Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [7040-7060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6119αποσυνδεδεμένος, η, ο [ἀποσυνδεδεμένος] α-πο-συν-δε-δε-μέ-νος επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που έχει αποσυνδεθεί: ~ος: υπολογιστής. ~ο: καλώδιο (από την πρίζα). 2. (μτφ.) που δεν έχει σχέση, εξάρτηση από κάτι: Επιδοτήσεις ~ες από την παραγωγή. Πβ. απο-κομμένος, -μονωμένος. ● βλ. αποσυνδέω [< 1: αγγλ. disconnected 2: γαλλ. dissocié]
6120αποσύνδεση[ἀποσύνδεση] α-πο-σύν-δε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. διακοπή ηλεκτρονικής, ηλεκτρικής ή μηχανικής σύνδεσης: αυτόματη ~. ~ από βάση δεδομένων/εφαρμογή/προσωπικό λογαριασμό/υπηρεσία. ~ υπολογιστή (= λογκ άουτ/οφ). ~ βαγονιού (= απόζευξη)/μπαταρίας/χρήστη (από το διαδίκτυο).|| Δείκτης/ρυθμός ~έσεων (: πελατών από δίκτυο τηλεφωνίας). Βλ. αποκόλληση, απόσπαση. 2. (μτφ.) άρση της σχέσης εξάρτησης μεταξύ γεγονότων, καταστάσεων, παραγόντων: ~ της εκπαίδευσης από την αγορά εργασίας/περιβάλλοντος και οικονομικής ανάπτυξης. Πβ. διαχωρισμός. [< 1: αγγλ. disconnection 2: γαλλ. dissociation]
6122αποσύνθεση[ἀποσύνθεση] α-πο-σύν-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. μετατροπή νεκρής οργανικής ύλης σε απλούστερες ουσίες μέσω της δράσης βακτηρίων και μυκητών: (αν)αερόβια/βιολογική/μικροβιακή ~. ~ απορριμμάτων. Πτώμα σε κατάσταση (προχωρημένης) ~ης. ~ και αλλοίωση των τροφίμων. Πβ. αποικοδόμηση, κομποστο-, χουμο-ποίηση, σάπισμα. 2. (μτφ.) διάσπαση συνοχής και οργάνωσης συνόλου: ηθική/κοινωνική/πολιτική ~. ~ του κράτους/της χώρας. Εικόνα/σημάδια ~ης. Πβ. αποδιάρθρωση, αποδιοργάνωση, παράλυση, σήψη. 3. (επιστ.) διάλυση, διαίρεση σε απλούστερα στοιχεία: (ΧΗΜ.) θερμική/χημική ~.|| (ΦΥΣ.) Ραδιενεργή ~. [< γαλλ. décomposition]
6123αποσυνθετικός, ή, ό [ἀποσυνθετικός] α-πο-συν-θε-τι-κός επίθ. 1. ΒΙΟΛ. που συντελεί στην αποσύνθεση οργανισμού ή χημικής ένωσης: ~ή: δραστηριότητα μικροβίων. ~ά: βακτήρια. 2. (μτφ.) που συμβάλλει στη διάσπαση της συνοχής και της οργάνωσης συνόλου: ~ή: δράση. ~ές: δυνάμεις/τάσεις. ● επίρρ.: αποσυνθετικά
6124αποσυνθέτω[ἀποσυνθέτω] α-πο-συν-θέ-τω ρ. (μτβ.) {αποσύνθε-σε, -σει, αποσυντίθ-εται, αποσυντέ-θηκε, -θεί, αποσυνθέτ-οντας, αποσυντε-θειμένος} 1. {στο γ' πρόσ.} μετατρέπω νεκρή οργανική ύλη σε απλούστερες ουσίες: Το πλαστικό δεν ~εται στη φύση. Βιομάζα που έχει ~θεί από μικροοργανισμούς/κάτω από αναερόβιες διαδικασίες. ~θειμένο: πτώμα (= σαπισμένο). Πβ. αποικοδομώ, κομποστο-, χουμο-ποιώ. 2. (επιστ.) διαλύω, διασπώ σε απλούστερα στοιχεία: (ΧΗΜ.) Το νερό ~εται στα συστατικά του στοιχεία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αρχείο που ~θηκε σε τμήματα (για να μειωθεί το μέγεθός του). 3. (μτφ.) αποδιοργανώνω: Πρόβλημα που ~ει τον κοινωνικό ιστό/το κράτος. Πβ. αποδιαρθρώνω, παραλύω. ΑΝΤ. συνθέτω (1) [< γαλλ. décomposer]
6125αποσυντονίζω[ἀποσυντονίζω] α-πο-συ-ντο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {αποσυντόνι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος}: διαταράσσω την ομαλή λειτουργία: Με ~ει από το διάβασμα όλη αυτή η φασαρία. Το βιολογικό μου ρολόι έχει ~στεί τελείως από τη διαφορά της ώρας. ~σμένος από τις διακοπές. Πβ. αποδιοργανώνω, απορρυθμίζω.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Το κύκλωμα/το ραδιόφωνο/η συσκευή ~στηκε. Πβ. αποσυγχρονίζω. ΑΝΤ. συντονίζω (1)
6126αποσυντονισμός[ἀποσυντονισμός] α-πο-συ-ντο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): απώλεια, διατάραξη αρμονικής λειτουργίας: ~ των κινήσεων. ~ μεταξύ κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών. Πβ. αποδιάρθρωση, αποδιοργάνωση, απορρύθμιση.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ του δικτύου/συστήματος. ΑΝΤ. συντονισμός (1) [< γαλλ. incoordination]
6127αποσυρραπτικό[ἀποσυρραπτικό] α-πο-συρ-ρα-πτι-κό ουσ. (ουδ.): εργαλείο σε μορφή τανάλιας για την αφαίρεση των συρμάτων του συρραπτικού: μεταλλικό ~. ~ γραφείου.
6128απόσυρση[ἀπόσυρση] α-πό-συρ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. απομάκρυνση από την κυκλοφορία οχημάτων παλαιάς τεχνολογίας με παροχή κινήτρων για την αντικατάστασή τους από άλλα νεότερης: ~ αυτοκινήτων.|| ~ύρσεις δικύκλων/πλοίων.|| ~ και ανακύκλωση ηλεκτρικών συσκευών. 2. παύση ή διακοπή της ισχύος επίσημου συνήθ. εγγράφου: ~ αίτησης/διάταξης/κατηγοριών/μέτρων/μήνυσης/νομοσχεδίου/πρότασης/ρύθμισης/υποψηφιότητας/σχεδίου. Πβ. ακύρωση, ανάκληση, άρση.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ επενδύσεων/καταθέσεων/κεφαλαίων. 3. αναστολή διανομής, κυρ. προϊόντων, στο κοινό: αναγκαστική/επιδοτούμενη/μαζική/οριστική/προληπτική/προσωρινή ~. ~ εμπορευμάτων/φαρμάκων. ~ύρσεις (επικίνδυνων) τροφίμων από την αγορά.|| ~ καλλιεργήσιμων γαιών (= αγρανάπαυση). 4. αποχώρηση: ~ των στρατευμάτων.|| (κατ' επέκτ.) ~ και απομόνωση από φίλους και οικογένεια. ~ από την αγορά εργασίας (βλ. παραίτηση, συνταξιοδότηση). 5. ΓΕΩΛ. υποχώρηση υδάτων. Βλ. άμπωτη. ΑΝΤ. επίκλυση ● ΣΥΜΠΛ.: συμπτώματα απόσυρσης: ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. ευρύ φάσμα ψυχοπαθολογικών διαταραχών (πονοκέφαλος, αϋπνία, μυϊκός πόνος) που εμφανίζονται σε περίπτωση διακοπής χρήσης εθιστικών ουσιών, όπως τα ναρκωτικά ή το αλκοόλ. [< αγγλ. withdrawal symptoms] [< γαλλ. retrait]
6129αποσύρω[ἀποσύρω] α-πο-σύ-ρω ρ. (μτβ.) {απέσυρα (σπάν.) απόσυρα, αποσύρ-ει, -θηκα, -θεί, -μένος, -οντας} (επίσ.) 1. παύω, διακόπτω την ισχύ, παίρνω πίσω: ~ το ενδιαφέρον/την ερώτησή/την πρότασή/την υποψηφιότητά μου. Η κυβέρνηση απέσυρε το νομοσχέδιο. Πβ. αίρω, ακυρώνω, ανακαλώ.|| ~ χρήματα από τραπεζικό λογαριασμό (ΣΥΝ. σηκώνω, ΑΝΤ. καταθέτω).|| (ΝΟΜ.) ~ την αγωγή/προσφυγή. 2. βγάζω από την κυκλοφορία: Η εταιρεία απέσυρε όλες τις παρτίδες των αλλοιωμένων προϊόντων. ~ονται ακατάλληλα γάλατα/κρέατα από την αγορά. Απέσυραν το αεροσκάφος/το παλιό τους αυτοκίνητο. 3. απομακρύνω: Η χώρα απέσυρε τον στρατό της από τα κατεχόμενα εδάφη. ● Παθ.: αποσύρομαι 1. αποχωρώ: ~ από την ενεργό δράση/την πολιτική ζωή/την υπηρεσία (πβ. παραιτούμαι, συνταξιοδοτούμαι). ~ στα ενδότερα (για να κοιμηθώ). Η Επιτροπή ~εται σε σύσκεψη για να αποφασίσει. Πήρα σύνταξη και ~θηκα στο εξοχικό μου. (για μοναχούς) ~θηκαν από τα εγκόσμια. Πβ. απομονώνομαι, αποτραβιέμαι, φεύγω. 2. εγκαταλείπω προσπάθεια: Η ομάδα ~θηκε από τη διεκδίκηση του παίκτη. 3. (για τα ύδατα, τη θάλασσα) υποχωρώ: Τα νερά ~θηκαν από τη στεριά. [< αρχ. ἀποσύρω ‘ξεσκίζω, γκρεμίζω, απομακρύνω σκουπίζοντας’, γαλλ. (se) retirer]
6130αποσυσκευάζω[ἀποσυσκευάζω] α-πο-συ-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {αποσυσκεύα-σα, αποσυσκευά-στηκε, -σμένος} (επίσ.): αφαιρώ τη συσκευασία: Τα δείγματα/κιβώτια ~στηκαν και ελέγχθηκαν. Πβ. ξεπακετάρω.
6131αποσυσκευασία[ἀποσυσκευασία] α-πο-συ-σκευ-α-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αφαίρεση της συσκευασίας: ~ ηλεκτρονικού εξοπλισμού/προϊόντων. ~ και σύνδεση υπολογιστή. ~, συναρμολόγηση και τακτοποίηση επίπλων.
6132αποσυσπείρωση[ἀποσυσπείρωση] α-πο-συ-σπεί-ρω-ση ουσ. (θηλ.): έλλειψη συσπείρωσης για την επίτευξη ενός στόχου: ~ της εκλογικής βάσης.
6133αποσφαλμάτωση[ἀποσφαλμάτωση] α-πο-σφαλ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) & εκσφαλμάτωση: ΠΛΗΡΟΦ. διαδικασία αφαίρεσης ιών ή διόρθωσης σφαλμάτων από λογισμικά προγράμματα ή μηχανήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών: ~ δικτύων. Εγκατάσταση και ~ συστημάτων. [< αγγλ. debugging, 1945]
6134αποσφραγίζω[ἀποσφραγίζω] α-πο-σφρα-γί-ζω ρ. (μτβ.) {αποσφράγι-σα, -στηκε, -σμένος} (επίσ.): κάνω αποσφράγιση: ~ την αλληλογραφία/τα γραπτά/την κάλπη/τους φακέλους. ~σμένη: διαθήκη.|| ~στηκαν πυρηνικές εγκαταστάσεις. [< μτγν. ἀποσφραγίζω]
6135αποσφράγιση[ἀποσφράγιση] α-πο-σφρά-γι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): άνοιγμα απόρρητου εγγράφου ή απαγορευμένου χώρου: επιτροπή ~ης οικονομικών/τεχνικών προσφορών.|| ~ θυρίδας/καταστήματος (: που έχει κλείσει δικαστικός κλητήρας).
6136απόσχειβλ. απέχω
6137αποσχηματίζω[ἀποσχηματίζω] α-πο-σχη-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {αποσχημάτι-σε, -στηκε, -σμένος} : ΕΚΚΛΗΣ. (για κληρικό ή μοναχό) καθαιρώ. [< μεσν. αποσχηματίζω]
6138αποσχηματισμός[ἀποσχηματισμός] α-πο-σχη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. καθαίρεση κληρικού ή μοναχού. [< μεσν. αποσχηματισμός (για αστερισμό)]
6139αποσχίζομαι[ἀποσχίζομαι] α-πο-σχί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {αποσχί-στηκε (λόγ. -σθηκε, απεσχίσθη, μτχ. αποσχισθείς, -είσα, -έν), -σμένος, σπάν. στην ενεργ. φωνή} (επίσ.): απομακρύνομαι από σύνολο στο οποίο ανήκω, συνήθ. με σκοπό την ανεξαρτητοποίηση ή την ένταξή μου σε άλλο σύνολο: ~ από την Ένωση/οργάνωση. Η περιοχή ~στηκε και αυτονομήθηκε (πβ. αποσπάστηκε). Στέλεχος που αποφάσισε να ~στεί από την παράταξη και να ιδρύσει δικό του κόμμα. (λόγ.) ~σθέντα: μέλη. Πβ. αποσκιρτώ, αποστατώ, αποχωρώ.|| (ΑΝΑΤ.) Φλέβα που ~εται (= διαχωρίζεται) σε αριστερό και δεξιό κλάδο. [< αρχ. ἀποσχίζομαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.