι-έ-ζω ρ. (μτβ.) {αποσυμπίε-σα, αποσυμπιέ-στηκε, -σμένος, αποσυμπιέζ-οντας} 1. επαναφέρω κάποιον ή κάτι στη φυσιολογική ατμοσφαιρική πίεση μετά από έκθεσή του σε υψηλότερες ή χαμηλότερες πιέσεις: Ο δύτης ~εται, καθώς αναδύεται σταδιακά.|| Πεπιεσμένος αέρας που ~εται γρήγορα. Όταν η χύτρα ~στεί, η βαλβίδα ανεβαίνει. Η καμπίνα του αεροσκάφους ~στηκε απότομα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. επαναφέρω συμπιεσμένο ηλεκτρονικό αρχείο στην κανονική, ολόκληρη μορφή του: Εντολή/πρόγραμμα που ~ει (αυτόματα) έγγραφα. ~σμένες: εικόνες. ΑΝΤ. ζιπάρω, συμπιέζω (1) 3. (μτφ.) εκτονώνω: Χόμπι που ~ουν την καθημερινή ρουτίνα. Η οικονομία ~στηκε και έπεσαν οι τιμές. Πβ. αμβλύνω, αποφορτίζω. 4. ΙΑΤΡ. μειώνω την εσωτερική πίεση σε μέρος του σώματος με χειρουργικά ή άλλα μέσα: Σύστημα που ~ει τους μεσοσπονδύλιους δίσκους. [< αγγλ. decompress, 1905, γαλλ. décompresser, 1966] | |
| 6110 | αποσυμπίεση | [ἀποσυμπίεση] α-πο-συ-μπί-ε-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία αποβολής του πλεονάζοντος αζώτου που διαλύθηκε στους ιστούς του οργανισμού κατά την κατάδυση ή την πτήση: αιφνίδια/μερική/ταχεία ~. (Εκρηκτική) ~ καμπίνας επιβατών. Βαλβίδα/θάλαμος/πίνακες/φιάλες ~ης (διαστημικού σταθμού/νοσοκομείου). (για δύτη:) Στάσεις ~ης και εκπνοές κατά την ανάδυση. Μπουκάλα οξυγόνου για ~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. επαναφορά συμπιεσμένου αρχείου στο αρχικό του μέγεθος: πρόγραμμα ~ης. ΑΝΤ. συμπίεση (1) 3. (μτφ.) άμβλυνση της έντασης: ~ της κρίσης (= εκτόνωση). Πβ. αποφόρτιση. 4. ΙΑΤΡ. ανακούφιση οργάνου ή μέρους του σώματος από εσωτερική πίεση: ~ της καρδιάς/νευρικών ριζών. ● ΣΥΜΠΛ.: νόσος (της) αποσυμπίεσης: ΙΑΤΡ. που οφείλεται στον σχηματισμό φυσαλίδων αζώτου στον οργανισμό ύστερα από απότομη μείωση της ατμοσφαιρικής πίεσης, η οποία μπορεί να επιφέρει μέχρι και παράλυση ή θάνατο και προσβάλλει κυρ. δύτες που ανεβαίνουν απότομα στην επιφάνεια του νερού από μεγάλο βάθος ή πληρώματα και επιβάτες αεροσκαφών που ανέρχονται απότομα σε μεγάλο ύψος. ΣΥΝ. νόσος των δυτών [< αγγλ. decompression sickness, 1941] [< γαλλ. décompression, αγγλ. decompression, 1905] | |
| 6111 | αποσυμπιεστής | [ἀποσυμπιεστής] α-πο-συ-μπι-ε-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα αποσυμπίεσης αέρα. 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό επαναφοράς συμπιεσμένων αρχείων στο αρχικό τους μέγεθος: Συμπιεστής-~. [< γαλλ. Décompresseur, 1904, αγγλ. decompressor, 1919] | |
| 6112 | αποσύμπλεξη | [ἀποσύμπλεξη] α-πο-σύ-μπλε-ξη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. διακοπή σύμπλεξης, συνήθ. σε οχήματα: αυτόματη ~. ~ τροχού. Μοχλός ~ης. Με την ~ αποσυνδέεται η μηχανή από το κιβώτιο ταχυτήτων. Πβ. ντεμπραγιάζ. Βλ. συμπλέκτης.|| Υδραυλική ~. Ρολό ~ης. ~ σε ενδοδαπέδια θέρμανση. [< γαλλ. débrayage] | |
| 6113 | αποσυμφόρηση | [ἀποσυμφόρηση] α-πο-συμ-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. συμφόρηση 1. περιορισμός της συγκέντρωσης ανθρώπων ή οχημάτων σε κάποιον χώρο: ~ της λίστας αναμονής/του οδικού δικτύου/των φυλακών (ΑΝΤ. συνωστισμός). Κυκλοφοριακή ~ του κέντρου της πόλης.|| ~ των δικαστηρίων (: ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης).|| (μτφ.) ~ της κατάστασης (: αποσυμπίεση, εκτόνωση). 2. ΙΑΤΡ. μείωση της συσσώρευσης υλικού σε όργανα ή ιστούς: χειρουργική ~. ~ της μύτης (πβ. ξεμπούκωμα)/του παχέος εντέρου/των πνευμόνων/του στομάχου. [< γαλλ. décongestion, 1944] | |
| 6114 | αποσυμφορητικός | , ή, ό [ἀποσυμφορητικός] α-πο-συμ-φο-ρη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συντελεί στην αποσυμφόρηση του οργανισμού: ~ή: θεραπεία/κρέμα. ~ό: σπρέι. ~ές: σταγόνες. Σκεύασμα με ~ές και καταπραϋντικές ιδιότητες.|| (ως ουσ.) Τοπικά ~ά. ~ά για τη μύτη (/ρινικό ~ό). ΑΝΤ. συμφορητικός ● επίρρ.: αποσυμφορητικά [< αγγλ. decongestant, 1947, γαλλ. décongestif, πριν από το 1970] | |
| 6115 | αποσυμφορώ | [ἀποσυμφορῶ] α-πο-συμ-φο-ρώ ρ. (μτβ.) {αποσυμφορ-εί | αποσυμφόρ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: απαλλάσσω από συμφόρηση: Ο νέος αυτοκινητόδρομος αναμένεται να ~ήσει την κίνηση/το κυκλοφοριακό χάος. Μέτρα για να ~ηθεί το κέντρο από τα ΙΧ. Προσπάθειες να ~ηθούν τα νοσοκομεία (από τους ασθενείς)/οι φυλακές (από τους κρατουμένους).|| (ΙΑΤΡ.) Θεραπεία που ~εί τους ιστούς.|| (μτφ.) ~ήθηκε το βαρύ κλίμα (= εκτονώθηκε)! [< γαλλ. décongestionner] | |
| 6116 | αποσυνάγωγος | [ἀποσυνάγωγος] α-πο-συ-νά-γω-γος επίθ./ουσ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που έχει απομακρυνθεί, αποβληθεί από ομάδα λόγω παραπτώματος ή διαφορετικής στάσης και συμπεριφοράς από το σύνολο: ~ της κοινωνίας. ~ από το κόμμα. Οι ~οι της καλλιτεχνικής/πολιτικής ζωής. Πβ. αντισυμβατικός, απόβλητος, απόκληρος. [< μτγν. ἀποσυνάγωγος] | |
| 6117 | αποσυναρμολόγηση | [ἀποσυναρμολόγηση] α-πο-συ-ναρ-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): διάλυση αντικειμένου στα κομμάτια από τα οποία αποτελείται: ~ επίπλων/ηλεκτρονικού υπολογιστή/όπλου/παιχνιδιού. Οικολογική ~ προϊόντων συσκευασίας (βλ. ανακύκλωση). Βλ. αποξήλωση. ΣΥΝ. ξεμοντάρισμα ΑΝΤ. συναρμολόγηση [< αγγλ. disassembly, 1954] | |
| 6118 | αποσυναρμολογώ | [ἀποσυναρμολογῶ] α-πο-συ-ναρ-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {αποσυναρμολογ-είς ... | αποσυναρμολόγ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ούμενος}: διαλύω κάτι στα κομμάτια από τα οποία αποτελείται: ~ησαν τον πυλώνα/τις σκαλωσιές. ~μένος: κινητήρας/υπολογιστής. ~μένο: αεροσκάφος. ~ούμενα: μέρη. Βλ. αποξηλώνω, αποσυνδέω.|| (μτφ.) Έχει ~ηθεί εντελώς το σύστημα (= αποδιοργανωθεί). ΣΥΝ. ξεμοντάρω ΑΝΤ. συναρμολογώ [< αγγλ. disassemble, 1922] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ