Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7100-7120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6183αποτιτάνωση[ἀποτιτάνωση] α-πο-τι-τά-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ασβεστοποίηση.
6184αποτίω[ἀποτίω] α-πο-τί-ω ρ. (μτβ.) {απέτ-ισα} & αποτίνω (επίσ.): αποδίδω. Κυρ. στη ● ΦΡ.: αποτίω/(σπάν.) αποτίνω φόρο τιμής {συνήθ. στο γ' πρόσ.}: τιμώ επιφανή νεκρό ή (ηρωικώς) πεσόντες: ~ ~ στο έργο/στη μνήμη/στη σορό (κάποιου). Η ταινία ~ει ~ και ευγνωμοσύνης στο μεγάλο καλλιτέχνη. Χιλιάδες λαού ~ισαν τον ύστατο ~ ~ στα θύματα του πολέμου. [< αρχ. ἀποτίνω]
6185απότμηση[ἀπότμηση] α-πό-τμη-ση ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΙΤ. αφαίρεση μέρους από σύνολο με τομή και συνεκδ. η αντίστοιχη αρχιτεκτονική τεχνική: λοξή ~. ~ ακμών/τοίχου. Πβ. αποκοπή, απόσπαση. [< μτγν. ἀπότμησις]
6186αποτοίχιση[ἀποτοίχιση] α-πο-τοί-χι-ση ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. απόσπαση τοιχογραφίας ή ψηφιδωτού για λόγους συντήρησης ή προστασίας.
6187απότοκος, ος/η, ο [ἀπότοκος] α-πό-το-κος επίθ. (+ γεν.) (απαιτ. λεξιλόγ.): που προκύπτει ως λογική και φυσική, συνήθ. αρνητική, συνέπεια συγκεκριμένης ενέργειας ή κατάστασης: ~ο: αποτέλεσμα. Συμφωνία ~η σκληρών διαπραγματεύσεων. Βλ. -τοκος. ΣΥΝ. παρεπόμενος, συνακόλουθος (1) ● Ουσ.: απότοκο (το): αποτέλεσμα, αναγκαία συνέπεια, επακόλουθο, συνήθ. για κάτι αρνητικό: Ο πόλεμος είχε ως ~ την πολιτική αστάθεια. Τα ~α της οικονομικής κρίσης. Πβ. παρεπόμενα. [< μτγν. ἀπότοκος]
6188αποτολμώ[ἀποτολμῶ] α-πο-τολ-μώ ρ. (μτβ.) {αποτολμ-άς ... | αποτόλμ-ησα, -άται ..., -ήθηκε, -ώντας}: επιχειρώ κάτι παράτολμο που υποδηλώνει συνήθ. μεγάλο θάρρος ή θράσος: ~ να πω ότι ... Κανένας δεν ~ά να του αντιμιλήσει. Να ~ήσω μια πρόβλεψη; Μην ~ήσεις ένα τόσο δύσκολο εγχείρημα! Πρώτη φορά ~ήθηκε έργο τέτοιας έκτασης. Πβ. ρισκάρω, ριψοκινδυνεύω, τολμώ. [< αρχ. ἀποτολμῶ ‘διακινδυνεύω’]
6189αποτομή[ἀποτομή] α-πο-το-μή ουσ. (θηλ.) (λόγ., συνήθ. ΕΚΚΛΗΣ.): αποκοπή: ~ της κεφαλής (= αποκεφαλισμός) του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. [< αρχ. ἀποτομή]
6190απότομος, η, ο [ἀπότομος] α-πό-το-μος επίθ. 1. (για επιφάνεια, μέρος) που έχει μεγάλη κλίση: ~ος: βράχος/γκρεμός. ~η: ακτή/ανηφόρα/άνοδος (των τιμών)/κατηφόρα/πλαγιά. ~ο: βουνό/μονοπάτι/ύψωμα/φαράγγι. Η διαδρομή ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, εξαιτίας των κλειστών και ~ων στροφών. Πβ. απόκρημνος. ΑΝΤ. ομαλός, στρωτός. 2. που συμβαίνει ξαφνικά, αιφνιδιαστικά, χωρίς να το περιμένει κανείς: ~ος: χειρισμός/χωρισμός. ~η: αλλαγή/ανάπτυξη/διακοπή (των συνομιλιών)/επιβράδυνση/επιτάχυνση/μείωση (βάρους)/μεταβολή (του καιρού)/υποχώρηση. ~ο: ξεκίνημα/ξύπνημα/σταμάτημα/φρενάρισμα/χτύπημα. ~ες: κινήσεις/μεταπτώσεις. Το τέλος της ταινίας μού φάνηκε κάπως ~ο. Πβ. αναπάντεχος, απροσδόκητος, απρόσμενος. ΑΝΤ. βαθμιαίος, σταδιακός 3. που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ευγένειας, διακριτικότητας: ~ος: άνθρωπος/χαρακτήρας. ~η: απάντηση/φωνή. ~ο: ύφος. ~ες: αντιδράσεις (= βίαιες, επιθετικές). Είναι ~ στη συμπεριφορά/στους τρόπους του. Νευρικός και ~. ● επίρρ.: απότομα [< 1,3: αρχ. ἀπότομος 2: γαλλ. brusque]
6191αποτοξικοποίηση[ἀποτοξικοποίηση] α-πο-το-ξι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): απομάκρυνση τοξικών στοιχείων από ουσία: ~ βιομηχανικών και αστικών αποβλήτων/λυμάτων/φυτοφαρμάκων. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. detoxification, 1905, γαλλ. détoxication, 1945]
6192αποτοξινώνω[ἀποτοξινώνω] α-πο-το-ξι-νώ-νω ρ. (μτβ.) {αποτοξίνω-σα, αποτοξινώ-θηκα, -μένος}: καθαρίζω τον οργανισμό από τοξίνες ή βλαβερές ουσίες: Το νερό ~ει και αναζωογονεί το σώμα. Αιθέρια έλαια/μάσκες/φρούτα που ~ουν την επιδερμίδα. ● Παθ.: αποτοξινώνομαι: απεξαρτώμαι από εθιστικές ουσίες και γενικότ. από καθετί επιβλαβές: ~θηκε από το αλκοόλ/τα ναρκωτικά.|| (σπάν.-μτφ.) ~θείτε από την καθημερινότητα/τηλεόραση. Πβ. απαλάσσομαι. [< γαλλ. désintoxiquer, αγγλ. detoxify, 1905]
6193αποτοξίνωση[ἀποτοξίνωση] α-πο-το-ξί-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. απεξάρτηση από εθιστικές ουσίες: ~ από τα ναρκωτικά/το ποτό. Θεραπεία/κέντρο/πρόγραμμα ~ης. Υποβάλλεται σε/κάνει ~. Κλινική για ~. 2. καθαρισμός του οργανισμού από τοξίνες ή βλαβερές ουσίες: διατροφική/σωματική/φυσική ~. ~ και αδυνάτισμα. Δίαιτες ~ης. 3. (μτφ.) απαλλαγή από επιβλαβείς συνήθειες ή πιεστικό περιβάλλον: τηλεοπτική ~. ~ από το ίντερνετ.|| ~ από τους (εξαντλητικούς) ρυθμούς της πόλης. [< γαλλ. désintoxication, 1922, αγγλ. detoxification, 1905]
6194αποτοξινωτικός, ή, ό [ἀποτοξινωτικός] α-πο-το-ξι-νω-τι-κός επίθ.: που συντελεί στην αποτοξίνωση: ~ή: δίαιτα/διατροφή/θεραπεία. ~ά: ένζυμα/επιθέματα. Ρόφημα με τονωτικές και ~ές ιδιότητες. ● επίρρ.: αποτοξινωτικά [< γαλλ. désintoxicant, αγγλ. detoxificating]
6195αποτράβηγμα[ἀποτράβηγμα] α-πο-τρά-βηγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): απομάκρυνση από κάποιον ή κάτι: ~ από την κοινωνική ζωή/την οικογένεια/τους φίλους. Πβ. απομόνωση.
6196αποτραβώ[ἀποτραβῶ] α-πο-τρα-βώ ρ. (μτβ.) {αποτραβ-άς ... | αποτράβ-ηξα, -ιέμαι, -ήχτηκα, -ηγμένος, συνήθ. μεσοπαθ.} : αποσπώ, απομακρύνω κυρ. πρόσωπο από κάτι με το οποίο έχει στενή σχέση: Τον έχει ~ήξει από την οικογένειά του. Προσπαθεί να τον ~ήξει (= αποτρέψει) από τις κακές συνήθειες. ● Παθ.: αποτραβιέμαι: απομακρύνομαι, αποκόβομαι από κάπου: Έχει ~ηχτεί από τα εγκόσμια/τη δημόσια ζωή/την ενεργό δράση/την πολιτική/το προσκήνιο. ~ήχτηκε σε μια γωνιά. Ζει ~ηγμένος από τον κόσμο (= απομονωμένος). Πβ. αποσύρομαι, ξεκόβω.|| Τα νερά ~ήχτηκαν (= υποχώρησαν). Πβ. τραβιέμαι.
6197αποτράπηκεβλ. αποτρέπω
6198αποτρελαίνω[ἀποτρελαίνω] α-πο-τρε-λαί-νω ρ. (μτβ.) (προφ.-επιτατ.): τρελαίνω εντελώς, ταράζω, ξεμυαλίζω κάποιον: Έχεις βαλθεί να με ~άνεις; Όσο πάει και ~εται (: τα χάνει). Έχεις ~αθεί και δεν ξέρεις τι κάνεις; Βλ. ξελογιάζω, ξετρελαίνω.
6199αποτρεπτικός, ή, ό [ἀποτρεπτικός] α-πο-τρε-πτι-κός επίθ. (λόγ.): που αποτρέπει κάτι: ~ός: λόγος/μηχανισμός/ρόλος. ~ή: πολιτική. ~ές: ενέργειες/κυρώσεις. ~ά: μέσα/πρόστιμα. Παράγοντας ~ για την ανάπτυξη. Λήψη ~ών μέτρων. Πβ. ανασταλτικός, ανασχετικός, απαγορευτικός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ή: προστακτική/υποτακτική.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ή: δύναμη (= δύναμη αποτροπής)/ικανότητα (των Ενόπλων Δυνάμεων). ΑΝΤ. παρακινητικός, παροτρυντικός, προτρεπτικός ● επίρρ.: αποτρεπτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ἀποτρεπτικός]
6200αποτρέπω[ἀποτρέπω] α-πο-τρέ-πω ρ. (μτβ.) {απέτρε-ψα (σπάν.) απότρεψα, αποτρέ-ψει, αποτράπηκε (λόγ.) απετράπη, αποτραπεί, αποτρέπ-οντας} 1. προσπαθώ να πείσω κάποιον να μην κάνει κάτι: Τον ~ψε να μιλήσει/από το να ... Οι υψηλές τιμές ~ουν (= αποθαρρύνουν) τους καταναλωτές να ... Πβ. εμποδίζω, συγκρατώ. ΑΝΤ. παρακινώ, προτρέπω 2. δεν αφήνω να γίνει κάτι: Εμβόλιο που ~ει τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού. Απόπειρα δολοφονίας που απετράπη εγκαίρως. Απετράπησαν τα χειρότερα. Πβ. αναχαιτίζω, αποσοβώ, αποφεύγω. [< αρχ. ἀποτρέπω]
6201αποτριβή[ἀποτριβή] α-πο-τρι-βή ουσ. (θηλ.) : φθορά λόγω τριβής: (ΙΑΤΡ.) ~ της αδαμαντίνης/των δοντιών. ~ λόγω σκληρής οδοντόβουρτσας/επίδρασης χημικών ουσιών.|| (ΜΗΧΑΝ.) Αντοχή στην ~. ~ές και παραμορφώσεις/σπασίματα. Βλ. διάβρωση, εκτριβή. [< αρχ. ἀποτριβή, γαλλ. abrasion]
6202αποτριχώνω[ἀποτριχώνω] α-πο-τρι-χώ-νω ρ. (μτβ.) {αποτρίχω-σα, -θεί, -μένος}: κάνω αποτρίχωση: ~ τις μασχάλες/τα πόδια (βλ. ξυρίζω). ~ με κερί. ~μένο: δέρμα. [< μεσν. αποτρίχω κ. αποτριχώ 'για κουρά μοναχού', γαλλ. épiler]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.