Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7020-7040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6103αποστροφή2[ἀποστροφή] α-πο-στρο-φή ουσ. (θηλ.): ΡΗΤΟΡ. σχήμα λόγου κατά το οποίο ο ομιλητής ή ο αφηγητής απευθύνει τον λόγο σε πρόσωπο ή προσωποποιημένο αντικείμενο, είτε είναι παρόν είτε όχι, ή σε αφηρημένη έννοια: ποιητική ~. Ειρωνικές/ρητορικές ~ές. Σε μια ~ του λόγου του δήλωσε ότι ... [< μτγν. ἀποστροφή, γαλλ.-αγγλ. apostrophe]
6104απόστροφος[ἀπόστροφος] α-πό-στρο-φος ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. σημείο του γραπτού λόγου (') στη θέση φωνήεντος που σιγήθηκε λόγω έκθλιψης, αφαίρεσης ή αποκοπής: Λέξη που παίρνει ~ο. [< μτγν. ἀπόστροφος, γαλλ.-αγγλ. apostrophe]
6105αποσυγκέντρωση[ἀποσυγκέντρωση] α-πο-συ-γκέ-ντρω-ση ουσ. (θηλ.): αποκέντρωση. [< γαλλ. déconcentration, 1907]
6106αποσυγχρονίζω[ἀποσυγχρονίζω] α-πο-συγ-χρο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {αποσυγχρόνι-σε, -στηκε (λόγ. -σθηκε), -σμένος, συνήθ. μεσοπαθ.}: προκαλώ αποσυγχρονισμό: ~εται η γραμμή/ο ήχος/ο µηχανισµός/το μόντεμ. Πβ. αποσυντονίζω. ΑΝΤ. συγχρονίζω [< γαλλ. désynchroniser, περ. 1950, αγγλ. desynchronize]
6107αποσυγχρονισμός[ἀποσυγχρονισμός] α-πο-συγ-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): απώλεια συγχρονισμού: ~ εικόνας-ήχου/καναλιών/κωδικοποιητή.|| ~ του βιολογικού ρολογιού. Πβ. τζετ λαγκ.|| (μτφ.) ~ ατόμου-κοινωνίας. Πβ. αποσυντονισμός. [< γαλλ. désynchronisation]
6108αποσύζευξη[ἀποσύζευξη] α-πο-σύ-ζευ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. άρση σύζευξης δύο συστημάτων, ώστε να μην υπάρχει μεταφορά ενέργειας μεταξύ τους: πλήρης ~. ~ εισόδων-εξόδων/μετατροπέων/συχνοτήτων. ~ παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας. Πυκνωτές ~ης. Βλ. απόζευξη. ΣΥΝ. αποσύνδεση (1) 2. (μτφ.) αποδέσμευση: ~ της οικονομικής ανάπτυξης από τη χρήση των φυσικών πόρων. Πβ. διαχωρισμός. [< αγγλ. decoupling, 1931]
6109αποσυμπιέζω[ἀποσυμπιέζω] α-πο-συ-μπι-έ-ζω ρ. (μτβ.) {αποσυμπίε-σα, αποσυμπιέ-στηκε, -σμένος, αποσυμπιέζ-οντας} 1. επαναφέρω κάποιον ή κάτι στη φυσιολογική ατμοσφαιρική πίεση μετά από έκθεσή του σε υψηλότερες ή χαμηλότερες πιέσεις: Ο δύτης ~εται, καθώς αναδύεται σταδιακά.|| Πεπιεσμένος αέρας που ~εται γρήγορα. Όταν η χύτρα ~στεί, η βαλβίδα ανεβαίνει. Η καμπίνα του αεροσκάφους ~στηκε απότομα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. επαναφέρω συμπιεσμένο ηλεκτρονικό αρχείο στην κανονική, ολόκληρη μορφή του: Εντολή/πρόγραμμα που ~ει (αυτόματα) έγγραφα. ~σμένες: εικόνες. ΑΝΤ. ζιπάρω, συμπιέζω (1) 3. (μτφ.) εκτονώνω: Χόμπι που ~ουν την καθημερινή ρουτίνα. Η οικονομία ~στηκε και έπεσαν οι τιμές. Πβ. αμβλύνω, αποφορτίζω. 4. ΙΑΤΡ. μειώνω την εσωτερική πίεση σε μέρος του σώματος με χειρουργικά ή άλλα μέσα: Σύστημα που ~ει τους μεσοσπονδύλιους δίσκους. [< αγγλ. decompress, 1905, γαλλ. décompresser, 1966]
6110αποσυμπίεση[ἀποσυμπίεση] α-πο-συ-μπί-ε-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία αποβολής του πλεονάζοντος αζώτου που διαλύθηκε στους ιστούς του οργανισμού κατά την κατάδυση ή την πτήση: αιφνίδια/μερική/ταχεία ~. (Εκρηκτική) ~ καμπίνας επιβατών. Βαλβίδα/θάλαμος/πίνακες/φιάλες ~ης (διαστημικού σταθμού/νοσοκομείου). (για δύτη:) Στάσεις ~ης και εκπνοές κατά την ανάδυση. Μπουκάλα οξυγόνου για ~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. επαναφορά συμπιεσμένου αρχείου στο αρχικό του μέγεθος: πρόγραμμα ~ης. ΑΝΤ. συμπίεση (1) 3. (μτφ.) άμβλυνση της έντασης: ~ της κρίσης (= εκτόνωση). Πβ. αποφόρτιση. 4. ΙΑΤΡ. ανακούφιση οργάνου ή μέρους του σώματος από εσωτερική πίεση: ~ της καρδιάς/νευρικών ριζών. ● ΣΥΜΠΛ.: νόσος (της) αποσυμπίεσης: ΙΑΤΡ. που οφείλεται στον σχηματισμό φυσαλίδων αζώτου στον οργανισμό ύστερα από απότομη μείωση της ατμοσφαιρικής πίεσης, η οποία μπορεί να επιφέρει μέχρι και παράλυση ή θάνατο και προσβάλλει κυρ. δύτες που ανεβαίνουν απότομα στην επιφάνεια του νερού από μεγάλο βάθος ή πληρώματα και επιβάτες αεροσκαφών που ανέρχονται απότομα σε μεγάλο ύψος. ΣΥΝ. νόσος των δυτών [< αγγλ. decompression sickness, 1941] [< γαλλ. décompression, αγγλ. decompression, 1905]
6111αποσυμπιεστής[ἀποσυμπιεστής] α-πο-συ-μπι-ε-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα αποσυμπίεσης αέρα. 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό επαναφοράς συμπιεσμένων αρχείων στο αρχικό τους μέγεθος: Συμπιεστής-~. [< γαλλ. Décompresseur, 1904, αγγλ. decompressor, 1919]
6112αποσύμπλεξη[ἀποσύμπλεξη] α-πο-σύ-μπλε-ξη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. διακοπή σύμπλεξης, συνήθ. σε οχήματα: αυτόματη ~. ~ τροχού. Μοχλός ~ης. Με την ~ αποσυνδέεται η μηχανή από το κιβώτιο ταχυτήτων. Πβ. ντεμπραγιάζ. Βλ. συμπλέκτης.|| Υδραυλική ~. Ρολό ~ης. ~ σε ενδοδαπέδια θέρμανση. [< γαλλ. débrayage]
6113αποσυμφόρηση[ἀποσυμφόρηση] α-πο-συμ-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. συμφόρηση 1. περιορισμός της συγκέντρωσης ανθρώπων ή οχημάτων σε κάποιον χώρο: ~ της λίστας αναμονής/του οδικού δικτύου/των φυλακών (ΑΝΤ. συνωστισμός). Κυκλοφοριακή ~ του κέντρου της πόλης.|| ~ των δικαστηρίων (: ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης).|| (μτφ.) ~ της κατάστασης (: αποσυμπίεση, εκτόνωση). 2. ΙΑΤΡ. μείωση της συσσώρευσης υλικού σε όργανα ή ιστούς: χειρουργική ~. ~ της μύτης (πβ. ξεμπούκωμα)/του παχέος εντέρου/των πνευμόνων/του στομάχου. [< γαλλ. décongestion, 1944]
6114αποσυμφορητικός, ή, ό [ἀποσυμφορητικός] α-πο-συμ-φο-ρη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συντελεί στην αποσυμφόρηση του οργανισμού: ~ή: θεραπεία/κρέμα. ~ό: σπρέι. ~ές: σταγόνες. Σκεύασμα με ~ές και καταπραϋντικές ιδιότητες.|| (ως ουσ.) Τοπικά ~ά. ~ά για τη μύτη (/ρινικό ~ό). ΑΝΤ. συμφορητικός ● επίρρ.: αποσυμφορητικά [< αγγλ. decongestant, 1947, γαλλ. décongestif, πριν από το 1970]
6115αποσυμφορώ[ἀποσυμφορῶ] α-πο-συμ-φο-ρώ ρ. (μτβ.) {αποσυμφορ-εί | αποσυμφόρ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: απαλλάσσω από συμφόρηση: Ο νέος αυτοκινητόδρομος αναμένεται να ~ήσει την κίνηση/το κυκλοφοριακό χάος. Μέτρα για να ~ηθεί το κέντρο από τα ΙΧ. Προσπάθειες να ~ηθούν τα νοσοκομεία (από τους ασθενείς)/οι φυλακές (από τους κρατουμένους).|| (ΙΑΤΡ.) Θεραπεία που ~εί τους ιστούς.|| (μτφ.) ~ήθηκε το βαρύ κλίμα (= εκτονώθηκε)! [< γαλλ. décongestionner]
6116αποσυνάγωγος[ἀποσυνάγωγος] α-πο-συ-νά-γω-γος επίθ./ουσ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που έχει απομακρυνθεί, αποβληθεί από ομάδα λόγω παραπτώματος ή διαφορετικής στάσης και συμπεριφοράς από το σύνολο: ~ της κοινωνίας. ~ από το κόμμα. Οι ~οι της καλλιτεχνικής/πολιτικής ζωής. Πβ. αντισυμβατικός, απόβλητος, απόκληρος. [< μτγν. ἀποσυνάγωγος]
6117αποσυναρμολόγηση[ἀποσυναρμολόγηση] α-πο-συ-ναρ-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): διάλυση αντικειμένου στα κομμάτια από τα οποία αποτελείται: ~ επίπλων/ηλεκτρονικού υπολογιστή/όπλου/παιχνιδιού. Οικολογική ~ προϊόντων συσκευασίας (βλ. ανακύκλωση). Βλ. αποξήλωση. ΣΥΝ. ξεμοντάρισμα ΑΝΤ. συναρμολόγηση [< αγγλ. disassembly, 1954]
6118αποσυναρμολογώ[ἀποσυναρμολογῶ] α-πο-συ-ναρ-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {αποσυναρμολογ-είς ... | αποσυναρμολόγ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ούμενος}: διαλύω κάτι στα κομμάτια από τα οποία αποτελείται: ~ησαν τον πυλώνα/τις σκαλωσιές. ~μένος: κινητήρας/υπολογιστής. ~μένο: αεροσκάφος. ~ούμενα: μέρη. Βλ. αποξηλώνω, αποσυνδέω.|| (μτφ.) Έχει ~ηθεί εντελώς το σύστημα (= αποδιοργανωθεί). ΣΥΝ. ξεμοντάρω ΑΝΤ. συναρμολογώ [< αγγλ. disassemble, 1922]
6119αποσυνδεδεμένος, η, ο [ἀποσυνδεδεμένος] α-πο-συν-δε-δε-μέ-νος επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που έχει αποσυνδεθεί: ~ος: υπολογιστής. ~ο: καλώδιο (από την πρίζα). 2. (μτφ.) που δεν έχει σχέση, εξάρτηση από κάτι: Επιδοτήσεις ~ες από την παραγωγή. Πβ. απο-κομμένος, -μονωμένος. ● βλ. αποσυνδέω [< 1: αγγλ. disconnected 2: γαλλ. dissocié]
6120αποσύνδεση[ἀποσύνδεση] α-πο-σύν-δε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. διακοπή ηλεκτρονικής, ηλεκτρικής ή μηχανικής σύνδεσης: αυτόματη ~. ~ από βάση δεδομένων/εφαρμογή/προσωπικό λογαριασμό/υπηρεσία. ~ υπολογιστή (= λογκ άουτ/οφ). ~ βαγονιού (= απόζευξη)/μπαταρίας/χρήστη (από το διαδίκτυο).|| Δείκτης/ρυθμός ~έσεων (: πελατών από δίκτυο τηλεφωνίας). Βλ. αποκόλληση, απόσπαση. 2. (μτφ.) άρση της σχέσης εξάρτησης μεταξύ γεγονότων, καταστάσεων, παραγόντων: ~ της εκπαίδευσης από την αγορά εργασίας/περιβάλλοντος και οικονομικής ανάπτυξης. Πβ. διαχωρισμός. [< 1: αγγλ. disconnection 2: γαλλ. dissociation]
6121αποσυνδέω[ἀποσυνδέω] α-πο-συν-δέ-ω ρ. (μτβ.) {αποσυνέδε-σα, αποσυνδέ-σει, -θηκε, -δεμένος, -οντας} 1. καταργώ ηλεκτρονική, ηλεκτρική ή μηχανική σύνδεση: ~ τον υπολογιστή (από την παροχή ρεύματος). ~ομαι από το δίκτυο/σύστημα.|| Τον ~σαν (: έβγαλαν) από τον αναπνευστήρα. Η γεννήτρια ~θηκε από το κύκλωμα.|| Το διαστημικό λεωφορείο ~θηκε από τον διεθνή διαστημικό σταθμό. Πβ. αποκολλώ, αποσπώ, αποχωρίζω. ΑΝΤ. ενώνω (1), συνδέω (2) 2. (μτφ.) αφαιρώ, παύω, διακόπτω κάθε συσχέτιση, εξάρτηση μεταξύ στοιχείων: Προσπάθησαν να ~σουν το περιστατικό από το όλο θέμα. Πβ. απεξαρτώ, απομονώνω, διαχωρίζω. ● βλ. αποσυνδεδεμένος [< 1: αγγλ. disconnect 2: γαλλ. dissocier]
6122αποσύνθεση[ἀποσύνθεση] α-πο-σύν-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. μετατροπή νεκρής οργανικής ύλης σε απλούστερες ουσίες μέσω της δράσης βακτηρίων και μυκητών: (αν)αερόβια/βιολογική/μικροβιακή ~. ~ απορριμμάτων. Πτώμα σε κατάσταση (προχωρημένης) ~ης. ~ και αλλοίωση των τροφίμων. Πβ. αποικοδόμηση, κομποστο-, χουμο-ποίηση, σάπισμα. 2. (μτφ.) διάσπαση συνοχής και οργάνωσης συνόλου: ηθική/κοινωνική/πολιτική ~. ~ του κράτους/της χώρας. Εικόνα/σημάδια ~ης. Πβ. αποδιάρθρωση, αποδιοργάνωση, παράλυση, σήψη. 3. (επιστ.) διάλυση, διαίρεση σε απλούστερα στοιχεία: (ΧΗΜ.) θερμική/χημική ~.|| (ΦΥΣ.) Ραδιενεργή ~. [< γαλλ. décomposition]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.