Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7060-7080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6143αποσωληνώνω[ἀποσωληνώνω] α-πο-σω-λη-νώ-νω ρ. (μτβ.) {κυρ. στο αποσωληνώ-θηκε, -θεί, -μένος}: ΙΑΤΡ. κάνω αποσωλήνωση: Ο ασθενής ~θηκε και αναπνέει πλέον χωρίς μηχανική υποστήριξη. ΑΝΤ. διασωληνώνω
6144αποσωλήνωση[ἀποσωλήνωση] α-πο-σω-λή-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφαίρεση σωλήνα κυρ. από την τραχεία, ο οποίος έχει εισαχθεί ύστερα από διασωλήνωση. || (μτφ.) ~ της οικονομίας. [< γαλλ.-αγγλ. extubation]
6145αποσώνω[ἀποσώνω] α-πο-σώ-νω ρ. (μτβ.) {απόσω-σα, -θηκε, -σμένος, συνήθ. στον αόρ.} (λαϊκό) 1. ολοκληρώνω, αποτελειώνω κάτι που έχω αρχίσει: Δεν πρόλαβε καλά καλά να ~σει (= τελειώσει) την κουβέντα του και ... 2. (κατα)σπαταλώ, καταναλώνω μέχρι τέλους: ~σαν την περιουσία τους (πβ. διασπαθίζω, εξανεμίζω). ~θηκε το κρασί/λάδι. [< μεσν. αποσώνω]
6146αποταγή[ἀποταγή] α-πο-τα-γή ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. απάρνηση των εγκοσμίων από πρόσωπο που επιθυμεί να ακολουθήσει τον μοναστικό βίο: ~ του κόσμου. ~ και μετάνοια. Πβ. αποκήρυξη. [< μτγν. ἀποταγή]
6147αποτάθηκα, αποταθώβλ. αποτείνω
6148απότακτος, η, ο [ἀπότακτος] α-πό-τα-κτος επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που έχει τιμωρηθεί με απόταξη: ~ος: αξιωματικός/αστυνομικός.|| (ως ουσ.) Οι εν ενεργεία και οι ~οι. Επαναφορά των αποτάκτων στο στράτευμα/στο Σώμα. [< αρχ. ἀπότακτος]
6149αποταμίευμα[ἀποταμίευμα] α-πο-τα-μί-ευ-μα ουσ. (ουδ.) {αποταμιεύμ-ατα}: ΟΙΚΟΝ. αποταμιευμένο ποσό: κεφάλαια από διαθέσιμα ~ατα (= αποταμιεύσεις) προηγούμενων ετών. [< γαλλ. épargne]
6150αποταμίευση[ἀποταμίευση] α-πο-τα-μί-ευ-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. εξοικονόμηση χρηματικού ποσού ή τοποθέτηση του σε τίτλους, καταθέσεις· το ποσό που αξιοποιείται με αυτόν τον τρόπο: δημόσια/εθνική/ετήσια/ιδιωτική/λαϊκή/μακροπρόθεσμη/μηνιαία/συνταξιοδοτική/τραπεζική ~. Η ~ των νοικοκυριών. Αρνητική ~ (: το να ξοδεύει κάποιος περισσότερα από όσα εισπράττει). Κάνω ~ (= αποταμιεύω). Λογαριασμός ~ης (= αποταμιευτικός). Παγκόσμια Ημέρα ~ης (31 Οκτωβρίου). Πβ. αποθησαύριση.|| ~εύσεις και επενδύσεις (πβ. οικονομίες). Τόκοι ~εύσεων.|| (κατ' επέκτ.) ~ αερίου/ενέργειας/νερού. [< μεσν. αποταμίευσις 'αποθήκη', γαλλ. épargne, αγγλ. saving]
6151αποταμιευτής[ἀποταμιευτής] α-πο-τα-μι-ευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που αποταμιεύει: μικροί ~ές. ~ και επενδυτής/καταθέτης. Βλ. οικονόμος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσσωρευτής: ~ θερμότητας/ισχύος/καυσίμων. Ενεργειακοί ~ές.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Χρονικός ~.|| (μτφ.) ~ ζωής. [< 1: γαλλ. épargnant]
6152αποταμιευτικός, ή, ό [ἀποταμιευτικός] α-πο-τα-μι-ευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποταμίευση: (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: λογαριασμός. ~ή: τράπεζα. ~ό: κεφάλαιο. ~οί: πόροι. ~ές: καταθέσεις. ~ά: ομόλογα/προϊόντα. ~ό και ασφαλιστικό/επενδυτικό/συνταξιοδοτικό πρόγραμμα. Πβ. ταμιευτικός.|| (ΒΙΟΛ.) ~ός: ιστός/πολυσακχαρίτης. ~ές: ουσίες/ύλες (: στα φυτά).
6153αποταμιεύω[ἀποταμιεύω] α-πο-τα-μι-εύ-ω ρ. (μτβ.) {αποταμίευ-σα, -σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -μένος} 1. δεν ξοδεύω όλα μου τα χρήματα, αλλά τα καταθέτω, συνήθ. σε τραπεζικό λογαριασμό, για συγκεκριμένο σκοπό: ~ λεφτά στον κουμπαρά μου. Δεν έχω καταφέρει να ~σω δεκάρα/τίποτα! Εισοδήματα/κεφάλαια που ~ονται. Κέρδη που ~τηκαν, χωρίς να επενδυθούν. Πβ. βάζω στην άκρη/στην μπάντα, βάζω κατά μέρος, εξοικονομώ. 2. συγκεντρώνω και προστατεύω από σπατάλη, φθορά: Εμπορεύματα που έχουν ~τεί (σε αποθήκες).|| Η αρκούδα ~ει λίπος (βλ. χειμερία νάρκη). Φράγμα που ~ει νερό. Υλικά που ~ουν θερμότητα.|| (μτφ.) ~ γνώσεις/πληροφορίες. Πβ. αποθηκεύω, αποθησαυρίζω, συλλέγω. [< 1: μτγν. ἀποταμιεύομαι, γαλλ. épargner 2: αγγλ. save]
6154απόταξη[ἀπόταξη] α-πό-τα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. οριστική απομάκρυνση (υπ)αξιωματικού από το Σώμα στο οποίο ανήκει λόγω σοβαρού παραπτώματος: ~ από την Ελληνική Αστυνομία/τις Ένοπλες Δυνάμεις. Πβ. αποπομπή. Βλ. αποστρατεία, αποστράτευση, διαθεσιμότητα. 2. (μτφ.-λόγ.) απάρνηση, αποκήρυξη: ~ της ενοχής.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ του Σατανά και σύνταξη με τον Χριστό (κατά τη βάπτιση). Βλ. αποταγή. [< αρχ. ἀπόταξις]
6155αποτάσσω[ἀποτάσσω] α-πο-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {απέταξα, αποτά-ξει, -χθηκα, -χθεί, -γμένος, συνήθ. μεσοπαθ.} 1. ΣΤΡΑΤ. τιμωρώ με απόταξη: ~χθηκε από την υπηρεσία για πειθαρχικό παράπτωμα. Πβ. απομακρύνω, αποπέμπω, διώχνω. Βλ. μετατάσσω. 2. (μτφ.-λόγ.) απαρνούμαι, αποκηρύσσω: ~ει το παρελθόν του/τα πιστεύω του/τον ρατσισμό. Πβ. απεκδύομαι.|| (ΕΚΚΛΗΣ., στο μυστήριο της βάπτισης από τον ανάδοχο) ~ομαι τον Σατανά. [< αρχ. ἀποτάσσω]
6156αποτεθειμένος, η, ο, αποτέθηκε βλ. αποθέτω
6157αποτείνω[ἀποτείνω] α-πο-τεί-νω ρ. (μτβ.) {απέτεινα κ. απότεινα, αποτά-θηκα, αποτα-θώ (συχνότ. εσφαλμ. αποτανθώ), αποτειν-όμενος} (επίσ.): απευθύνω κάτι σε κάποιον: ~ χαιρετισμό προς τους παρευρισκομένους. Του απέτεινε τον λόγο. Απέτειναν προσευχή/ύμνο προς τον Κύριο. Βλ. αποτίω. ● Παθ.: αποτείνομαι: απευθύνομαι σε κάποιον, συνήθ. επίσημο φορέα, προκειμένου να ζητήσω, να μάθω ή να υποβάλω κάτι: ~όμενος στους βουλευτές, είπε ... Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ~ονται στους αρμόδιους φορείς/στις κατά τόπους Υπηρεσίες. ~θηκε στη Δικαιοσύνη. Πού μπορώ να ~θώ για βοήθεια/πληροφορίες; Πβ. προσφεύγω, στρέφομαι. [< γαλλ. s'adresser] [< αρχ. ἀποτείνω ‘επεκτείνω, αναφέρομαι, κάνω υπαινιγμό’]
6158αποτελειώνω[ἀποτελειώνω] α-πο-τε-λει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αποτελείω-σε (προφ.) αποτέλειω-σε, -θηκε, -μένος, αποτελειών-οντας} 1. (μτφ.) προκαλώ καταστροφικό ή θανάσιμο πλήγμα σε κάποιον ή κάτι: Ο σεισμός ήρθε να ~σει ό,τι είχε μείνει όρθιο. Έχεις βαλθεί να με ~σεις (= ξεκάνεις); Δεν του έφταναν οι στενοχώριες του, ήρθε και η αρρώστια να τον ~σει. ~σε (= σκότωσε) το θύμα του με μια μαχαιριά. ~μένος ψυχικά και σωματικά (βλ. ράκος). Πβ. δίνω τη χαριστική βολή, θανατώνω, καταστρέφω, συντρίβω. 2. (συνήθ. με άρνηση) ολοκληρώνω: Δεν κατάφερε να ~σει το έργο του. Δεν πρόλαβε να ~σει τον λόγο/τη φράση του και ... ΣΥΝ. αποπερατώνω, αποσώνω (1) [< μεσν. αποτελειώνω]
6159αποτελειωτικός, ή, ό [ἀποτελειωτικός] α-πο-τε-λει-ω-τι-κός επίθ.: τελειωτικός: ~ό: χτύπημα (= χαριστική βολή). Πβ. οριστικός.
6160αποτέλεσμα[ἀποτέλεσμα] α-πο-τέ-λε-σμα ουσ. (ουδ.) {αποτελέσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. κατάληξη ή συνέπεια ενέργειας ή διαδικασίας: αισθητικό/άμεσο/αναμενόμενο/απρόβλεπτο/απροσδόκητο/αρνητικό/έμμεσο/εξαιρετικό/επιδιωκόμενο/ευνοϊκό/θετικό/λογικό/στατιστικό/τραγικό ~. Ακουστικό/ηχητικό/οπτικό ~. Τα ~ατα του πειράματος. Σχέση αιτίου ~ατος. Το καλύτερο/χειρότερο δυνατό ~. ~ διαπραγματεύσεων/πίεσης. Αναμενόμενα μαθησιακά ~ατα. Καταλήγω/οδηγούμαι/φτάνω σε ~. Το ~ ήταν να ... Οι θεραπείες δεν είχαν κανένα ~. Σημασία έχει η προσπάθεια και όχι το ~ (: το ~ μετράει). Η επανάσταση ήταν ~ (= απόρροια, επακόλουθο) της κοινωνικής καταπίεσης. ~ μηδέν (: για παταγώδη αποτυχία). Και ποιο το ~; Θεαματικά ~ατα από ...|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ατα αναζήτησης (στο διαδίκτυο). 2. επίσημη κρίση, αξιολόγηση -συχνά με αριθμητικά δεδομένα- αγώνα, διαγωνισμού, εξετάσεων, ψηφοφορίας· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) το αντίστοιχο επίσημο έγγραφο: εκλογικό/τελικό ~. Οριστικά/προσωρινά/συγκριτικά ~ατα. Δίκαιο/ισόπαλο/νικηφόρο ~ (= σκορ). Ιατρικά ~ατα. Αλλοίωση/αμφισβήτηση/πρόβλεψη (του) ~ατος. ~ατα ερευνών (πβ. πόρισμα)/προπό. Παίρνω (τα) ~ (: τα μαθαίνω). Βγήκαν τα ~ατα (= ανακοινώθηκαν επίσημα). Σύμφωνα με τα ~ατα της έρευνας ...|| Ανάρτηση των ~άτων. 3. ΜΑΘ. αυτό που εξάγεται και γενικότ. προκύπτει από αριθμητική πράξη, λύση μαθηματικού προβλήματος: γενικό/μερικό/συνολικό ~. ~ αφαίρεσης/πρόσθεσης. Η άσκηση έχει δύο τρόπους επίλυσης, που οδηγούν στο ίδιο ~. Πβ. εξαγόμενο. 4. ΦΙΛΟΣ. γεγονός που προκαλείται από ορισμένη αιτία. ● ΣΥΜΠΛ.: αποτελέσματα χρήσης & (λόγ.) χρήσεως: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των κερδών ή ζημιών από τις οικονομικές πράξεις, δραστηριότητες επιχείρησης. ● ΦΡ.: από το αποτέλεσμα & (λόγ.) εκ του αποτελέσματος: για κρίση, διαπίστωση, συμπέρασμα που βασίζεται στην τελική έκβαση κατάστασης και όχι σε ό,τι προηγήθηκε: ~ ~ συνάγεται/τεκμαίρεται (ότι/πως) … Όλα κρίνονται ~ ~. ~ ~ φαίνεται ότι οι ενέργειές μας απέδωσαν καρπούς., έχει ως αποτέλεσμα: προκαλεί (κάτι), έχει ως συνέπεια, οδηγεί σε: Η κρίση είχε ~ την ανάσχεση του ρυθμού ανάπτυξης της χώρας. ~ ~ να ..., με αποτέλεσμα να ...: Καθυστέρησε, ~ ~ μη βρει θέση. ΣΥΝ. με συνέπεια να ..., φέρνει αποτέλεσμα: έχει επιθυμητή κατάληξη: Η επιμονή/προσπάθειά της έφερε ~. Η συζήτηση δεν έφερε κανένα ~., χωρίς/δίχως αποτέλεσμα: μάταια, άδικα, χωρίς αντίκρισμα: αναζήτηση/διάλογος/έρευνα ~ ~. Αγωνίζομαι/πολεμώ ~ ~. Προσπάθησα να του αλλάξω γνώμη, αλλά ~ ~., ως αποτέλεσμα (+ γεν.): λόγω, εξαιτίας, ως συνέπεια: Η κλιματική αλλαγή ~ ~ του φαινομένου του θερμοκηπίου., συνδυασμός αποτελεσμάτων βλ. συνδυασμός [< αρχ. ἀποτέλεσμα, γαλλ. résultat, αγγλ. result]
6161αποτελεσματικός, ή, ό [ἀποτελεσματικός] α-πο-τε-λε-σμα-τι-κός επίθ. 1. που επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα: ~ός: έλεγχος/συνδυασμός/συντονισμός/χειρισμός (της υπόθεσης). ~ή: αναζήτηση πληροφοριών/διδασκαλία/δράση/επικοινωνία/θεραπεία/λύση/πολιτική/συνεργασία. ~ό: φάρμακο/χτύπημα. ~οί: μηχανισμοί. ~ές: διαπραγματεύσεις/ρυθμίσεις. ~ά: μέτρα. Επιτυχημένος και ~ τρόπος (αντιμετώπισης ενός προβλήματος). Υγιής και ~ ανταγωνισμός. Γόνιμες και ~ές παρεμβάσεις. ~ότατη μέθοδος. Πβ. αποδοτ-, δραστ-ικός, καρποφόρος, τελεσφόρος. ΑΝΤ. άκαρπος, ατελέσφορος.|| (για πρόσ.) ~ός: εκπαιδευτικός/ηγέτης. ~ στη δουλειά. ΑΝΤ. αναποτελεσματικός 2. ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει αποτέλεσμα: ~οί: σύνδεσμοι (π.χ. ώστε). ~ές: προτάσεις. ΣΥΝ. συμπερασματικός (2) ● επίρρ.: αποτελεσματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἀποτελεσματικός 1: γαλλ. efficace 2: γαλλ. résultatif]
6162αποτελεσματικότητα[ἀποτελεσματικότητα] α-πο-τε-λε-σμα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): το να επιφέρει κάποιος ή κάτι το επιθυμητό αποτέλεσμα: άμεση/εντυπωσιακή/μεγάλη/περιβαλλοντική/υψηλή/χαμηλή ~. ~ έργου/θεραπείας/φαρμάκου. Αύξηση/μέτρηση (της) ~ας. Μέτρα χωρίς ~ (= αναποτελεσματικά). Οι προσπάθειες δεν είχαν καμία ~ (= κανένα αποτέλεσμα). Κάτι επηρεάζει/μεγιστοποιεί/περιορίζει την ~ μιας μεθόδου. Βλ. αυτο~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Επιχειρησιακή ~. ~ της αγοράς. Πβ. αποδοτικότητα, παραγωγικότητα. ΑΝΤ. αναποτελεσματικότητα ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακή απόδοση/αποδοτικότητα βλ. απόδοση [< γαλλ. efficacité]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.