Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [7080-7100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6160αποτέλεσμα[ἀποτέλεσμα] α-πο-τέ-λε-σμα ουσ. (ουδ.) {αποτελέσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. κατάληξη ή συνέπεια ενέργειας ή διαδικασίας: αισθητικό/άμεσο/αναμενόμενο/απρόβλεπτο/απροσδόκητο/αρνητικό/έμμεσο/εξαιρετικό/επιδιωκόμενο/ευνοϊκό/θετικό/λογικό/στατιστικό/τραγικό ~. Ακουστικό/ηχητικό/οπτικό ~. Τα ~ατα του πειράματος. Σχέση αιτίου ~ατος. Το καλύτερο/χειρότερο δυνατό ~. ~ διαπραγματεύσεων/πίεσης. Αναμενόμενα μαθησιακά ~ατα. Καταλήγω/οδηγούμαι/φτάνω σε ~. Το ~ ήταν να ... Οι θεραπείες δεν είχαν κανένα ~. Σημασία έχει η προσπάθεια και όχι το ~ (: το ~ μετράει). Η επανάσταση ήταν ~ (= απόρροια, επακόλουθο) της κοινωνικής καταπίεσης. ~ μηδέν (: για παταγώδη αποτυχία). Και ποιο το ~; Θεαματικά ~ατα από ...|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ατα αναζήτησης (στο διαδίκτυο). 2. επίσημη κρίση, αξιολόγηση -συχνά με αριθμητικά δεδομένα- αγώνα, διαγωνισμού, εξετάσεων, ψηφοφορίας· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) το αντίστοιχο επίσημο έγγραφο: εκλογικό/τελικό ~. Οριστικά/προσωρινά/συγκριτικά ~ατα. Δίκαιο/ισόπαλο/νικηφόρο ~ (= σκορ). Ιατρικά ~ατα. Αλλοίωση/αμφισβήτηση/πρόβλεψη (του) ~ατος. ~ατα ερευνών (πβ. πόρισμα)/προπό. Παίρνω (τα) ~ (: τα μαθαίνω). Βγήκαν τα ~ατα (= ανακοινώθηκαν επίσημα). Σύμφωνα με τα ~ατα της έρευνας ...|| Ανάρτηση των ~άτων. 3. ΜΑΘ. αυτό που εξάγεται και γενικότ. προκύπτει από αριθμητική πράξη, λύση μαθηματικού προβλήματος: γενικό/μερικό/συνολικό ~. ~ αφαίρεσης/πρόσθεσης. Η άσκηση έχει δύο τρόπους επίλυσης, που οδηγούν στο ίδιο ~. Πβ. εξαγόμενο. 4. ΦΙΛΟΣ. γεγονός που προκαλείται από ορισμένη αιτία. ● ΣΥΜΠΛ.: αποτελέσματα χρήσης & (λόγ.) χρήσεως: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των κερδών ή ζημιών από τις οικονομικές πράξεις, δραστηριότητες επιχείρησης. ● ΦΡ.: από το αποτέλεσμα & (λόγ.) εκ του αποτελέσματος: για κρίση, διαπίστωση, συμπέρασμα που βασίζεται στην τελική έκβαση κατάστασης και όχι σε ό,τι προηγήθηκε: ~ ~ συνάγεται/τεκμαίρεται (ότι/πως) … Όλα κρίνονται ~ ~. ~ ~ φαίνεται ότι οι ενέργειές μας απέδωσαν καρπούς., έχει ως αποτέλεσμα: προκαλεί (κάτι), έχει ως συνέπεια, οδηγεί σε: Η κρίση είχε ~ την ανάσχεση του ρυθμού ανάπτυξης της χώρας. ~ ~ να ..., με αποτέλεσμα να ...: Καθυστέρησε, ~ ~ μη βρει θέση. ΣΥΝ. με συνέπεια να ..., φέρνει αποτέλεσμα: έχει επιθυμητή κατάληξη: Η επιμονή/προσπάθειά της έφερε ~. Η συζήτηση δεν έφερε κανένα ~., χωρίς/δίχως αποτέλεσμα: μάταια, άδικα, χωρίς αντίκρισμα: αναζήτηση/διάλογος/έρευνα ~ ~. Αγωνίζομαι/πολεμώ ~ ~. Προσπάθησα να του αλλάξω γνώμη, αλλά ~ ~., ως αποτέλεσμα (+ γεν.): λόγω, εξαιτίας, ως συνέπεια: Η κλιματική αλλαγή ~ ~ του φαινομένου του θερμοκηπίου., συνδυασμός αποτελεσμάτων βλ. συνδυασμός [< αρχ. ἀποτέλεσμα, γαλλ. résultat, αγγλ. result]
6161αποτελεσματικός, ή, ό [ἀποτελεσματικός] α-πο-τε-λε-σμα-τι-κός επίθ. 1. που επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα: ~ός: έλεγχος/συνδυασμός/συντονισμός/χειρισμός (της υπόθεσης). ~ή: αναζήτηση πληροφοριών/διδασκαλία/δράση/επικοινωνία/θεραπεία/λύση/πολιτική/συνεργασία. ~ό: φάρμακο/χτύπημα. ~οί: μηχανισμοί. ~ές: διαπραγματεύσεις/ρυθμίσεις. ~ά: μέτρα. Επιτυχημένος και ~ τρόπος (αντιμετώπισης ενός προβλήματος). Υγιής και ~ ανταγωνισμός. Γόνιμες και ~ές παρεμβάσεις. ~ότατη μέθοδος. Πβ. αποδοτ-, δραστ-ικός, καρποφόρος, τελεσφόρος. ΑΝΤ. άκαρπος, ατελέσφορος.|| (για πρόσ.) ~ός: εκπαιδευτικός/ηγέτης. ~ στη δουλειά. ΑΝΤ. αναποτελεσματικός 2. ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει αποτέλεσμα: ~οί: σύνδεσμοι (π.χ. ώστε). ~ές: προτάσεις. ΣΥΝ. συμπερασματικός (2) ● επίρρ.: αποτελεσματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἀποτελεσματικός 1: γαλλ. efficace 2: γαλλ. résultatif]
6162αποτελεσματικότητα[ἀποτελεσματικότητα] α-πο-τε-λε-σμα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): το να επιφέρει κάποιος ή κάτι το επιθυμητό αποτέλεσμα: άμεση/εντυπωσιακή/μεγάλη/περιβαλλοντική/υψηλή/χαμηλή ~. ~ έργου/θεραπείας/φαρμάκου. Αύξηση/μέτρηση (της) ~ας. Μέτρα χωρίς ~ (= αναποτελεσματικά). Οι προσπάθειες δεν είχαν καμία ~ (= κανένα αποτέλεσμα). Κάτι επηρεάζει/μεγιστοποιεί/περιορίζει την ~ μιας μεθόδου. Βλ. αυτο~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Επιχειρησιακή ~. ~ της αγοράς. Πβ. αποδοτικότητα, παραγωγικότητα. ΑΝΤ. αναποτελεσματικότητα ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακή απόδοση/αποδοτικότητα βλ. απόδοση [< γαλλ. efficacité]
6163αποτελματώνω[ἀποτελματώνω] α-πο-τελ-μα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {αποτελμάτω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): οδηγώ κάποιον ή κάτι σε πλήρη στασιμότητα ή αδιέξοδο: Προβλήματα που ~ουν (και καθηλώνουν) την αγορά/ανάπτυξη/κοινωνία/οικονομία (ΑΝΤ. δραστηριοποιώ). Οι διαβουλεύσεις/διαπραγματεύσεις/συνομιλίες έχουν ~θεί (= βαλτώσει, λιμνάσει). Πβ. αδρανοποιώ. [< μεσν. αποτελματώ, γαλλ. stagner]
6164αποτελμάτωση[ἀποτελμάτωση] α-πο-τελ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποτελματώνω: οικονομική/πνευματική/πολιτική ~. Σε κατάσταση ~ης η έρευνα. Προβλήματα που οδηγήθηκαν σε ~ εξαιτίας της αδυναμίας εξεύρεσης λύσης. Πβ. αδράνεια, αδρανοποίηση, λίμνασμα, στασιμότητα, τέλμα, τελμάτωση. [< γαλλ. stagnation]
6165αποτελώ[ἀποτελῶ] α-πο-τε-λώ ρ. (αμτβ.) {αποτελ-εί ... | αποτέλ-εσε (λόγ. απετέλεσε), -είται, -είτο (προφ.) -ούνταν, -έστηκε, -ώντας, -ούμενος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. είμαι, συνιστώ: ~εί καθήκον των υπευθύνων να ... ~ώντας παράδειγμα προς μίμηση. Σοβαρό κίνδυνο ~εί το γεγονός ... Ο πόνος μπορεί να ~εί ένδειξη μιας πάθησης. Οι κλιματικές αλλαγές ~ούν απειλή για τα αρχαία μνημεία. Προβλήματα που θα ~έσουν θέμα συζήτησης. Τα έργα του ~εσαν πηγή έμπνευσης για πολλούς συγγραφείς. 2. {μόνο στο γ' πρόσ.} συγκροτώ οργανωμένο ή ενιαίο σύνολο: Τα κύτταρα που ~ούν το ανθρώπινο σώμα. ~εσε μέλος του μουσικού συγκροτήματος. Συστατικά από τα οποία ~είται μια τροφή. Από τι ~είται η ύλη; Επιτροπή ~ούμενη από τους ... Πβ. απαρτίζω, συνθέτω, σχηματίζω. Βλ. συν~. ● ΦΡ.: ανήκει στην ιστορία/αποτελεί ιστορία βλ. ιστορία [< αρχ. ἀποτελῶ, γαλλ. consister de, former, faire]
6166αποτέτοιος, α, ο [ἀποτέτοιος] α-πο-τέ-τοιος αόρ. αντων. (προφ.-συνήθ. μειωτ.): όνομα προσώπου ή πράγματος που δεν θυμάται, δεν ξέρει ή δεν θέλει να αναφέρει κάποιος: Τι κάνει ο ~, ο τέτοιος, μωρέ, ο ... Δώσε μου το ~ο, το ..., πώς το λένε; Πβ. απαυτός. ● Ουσ.: αποτέτοια (τα) (ευφημ.): τα ανδρικά κυρ. γεννητικά όργανα.
6167αποτεφρώνω[ἀποτεφρώνω] α-πο-τε-φρώ-νω ρ. (μτβ.) {αποτέφρω-σε, -θηκε, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): καίω ολοσχερώς, κάνω κάποιον ή κάτι στάχτες: Η πυρκαγιά ~σε χιλιάδες στρέμματα αγροτικής έκτασης. Η σορός της ~θηκε. ~μένο: δάσος (πβ. πυρίκαυστος)/πτώμα. Πβ. καρβουνιάζω. ΣΥΝ. απανθρακώνω, κατακαίω [< μτγν. ἀποτεφρῶ]
6168αποτέφρωση[ἀποτέφρωση] α-πο-τέ-φρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποτεφρώνω: ~ νεκρών (= καύση· βλ. ταφή). ~ με ανάκτηση ενέργειας. Αποκομιδή και ~ αποβλήτων. Εγκαταστάσεις/μονάδα ~ης (σε ΧΥΤΑ). Πβ. απανθράκωση, καύση. [< μεσν. αποτέφρωσις]
6170αποτεφρωτήριο[ἀποτεφρωτήριο] α-πο-τε-φρω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος αποτέφρωσης. Βλ. κρεματόριο, -τήριο.
6171αποτεφρωτικός, ή, ό [ἀποτεφρωτικός] α-πο-τε-φρω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποτέφρωση: ~ός: κλίβανος (= αποτεφρωτήρας).
6172αποτίμηση[ἀποτίμηση] α-πο-τί-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. εκτίμηση, καθορισμός της αξίας ή σπουδαιότητας γεγονότος, έργου, πράγματος ή κατάστασης: αρνητική/γενική/θετική/κριτική/περιβαλλοντική/ποιοτική/ποσοτική/συγκριτική/συνολική/συνοπτική ~. ~ απόδοσης (π.χ. λειτουργικών συστημάτων)/ασφάλειας (κτιρίων)/επιπτώσεων/έργου. ~ της αποτελεσματικότητας (των μέτρων)/σεισμικής συμπεριφοράς (μιας κατασκευής). ~ της προσφοράς τους στο κοινωνικό σύνολο. Πβ. αξιολόγηση, στάθμιση. Βλ. απολογισμός. 2. ΟΙΚΟΝ. υπολογισμός της τρέχουσας αγοραίας αξίας αγαθών ή υπηρεσιών: ~ αποθεμάτων/επενδύσεων/μετοχών/χαρτοφυλακίου/χρεογράφων. Απογραφή και ~ περιουσιακών στοιχείων. Αναλογιστικές/χρηματιστηριακές ~ήσεις. ~ήσεις εταιρειών. Υπηρεσίες λογιστικών ~ήσεων.|| ~ ζημιών. Πβ. κοστολόγηση. [< 1: μτγν. ἀποτίμησις, γαλλ. appréciation, estimation]
6173αποτιμητής[ἀποτιμητής] α-πο-τι-μη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο, φορέας, υπηρεσία, σύστημα που έχει ως κύριο έργο την αποτίμηση: ελεγκτές και ~ές. Πβ. αξιολογητής, εκτιμητής. [< αρχ. ἀποτιμητής, γαλλ. appréciateur]
6174αποτιμητικός, ή, ό [ἀποτιμητικός] α-πο-τι-μη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποτίμηση: ~ή: αξιολόγηση. ● Ουσ.: αποτιμητική (η): ΟΙΚΟΝ. εκτιμητική.
6175αποτιμώ[ἀποτιμῶ] α-πο-τι-μώ ρ. (μτβ.) {αποτιμάς ... | αποτίμ-ησα, -άται ..., -ήθηκε, -ημένος, -ώμενος, -ώντας} 1. καθορίζω την αξία ή σπουδαιότητα γεγονότος, πράγματος ή κατάστασης, εκτιμώ, αξιολογώ: ~ την πορεία της οικονομίας/τις συνέπειες ενός εγχειρήματος. ~άται αρνητικά/θετικά το έργο/η προσπάθεια/ο ρόλος/η συνεισφορά (κάποιου). ~ήθηκε η κατάσταση της υγείας του. 2. ΟΙΚΟΝ. υπολογίζω την τρέχουσα αγοραία αξία αγαθών ή υπηρεσιών: ~ μετοχικά κεφάλαια/περιουσιακά στοιχεία. Πιστωτικό ίδρυμα ~ησε την εταιρεία προς/σε ... εκατομμύρια ευρώ. Ακίνητα/οικόπεδα που ~ώνται στην αξία κτήσης τους.|| Πόσο ~άται η ζημία που υπέστη (= αξίζει, κοστίζει, στοιχίζει); Υποχρεώσεις ~ώμενες σε ευρώ. Πβ. κοστολογώ. [< 1: αρχ. ἀποτιμῶ, γαλλ. apprécier, estimer]
6176αποτινάζω[ἀποτινάζω] α-πο-τι-νά-ζω ρ. (μτβ.) {αποτίνα-ξε, -χθηκε, αποτινάζ-οντας} & (λόγ.) αποτινάσσω: αποδεσμεύομαι οριστικά από κατάσταση εξάρτησης ή καταπίεσης: ~ από πάνω μου το βάρος του παρελθόντος. ~ξαν τα δεσμά της δουλείας/τη σκλαβιά. Πβ. απαλλάσσ-, λυτρών-, ξεφορτών-ομαι.|| (αρνητ. συνυποδ.) Επιχείρησε να ~ξει τις ευθύνες του (πβ. απεκδύομαι, αποποιούμαι, αποσείω). [< αρχ. ἀποτινάσσω]
6177αποτίναξη[ἀποτίναξη] α-πο-τί-να-ξη ουσ. (θηλ.): απαλλαγή από κάθε μορφή καταπίεσης ή υποδούλωσης: ~ του ζυγού/της τυραννίας. ~ της ενοχής/των προκαταλήψεων. Πβ. απόσειση, λύτρωση. [< μεσν. αποτίναξις]
6178αποτινάσσωβλ. αποτινάζω
6179αποτίνωβλ. αποτίω
6180απότιση[ἀπότιση] α-πό-τι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): απόδοση τιμών σε επιφανή νεκρό (συχνά ήρωα): τήρηση ενός λεπτού σιγής για ~ φόρου τιμής στα θύματα/στη μνήμη των εκτελεσθέντων. [< μτγν. ἀπότισις ‘πληρωμή, επανόρθωση’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.