| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6140 | απόσχιση | [ἀπόσχιση] α-πό-σχι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): απομάκρυνση από σύνολο, ανεξαρτητοποίηση: βίαιη/διοικητική ~. ~ εδαφών/μειονότητας/περιοχής από κράτος. ~ βουλευτών/στελεχών από το κόμμα. (ΟΙΚΟΝ.) ~ίσεις κλάδων επιχειρήσεων. Πβ. αποσκίρτηση, αποστασία, αποχώρηση.|| Γεωλογική ~. Πβ. αποκοπή, απόσπαση, αποχωρισμός. [< αρχ. ἀπόσχισις] | |
| 6141 | αποσχιστικός | , ή, ό [ἀποσχιστικός] α-πο-σχι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την απόσχιση: ~ή: δράση/ομάδα/οργάνωση (βλ. σέχτα)/πολιτική/προπαγάνδα. ~ό: κίνημα/κόμμα. ● επίρρ.: αποσχιστικά | |
| 6142 | απόσχω | βλ. απέχω | |
| 6143 | αποσωληνώνω | [ἀποσωληνώνω] α-πο-σω-λη-νώ-νω ρ. (μτβ.) {κυρ. στο αποσωληνώ-θηκε, -θεί, -μένος}: ΙΑΤΡ. κάνω αποσωλήνωση: Ο ασθενής ~θηκε και αναπνέει πλέον χωρίς μηχανική υποστήριξη. ΑΝΤ. διασωληνώνω | |
| 6144 | αποσωλήνωση | [ἀποσωλήνωση] α-πο-σω-λή-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφαίρεση σωλήνα κυρ. από την τραχεία, ο οποίος έχει εισαχθεί ύστερα από διασωλήνωση. || (μτφ.) ~ της οικονομίας. [< γαλλ.-αγγλ. extubation] | |
| 6145 | αποσώνω | [ἀποσώνω] α-πο-σώ-νω ρ. (μτβ.) {απόσω-σα, -θηκε, -σμένος, συνήθ. στον αόρ.} (λαϊκό) 1. ολοκληρώνω, αποτελειώνω κάτι που έχω αρχίσει: Δεν πρόλαβε καλά καλά να ~σει (= τελειώσει) την κουβέντα του και ... 2. (κατα)σπαταλώ, καταναλώνω μέχρι τέλους: ~σαν την περιουσία τους (πβ. διασπαθίζω, εξανεμίζω). ~θηκε το κρασί/λάδι. [< μεσν. αποσώνω] | |
| 6146 | αποταγή | [ἀποταγή] α-πο-τα-γή ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. απάρνηση των εγκοσμίων από πρόσωπο που επιθυμεί να ακολουθήσει τον μοναστικό βίο: ~ του κόσμου. ~ και μετάνοια. Πβ. αποκήρυξη. [< μτγν. ἀποταγή] | |
| 6147 | αποτάθηκα, αποταθώ | βλ. αποτείνω | |
| 6148 | απότακτος | , η, ο [ἀπότακτος] α-πό-τα-κτος επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που έχει τιμωρηθεί με απόταξη: ~ος: αξιωματικός/αστυνομικός.|| (ως ουσ.) Οι εν ενεργεία και οι ~οι. Επαναφορά των αποτάκτων στο στράτευμα/στο Σώμα. [< αρχ. ἀπότακτος] | |
| 6149 | αποταμίευμα | [ἀποταμίευμα] α-πο-τα-μί-ευ-μα ουσ. (ουδ.) {αποταμιεύμ-ατα}: ΟΙΚΟΝ. αποταμιευμένο ποσό: κεφάλαια από διαθέσιμα ~ατα (= αποταμιεύσεις) προηγούμενων ετών. [< γαλλ. épargne] | |
| 6150 | αποταμίευση | [ἀποταμίευση] α-πο-τα-μί-ευ-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. εξοικονόμηση χρηματικού ποσού ή τοποθέτηση του σε τίτλους, καταθέσεις· το ποσό που αξιοποιείται με αυτόν τον τρόπο: δημόσια/εθνική/ετήσια/ιδιωτική/λαϊκή/μακροπρόθεσμη/μηνιαία/συνταξιοδοτική/τραπεζική ~. Η ~ των νοικοκυριών. Αρνητική ~ (: το να ξοδεύει κάποιος περισσότερα από όσα εισπράττει). Κάνω ~ (= αποταμιεύω). Λογαριασμός ~ης (= αποταμιευτικός). Παγκόσμια Ημέρα ~ης (31 Οκτωβρίου). Πβ. αποθησαύριση.|| ~εύσεις και επενδύσεις (πβ. οικονομίες). Τόκοι ~εύσεων.|| (κατ' επέκτ.) ~ αερίου/ενέργειας/νερού. [< μεσν. αποταμίευσις 'αποθήκη', γαλλ. épargne, αγγλ. saving] | |
| 6151 | αποταμιευτής | [ἀποταμιευτής] α-πο-τα-μι-ευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που αποταμιεύει: μικροί ~ές. ~ και επενδυτής/καταθέτης. Βλ. οικονόμος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσσωρευτής: ~ θερμότητας/ισχύος/καυσίμων. Ενεργειακοί ~ές.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Χρονικός ~.|| (μτφ.) ~ ζωής. [< 1: γαλλ. épargnant] | |
| 6152 | αποταμιευτικός | , ή, ό [ἀποταμιευτικός] α-πο-τα-μι-ευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποταμίευση: (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: λογαριασμός. ~ή: τράπεζα. ~ό: κεφάλαιο. ~οί: πόροι. ~ές: καταθέσεις. ~ά: ομόλογα/προϊόντα. ~ό και ασφαλιστικό/επενδυτικό/συνταξιοδοτικό πρόγραμμα. Πβ. ταμιευτικός.|| (ΒΙΟΛ.) ~ός: ιστός/πολυσακχαρίτης. ~ές: ουσίες/ύλες (: στα φυτά). | |
| 6153 | αποταμιεύω | [ἀποταμιεύω] α-πο-τα-μι-εύ-ω ρ. (μτβ.) {αποταμίευ-σα, -σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -μένος} 1. δεν ξοδεύω όλα μου τα χρήματα, αλλά τα καταθέτω, συνήθ. σε τραπεζικό λογαριασμό, για συγκεκριμένο σκοπό: ~ λεφτά στον κουμπαρά μου. Δεν έχω καταφέρει να ~σω δεκάρα/τίποτα! Εισοδήματα/κεφάλαια που ~ονται. Κέρδη που ~τηκαν, χωρίς να επενδυθούν. Πβ. βάζω στην άκρη/στην μπάντα, βάζω κατά μέρος, εξοικονομώ. 2. συγκεντρώνω και προστατεύω από σπατάλη, φθορά: Εμπορεύματα που έχουν ~τεί (σε αποθήκες).|| Η αρκούδα ~ει λίπος (βλ. χειμερία νάρκη). Φράγμα που ~ει νερό. Υλικά που ~ουν θερμότητα.|| (μτφ.) ~ γνώσεις/πληροφορίες. Πβ. αποθηκεύω, αποθησαυρίζω, συλλέγω. [< 1: μτγν. ἀποταμιεύομαι, γαλλ. épargner 2: αγγλ. save] | |
| 6154 | απόταξη | [ἀπόταξη] α-πό-τα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. οριστική απομάκρυνση (υπ)αξιωματικού από το Σώμα στο οποίο ανήκει λόγω σοβαρού παραπτώματος: ~ από την Ελληνική Αστυνομία/τις Ένοπλες Δυνάμεις. Πβ. αποπομπή. Βλ. αποστρατεία, αποστράτευση, διαθεσιμότητα. 2. (μτφ.-λόγ.) απάρνηση, αποκήρυξη: ~ της ενοχής.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ του Σατανά και σύνταξη με τον Χριστό (κατά τη βάπτιση). Βλ. αποταγή. [< αρχ. ἀπόταξις] | |
| 6155 | αποτάσσω | [ἀποτάσσω] α-πο-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {απέταξα, αποτά-ξει, -χθηκα, -χθεί, -γμένος, συνήθ. μεσοπαθ.} 1. ΣΤΡΑΤ. τιμωρώ με απόταξη: ~χθηκε από την υπηρεσία για πειθαρχικό παράπτωμα. Πβ. απομακρύνω, αποπέμπω, διώχνω. Βλ. μετατάσσω. 2. (μτφ.-λόγ.) απαρνούμαι, αποκηρύσσω: ~ει το παρελθόν του/τα πιστεύω του/τον ρατσισμό. Πβ. απεκδύομαι.|| (ΕΚΚΛΗΣ., στο μυστήριο της βάπτισης από τον ανάδοχο) ~ομαι τον Σατανά. [< αρχ. ἀποτάσσω] | |
| 6156 | αποτεθειμένος | , η, ο, αποτέθηκε βλ. αποθέτω | |
| 6157 | αποτείνω | [ἀποτείνω] α-πο-τεί-νω ρ. (μτβ.) {απέτεινα κ. απότεινα, αποτά-θηκα, αποτα-θώ (συχνότ. εσφαλμ. αποτανθώ), αποτειν-όμενος} (επίσ.): απευθύνω κάτι σε κάποιον: ~ χαιρετισμό προς τους παρευρισκομένους. Του απέτεινε τον λόγο. Απέτειναν προσευχή/ύμνο προς τον Κύριο. Βλ. αποτίω. ● Παθ.: αποτείνομαι: απευθύνομαι σε κάποιον, συνήθ. επίσημο φορέα, προκειμένου να ζητήσω, να μάθω ή να υποβάλω κάτι: ~όμενος στους βουλευτές, είπε ... Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ~ονται στους αρμόδιους φορείς/στις κατά τόπους Υπηρεσίες. ~θηκε στη Δικαιοσύνη. Πού μπορώ να ~θώ για βοήθεια/πληροφορίες; Πβ. προσφεύγω, στρέφομαι. [< γαλλ. s'adresser] [< αρχ. ἀποτείνω ‘επεκτείνω, αναφέρομαι, κάνω υπαινιγμό’] | |
| 6158 | αποτελειώνω | [ἀποτελειώνω] α-πο-τε-λει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αποτελείω-σε (προφ.) αποτέλειω-σε, -θηκε, -μένος, αποτελειών-οντας} 1. (μτφ.) προκαλώ καταστροφικό ή θανάσιμο πλήγμα σε κάποιον ή κάτι: Ο σεισμός ήρθε να ~σει ό,τι είχε μείνει όρθιο. Έχεις βαλθεί να με ~σεις (= ξεκάνεις); Δεν του έφταναν οι στενοχώριες του, ήρθε και η αρρώστια να τον ~σει. ~σε (= σκότωσε) το θύμα του με μια μαχαιριά. ~μένος ψυχικά και σωματικά (βλ. ράκος). Πβ. δίνω τη χαριστική βολή, θανατώνω, καταστρέφω, συντρίβω. 2. (συνήθ. με άρνηση) ολοκληρώνω: Δεν κατάφερε να ~σει το έργο του. Δεν πρόλαβε να ~σει τον λόγο/τη φράση του και ... ΣΥΝ. αποπερατώνω, αποσώνω (1) [< μεσν. αποτελειώνω] | |
| 6159 | αποτελειωτικός | , ή, ό [ἀποτελειωτικός] α-πο-τε-λει-ω-τι-κός επίθ.: τελειωτικός: ~ό: χτύπημα (= χαριστική βολή). Πβ. οριστικός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ