Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7120-7140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6203αποτρίχωση[ἀποτρίχωση] α-πο-τρί-χω-ση ουσ. (θηλ.): αφαίρεση τριχών κυρ. από το ανθρώπινο σώμα ή πρόσωπο: ανώδυνη/βιολογική/μόνιμη/ολική/ριζική ~. ~ με ηλεκτρόλυση/λέιζερ. ~ ποδιών/στο μπικίνι. Κερί/κρέμα/συσκευή/ταινία ~ης. Βλ. ξύρισμα, φωτο~, φωτοθερμόλυση, χαλάουα.|| Σφαγή και ~ ζώου. [< μεσν. αποτρίχωσις 'ξύρισμα του κεφαλιού', γαλλ. épilation]
6204αποτριχωτικός, ή, ό [ἀποτριχωτικός] α-πο-τρι-χω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποτρίχωση: ~ή: μηχανή. ~ό: γάντι/κερί/σπρέι. ● Ουσ.: αποτριχωτικό (το): ενν. προϊόν. [< γαλλ. épilatoire]
6205αποτροπαϊκός, ή, ό [ἀποτροπαϊκός] α-πο-τρο-πα-ϊ-κός επίθ.: ΛΑΟΓΡ. (συνήθ. για μορφή ή αντικείμενο) που διώχνει το κακό: ~ό: σύμβολο. Παραστάσεις/τελετές με ~ό χαρακτήρα.
6206αποτρόπαιος, α/η, ο [ἀποτρόπαιος] α-πο-τρό-παι-ος επίθ. (λόγ.): που προκαλεί απέχθεια, αποστροφή: ~ος: θάνατος. ~α/η: επίθεση. ~ο: θέαμα. ~οι: φόνοι. ~ες: εικόνες/πράξεις (βίας)/σκηνές. ~α και απάνθρωπη συμπεριφορά. ~ο και ειδεχθές/κτηνώδες έγκλημα.|| (για πρόσ.) ~οι: δολοφόνοι. Πβ. ανατριχιαστ-, αποκρουστ-, αποτροπιαστ-, φρικιαστ-ικός, στυγερός. ● επίρρ.: αποτρόπαια [< αρχ. ἀποτρόπαιος, γαλλ. abominable]
6207αποτροπή[ἀποτροπή] α-πο-τρο-πή ουσ. (θηλ.): αποθάρρυνση ή παρεμπόδιση εξέλιξης ή πράξης: ~ διακρίσεων/καταστροφής (π.χ. του φυσικού περιβάλλοντος)/καταχρήσεων/κινδύνου/πολέμου/πρόκλησης τροχαίων ατυχημάτων. ~ των κλιματικών αλλαγών/της φοροδιαφυγής. Ισχυρή αστυνομική δύναμη για την ~ επεισοδίων. Πβ. αναχαίτιση, αποσόβηση, αποφυγή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εκτέλεσης δεδομένων. ΑΝΤ. ενθάρρυνση, παρότρυνση, προτροπή ● ΣΥΜΠΛ.: δύναμη αποτροπής: ΣΤΡΑΤ. στρατιωτική μονάδα που έχει ως αποστολή να εμποδίζει την επίθεση εχθρικών στρατευμάτων. [< γαλλ. force de dissuasion, 1962] [< αρχ. ἀποτροπή]
6208αποτροπιασμός[ἀποτροπιασμός] α-πο-τρο-πια-σμός ουσ. (αρσ.): αίσθημα έντονης αποστροφής μπροστά σε φρικτό θέαμα ή γεγονός: θλίψη/οργή και ~ για τη δολοφονία αθώων πολιτών. Η κοινή γνώμη καταδικάζει με ~ό τις τρομοκρατικές ενέργειες. Εξέφρασε τον ~ό του για το αιματηρό συμβάν. Πβ. φρίκη. [< μτγν. ἀποτροπιασμός, γαλλ. exécration]
6209αποτροπιαστικός, ή, ό [ἀποτροπιαστικός] α-πο-τρο-πια-στι-κός επίθ.: που προκαλεί αποτροπιασμό: ~ό: έγκλημα/θέαμα. ~ές: εικόνες. Πβ. ανατριχιαστ-, αποκρουστ-ικός, αποτρόπαιος, ειδεχθής, φρικαλέος, φρικιαστικός. ● επίρρ.: αποτροπιαστικά [< μεσν. αποτροπιαστικός, γαλλ. exécrable]
6210αποτρύγωση[ἀποτρύγωση] α-πο-τρύ-γω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφαίρεση τρυγίας (πέτρας) και πλάκας από την οδοντική επιφάνεια. Πβ. καθαρισμός.
6211αποτρώγω[ἀποτρώγω] α-πο-τρώ-γω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο θ. του αορ., απόφαγα, αποφάει} (λαϊκό-λογοτ.): ολοκληρώνω το φαγητό μου. [< μεσν. αποτρώγω]
6212αποτσίγαρο[ἀποτσίγαρο] α-πο-τσί-γα-ρο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: υπόλειμμα τσιγάρου: πεταμένα/σβησμένα ~α. Η πυρκαγιά προκλήθηκε από αναμμένο ~. Τασάκι γεμάτο ~α. ΣΥΝ. γόπα (2)
6213αποτυγχάνω[ἀποτυγχάνω ] α-πο-τυγ-χά-νω ρ. (μτβ κ. αμτβ.) {απέτυχα (σπάν. απότυχα), αποτύχει, αποτυχημένος, αποτυγχάν-οντας} & (προφ.) αποτυχαίνω: δεν έχω το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δεν εκπληρώνω σκοπό, επιθυμία ή δέσμευση: ~ σε μια αποστολή/ένα έργο/ένα πείραμα/μια προσπάθεια/έναν στόχο. ~ οικτρά/πανηγυρικά/παταγωδώς. Απέτυχε ως γονιός/παιδαγωγός/πολιτικός (πβ. ξοφλώ, χρεοκοπώ). ~ να αντιμετωπίσω κάτι/να πείσω κάποιον. Το σχέδιο είναι βέβαιο ότι θα αποτύχει. Απέτυχε στις εξετάσεις (: δεν κατάφερε να περάσει, πάτωσε). Η απεργία/απόπειρα (δολοφονίας)/εξέγερση/επέμβαση/επιχείρηση απέτυχε. Απέτυχαν οι διαπραγματεύσεις/(ειρηνευτικές) συνομιλίες (= ατύχησαν, ναυάγησαν). Ο αθλητής απέτυχε και στις τρεις προσπάθειές του. Το νέο προϊόν απέτυχε εμπορικά. ΑΝΤ. επιτυγχάνω, κατορθώνω, πετυχαίνω (1) ● βλ. αποτυχημένος, αποτυχών [< αρχ. ἀποτυγχάνω]
6214αποτύπωμα[ἀποτύπωμα] α-πο-τύ-πω-μα ουσ. (ουδ.) {αποτυπώμ-ατα, -άτων} 1. σημάδι, ίχνος που αφήνει αντικείμενο ή σώμα, όταν ακουμπήσει ή πιεστεί πάνω σε επιφάνεια: ευκρινές ~. ~ ανθρώπινου πέλματος/παπουτσιού (πάνω) στο χιόνι (ΣΥΝ. πατημασιά, χνάρι). ~ παλάμης (βλ. δαχτυλιά)/σφραγίδας (βλ. στάμπα). ~ σε βράχο/στο τσιμέντο/σε χαρτί. (ΙΑΤΡ.) ~ (άνω/κάτω) γνάθου (πβ. εκμαγείο). Εξετάζω/σβήνω τα ~ατα. (Βρέθηκαν) ~ατα ζώων/φυτών (πβ. απολίθωμα).|| (κατ' επέκτ.) Ηλεκτρονικό/φωνητικό/ψηφιακό ~. (ΟΙΚΟΛ.) ~ άνθρακα (: τρόπος μέτρησης της εκπομπής ρύπων)/νερού (: δείκτης της ποσότητας νερού που χρησιμοποιείται για την παραγωγή προϊόντων). 2. (μτφ.) καθετί που εντυπώνεται, διατηρείται στο χρόνο ή στη μνήμη: ιστορικό ~. ~ μιας εποχής. ~ στην παράδοση/ψυχή. Άφησε ανεξίτηλο καλλιτεχνικό ~ στο σύγχρονο λαϊκό τραγούδι. Διάφοροι πολιτισμοί άφησαν το ~ά τους στο νησί. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετικό αποτύπωμα/αποτύπωμα DNA: ΒΙΟΛ. μοναδική για κάθε άνθρωπο ακολουθία των βάσεων του DNA που περιέχεται σε κάθε κύτταρο και χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς του. [< αγγλ. genetic/DNA fingerprinting, 1984] , δακτυλικά αποτυπώματα: αυτά που αφήνουν οι γραμμές της επιδερμίδας των άκρων των δακτύλων, από την εσωτερική πλευρά του ανθρώπινου χεριού, και χρησιμοποιούνται ως στοιχείο αναγνώρισης, εξαιτίας της μοναδικότητάς τους: σαρωτές ~ών ~άτων. Η αστυνομία πήρε τα (ψηφιακά) ~ ~ των συλληφθέντων. Βλ. βιομετρικός, δακτυλοσκόπηση., ενεργειακό αποτύπωμα: ΟΙΚΟΛ. η ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα που εκλύεται στην ατμόσφαιρα εξαιτίας της καθημερινής κατανάλωσης ενέργειας από τις ανθρώπινες δραστηριότητες: ~ ~ κτιρίου/σπιτιού., περιβαλλοντικό/οικολογικό αποτύπωμα: ΟΙΚΟΛ. το μέτρο της κατανάλωσης ανανεώσιμων φυσικών πόρων από δεδομένο ανθρώπινο πληθυσμό, η εκτίμηση της έκτασης της παραγωγικής γης και θάλασσας που απαιτείται για την αναπλήρωσή τους και την απορρόφηση των αντίστοιχων αποβλήτων και συνεκδ. η ίδια η έκταση: το κατά κεφαλήν οικολογικό ~. Το περιβαλλοντικό ~ μιας επιχείρησης/χώρας. [< αγγλ. environmental/ecological footprint, 1979] [< αρχ. ἀποτύπωμα ‘εκτύπωμα’, γαλλ. empreinte]
6215αποτυπώνω[ἀποτυπώνω] α-πο-τυ-πώ-νω ρ. (μτβ.) {αποτύπω-σα, αποτυπώ-θηκε, -θεί, -μένος, αποτυπών-οντας} 1. (μτφ.) παρουσιάζω, αναπαριστώ, καταγράφω με παραστατικότητα ή/και ακρίβεια: ~σε με την πένα/τον φακό του τη ζωή της υπαίθρου. Η ταινία ~ει (= αντανακλά) με αυθεντικότητα την πραγματικότητα. Η λογοτεχνία μιας χώρας ~ει τον πολιτισμό της. Η οικονομική διάρθρωση της εταιρείας έχει ~θεί στη λογιστική κατάσταση. Στο βλέμμα/πρόσωπό της ήταν ~μένη η χαρά. Πβ. απαθανατίζω, απεικονίζω, εκφράζω. 2. σχηματίζω αποτύπωμα: ~ σε κερί/στο χαρτί (πβ. τυπώνω). ~μένη: εικόνα. Πάνω στο βράχο βρίσκονται ~μένα ανάγλυφα σχέδια. 3. (μτφ.) εντυπώνω, διατηρώ στη μνήμη μου: Η μορφή της ~θηκε έντονα στο μυαλό του. Τα γεγονότα έχουν ~θεί και χαραχθεί βαθιά στην ψυχή του. ΣΥΝ. τυπώνω (καλά μέσα) στο μυαλό/στο(ν) νου μου, χαράζω (5) 4. σχεδιάζω με ακρίβεια: Οι περιοχές ~θηκαν χαρτογραφικά. [< 2,4: μτγν. ἀποτυπῶ, γαλλ. impimer 1,3: γερμ. sich ausprägen]
6216αποτύπωση[ἀποτύπωση] α-πο-τύ-πω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) παρουσίαση, απεικόνιση, καταγραφή: αρχιτεκτονική/γεωγραφική/γονιδιακή/δορυφορική/τρισδιάστατη ~. ~ (εικόνων) σε φιλμ. Γραφική ~ των αποτελεσμάτων. Φωνητική ~ μιας γλώσσας/της προφοράς. Φωτογραφική ~ ενός πλανήτη.|| Ρεαλιστική ~ της αγοράς εργασίας/των περιβαλλοντικών αλλαγών/των προβλημάτων και ελλείψεων/των τάσεων που επικρατούν στην κοινωνία. Θεσμική ~ (μιας πολιτικής). ~ της πραγματικότητας. Πβ. αναπαράσταση, απόδοση, καθρέφτισμα. 2. σχηματισμός αποτυπώματος· συνεκδ. αποτύπωμα: ~ χρωμάτων. Η βεβαίωση φέρει μηχανική ~ της σφραγίδας της υπηρεσίας. Υλικά ~ης δοντιών (πβ. εκμαγείο).|| Ανάγλυφη ~. Βλ. εκτύπωση. 3. τοπογραφική σχεδίαση: κτηματογραφική/οριζόντια/υψομετρική/χαρτογραφική ~. ~ αρχαιολογικών χώρων/θέσης/παραδοσιακών κτιρίων. ~ σε χάρτη. ~ περιοχής σε κλίμακα 1:200. Πβ. τοπογράφηση. 4. (μτφ.) εγγραφή, διατήρηση στη μνήμη: ~ των εντυπώσεων. Πβ. χάραξη. [< μτγν. ἀποτύπωσις ‘εκτύπωση, αναπαραγωγή’, γαλλ. impression, αγγλ. imprinting]
6217αποτυχαίνωβλ. αποτυγχάνω
6218αποτυχημένος, η, ο [ἀποτυχημένος] α-πο-τυ-χη-μέ-νος επίθ. ΑΝΤ. επιτυχημένος 1. που δεν έχει σημειώσει επιτυχία: ~ος: γάμος/τρόπος (αντιμετώπισης). ~η: αγορά/απόπειρα (ληστείας)/επανάσταση/επίθεση/πολιτική/στρατηγική. ~ο: κίνημα/πείραμα/σύστημα (διοίκησης). ~ες: επιλογές/προβλέψεις/προσπάθειες/σχέσεις. ~α: σχέδια. Οικονομικό μοντέλο που θεωρήθηκε/κρίθηκε ~ο.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ζωή. Πβ. ανεπιτυχής. ΑΝΤ. επιτυχής 2. (για πρόσ.) που δεν έχει πετύχει προσωπικά, οικονομικά, κοινωνικά, επαγγελματικά: ~ος: επιχειρηματίας/καλλιτέχνης/πολιτικός. ~οι: γονείς. ~ στη δουλειά/στην καριέρα/στις σχέσεις του. Νιώθω ~! ~οι και ανίκανοι. Πβ. αποτυχών, λούζερ.|| (ως ουσ.) Οι ~οι της ζωής. ● επίρρ.: αποτυχημένα ● βλ. αποτυγχάνω
6219αποτυχία[ἀποτυχία] α-πο-τυ-χί-α ουσ. (θηλ.) {αποτυχιών} 1. μη επιθυμητή κατάληξη, ανεπιτυχής έκβαση: εισπρακτική/εμπορική/επαγγελματική/επική/επιχειρησιακή/καλλιτεχνική/οικονομική/οικτρή/ολοκληρωτική/παταγώδης/ταπεινωτική ~ (πβ. φιάσκο). ~ του εγχειρήματος/της προσπάθειας (πβ. αστοχία). ~ στην εκπλήρωση των στόχων. Σε πλήρη ~ κατέληξε η διάσκεψη. Απόπειρα καταδικασμένη σε ~. Σε ~ οδεύουν/οδηγούνται οι διαπραγματεύσεις (πβ. ναυάγιο). Υπήρξε μεγάλη ~ στις εξετάσεις (: οι μαθητές δεν έγραψαν καλά). Γνώρισε/δοκίμασε/είχε πολλές ~ες. Ύστερα από μια σειρά ~ών (πβ. ατυχία, ήττα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εγγραφής/εγκατάστασης.|| (ΙΑΤΡ.) ~ νεφρών (: αδυναμία εκτέλεσης της βασικής λειτουργίας τους). ΑΝΤ. επιτυχία (1) 2. (συνεκδ.) καθετί που δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες κάποιου: Το γλυκό/η ταινία ήταν (μια) σκέτη ~ (πβ. τζίφος). Είναι ~ να πάρουμε τη δεύτερη θέση. ● ΣΥΜΠΛ.: αποτυχία της αγοράς: ΟΙΚΟΝ. κατάσταση κατά την οποία η αγορά δεν οδηγεί σε αποτελεσματική και δίκαιη κατανομή πόρων και υπηρεσιών: παγκόσμια/τοπική ~ ~., σχολική αποτυχία: αδυναμία του μαθητή, που προέρχεται κυρ. από ευαίσθητες κοινωνικά ομάδες, να ανταποκριθεί στις στοιχειώδεις απαιτήσεις του σχολείου, με αποτέλεσμα να έχει χαμηλές επιδόσεις στα μαθήματα ή να εγκαταλείπει πρόωρα το σχολείο: ~ ~ και κοινωνικός αποκλεισμός/λειτουργικός αναλφαβητισμός. Μαθησιακές δυσκολίες και ~ ~. [< γαλλ. échec scolaire] [< αρχ. ἀποτυχία, γαλλ. échec, αγγλ. failure]
6220αποτυχών, ούσα, όν [ἀποτυχών] α-πο-τυ-χών επίθ. {αποτυχ-όντος (σπάν. θηλ. -ούσης), -όντα, -όντες (ουδ. -όντα), -όντων (σπάν. θηλ. -ουσών)} (λόγ.): αποτυχημένος: (για πρόσ.) ~ών: δήμαρχος.|| ~ούσα: προσπάθεια. ~όν: πραξικόπημα. ΑΝΤ. επιτυχών, επιτυχούσα ● Ουσ.: αποτυχόντες (οι): υποψήφιοι, σε διαγωνισμό ή εξετάσεις, που δεν συγκέντρωσαν την απαιτούμενη βαθμολογία: Πίνακας επιτυχόντων, επιλαχόντων και ~όντων. ● βλ. αποτυγχάνω [< αρχ. ἀποτυχών]
6221απούλητος, η, ο [ἀπούλητος] α-πού-λη-τος επίθ. & (λόγ.) απώλητος: που δεν έχει πουληθεί: ~η: παραγωγή. ~ο: εμπόρευμα. ~ες: κατοικίες. ~α: εισιτήρια. Προϊόντα που (παρα)μένουν ~α (στις αποθήκες). Δεν θ' αφήσουν τίποτα ~ο! Πβ. αδιάθετος. ΑΝΤ. πουλημένος (1) [< μεσν. απούλητος]
6222αποϋλοποίηση[ἀποϋλοποίηση] α-πο-ϋ-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποϋλοποιώ: ~ μετοχών. Αξίες που έχουν κατατεθεί προς ~. 2. (σπάν.) απώλεια της υλικής διάστασης: ~ της εργασίας (που εισάγεται με τις νέες τεχνολογίες). [< γαλλ. dématérialisation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.