| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6223 | αποϋλοποιώ | [ἀποϋλοποιῶ] α-πο-ϋ-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-εί ... | αποϋλοποί-ησε, -ήθηκε, -ημένος} 1. ΟΙΚΟΝ. μετατρέπω μετοχικούς τίτλους σε άυλους: Εκποίηση μετοχών/τίτλων που δεν ~ήθηκαν. 2. (σπάν.) αφαιρώ την υλική διάσταση: τα ~ημένα πρόσωπα των βυζαντινών εικόνων (πβ. αποστεωμένος). [< γαλλ. dématérialiser] | |
| 6224 | απούσα | βλ. απών | |
| 6225 | απουσία | [ἀπουσία] α-που-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο δεν βρίσκεται σε ορισμένο μέρος ή χώρο, όπου ήταν πιθανόν, αναμενόταν ή έπρεπε να παρίσταται: αδικαιολόγητη/αναγκαστική/αυθαίρετη/μακροχρόνια/συνειδητή ~. ~ μισθωτού από την εργασία/τα καθήκοντά του. Πολύμηνη ~ υπαλλήλου λόγω ασθένειας. ~ αθλητή λόγω τιμωρίας/τραυματισμού. ~ από τη συνεδρίαση (ΣΥΝ. αποχή, ΑΝΤ. συμμετοχή). ~ αγαπημένου προσώπου. Επιστροφή ύστερα από μακρά/πολύχρονη ~. Ήταν αισθητή η ~ σου, μας έλειψες πολύ. (λόγ.) Εξέταση μαρτύρων εν τη ~ της Πολιτικής Αγωγής.|| (για μαθητές) Καταχώριση των ~ών. Τήρηση του βιβλίου ~ών. Ωριαία ~ (βλ. αποβολή). Αριθμός/δελτίο ~ών (βλ. απουσιολόγιο). Μου έβαλαν/πήρα ~. Έμεινε στην ίδια τάξη από ~ες. Βλ. κοπάνα.|| Η ομάδα θα αγωνιστεί με πέντε ~ες (: απόντες).|| Εκδήλωση μνήμης για τα δέκα χρόνια ~ας (: από τον θάνατο) του ποιητή. ΑΝΤ. παρουσία (1) 2. έλλειψη, ανυπαρξία ή ανεπάρκεια στοιχείου, πράγματος: ~ άγχους/κανόνων/κριτηρίων/μνήμης (= αμνησία)/νοήματος/πληροφόρησης/πόνου/υποδομών. ~ αποτελεσματικού συντονισμού/εναλλακτικών λύσεων. ~ βαθύτερου προβληματισμού/γόνιμου διαλόγου. ~ κοινής λογικής/κριτικής σκέψης. ~ επαρκών μέτρων υγιεινής. ~ αντιπυρικών ζωνών σε δάσος. ΑΝΤ. ύπαρξη (1) ● ΣΥΜΠΛ.: άδεια απουσίας: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. δικαίωμα απουσίας από τη δουλειά: ειδική/κανονική ~ ~. ~ ~ με/χωρίς αποδοχές. ~ ~ για ασθένεια παιδιών/συμμετοχή σε συνέδριο. [< αγγλ. leave of absence] ● ΦΡ.: έλαμψε διά της απουσίας του (λόγ.) & έλαμψε με την απουσία του (ειρων.): αισθητή απουσία επίσημου συνήθ. προσώπου από εκδήλωση, συγκέντρωση: Από το δείπνο ~αν ~ τους οι τοπικοί βουλευτές. [< γαλλ. briller par son absence] , παίρνω απουσίες (οικ.): (στο απουσιολόγιο) σημειώνω τα ονόματα των μαθητών που απουσιάζουν. [< αρχ. ἀπουσία, γαλλ. absence] | |
| 6226 | απουσιάζω | [ἀπουσιάζω] α-που-σι-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {απουσία-σα, -σει, απουσιάζ-οντας}: δεν βρίσκομαι σε κάποιο χώρο: ~ει για δουλειές/λόγους υγείας. ~σε αναγκαστικά λόγω τοκετού. ~σε πάνω από ... εβδομάδες. ~σε (αδικαιολόγητα/δικαιολογημένα) από τη σύσκεψη. Θα ~σω κάποιες μέρες. Δεν επιτρέπεται να ~σεις από τα μαθήματα. (επίσ.) Όταν ο Πρόεδρος ~ει ή κωλύεται, αναπληρώνεται από τον Αντιπρόεδρο. (ΣΥΝ. είναι απών, ΑΝΤ. παρών). (ως μήνυμα στον τηλεφωνητή) Αυτή τη στιγμή ~.|| (μτφ.) Σημαντικά θέματα που ~σαν από την ατζέντα των συνομιλιών. Χώρα που ~ει από τις διεθνείς εξελίξεις (: δεν συμμετέχει ενεργά). ΣΥΝ. λείπω ΑΝΤ. παρευρίσκομαι, παρίσταμαι ● απουσιάζει: δεν υπάρχει, δεν υφίσταται: ~ (εντελώς) η αίσθηση του μέτρου/η λογική. [< πβ. μτγν. ἀπουσιάζω 'ξοδεύω άσκοπα, σπαταλώ (πριουσία)', γαλλ. être absent, s΄absenter] | |
| 6227 | απουσιολόγιο | [ἀπουσιολόγιο] α-που-σι-ο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): (συνήθ. για μαθητές) βιβλίο καταχώρισης απουσιών: το ~ της τάξης. ~-βαθμολόγιο. Ο καθηγητής υπογράφει (σ)το ~.|| (μτφ.) Λευκό ~ (= απαρτία). Γεμάτο το ~ (: έλειπαν πολλοί παίκτες) στον χθεσινό αγώνα. Βλ. -λόγιο. ΑΝΤ. παρουσιολόγιο | |
| 6228 | απουσιολόγος | [ἀπουσιολόγος] α-που-σι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): μαθητής τάξης Γυμνασίου ή Λυκείου, με την καλύτερη συνήθ. βαθμολογία, στον οποίο έχει ανατεθεί το απουσιολόγιο: πρώτος/δεύτερος ~. Οι ~οι και οι επιμελητές. Βλ. -λόγος. | |
| 6229 | αποφάγια | [ἀποφάγια] α-πο-φά-για ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αποφάι κ. αποφάγι} (προφ.): υπολείμματα φαγητού: Μην πετάτε τα ~ σας, κάντε τα οργανικό λίπασμα.|| (μτφ.) Μας σερβίρουν ψίχουλα και ~. | |
| 6230 | αποφαίνομαι | [ἀποφαίνομαι] α-πο-φαί-νο-μαι ρ. (μτβ.) {αποφάν-θηκε (λόγ.) απεφάνθη, αποφαν-θεί, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (επίσ.): διατυπώνω ως αρμόδιος τη γνώμη ή την απόφασή μου για συγκεκριμένο ζήτημα: Η ορισθείσα Επιτροπή ~εται (οριστικά/τελεσίδικα) επί/περί του ζητήματος. Φόνος, απεφάνθη ο ιατροδικαστής. Η ολομέλεια απεφάνθη κατά πλειοψηφία ότι/πως ... Η Αρχή ~θηκε αρνητικά/θετικά για ... Η δικαιοσύνη θα ~θεί αν είναι αθώος ή όχι. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ~θεί σχετικά με την υπόθεση. Πβ. γνωματεύω, γνωμοδοτώ. [< αρχ. ἀποφαίνομαι, γαλλ. se déclarer] | |
| 6231 | απόφανση | [ἀπόφανση] α-πό-φαν-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. επίσημη απόφαση: δικαστική/οριστική ~. Πβ. γνωμάτευση, γνωμοδότηση. 2. πρόταση, κρίση διατυπωμένη με απόλυτο συνήθ. τρόπο: δογματική/επιστημονική ~. Αυθαίρετες/γενικές ~άνσεις.|| (ΦΙΛΟΣ.) Αντιθετικές/αξιολογικές ~άνσεις.|| (ΓΛΩΣΣ.) Οι τρεις βασικές επικοινωνιακές λειτουργίες της γλώσσας: ~, ερώτηση, προσταγή. Πβ. εκφορά. [< αρχ. ἀπόφανσις ‘δήλωση, αποσαφήνιση’, γαλλ. déclaration] | |
| 6232 | αποφαντικός | , ή, ό [ἀποφαντικός] α-πο-φα-ντι-κός επίθ. (λόγ.): που έχει χαρακτήρα απόφανσης: ~ή: πρόταση/ρήση. Κείμενα ~ού-κριτικού λόγου. Πβ. απόλυτος, δηλωτ-, δογματ-, κατηγορηματ-ικός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ές: προτάσεις (: κρίσεως). [< αρχ. ἀποφαντικός, γαλλ. déclaratif] | |
| 6233 | απόφαση | [ἀπόφαση] α-πό-φα-ση ουσ. (θηλ.) 1. οριστική συνήθ. θέση, κρίση, επιλογή για ένα θέμα που προκύπτει ύστερα από σκέψη, συλλογισμό: αναγκαία/γενναία/δύσκολη/επιπόλαιη/ιστορική/καθοριστική/κρίσιμη/λάθος/ξαφνική/ομόφωνη/συλλογική/σωστή/τελική ~. Βιαστικές ~άσεις. ~ της στιγμής. ~ ζωής ή θανάτου. ~-σταθμός για ... Εμμένω/κατέληξα/οδηγήθηκα στην ~ να παραιτηθώ. Πήρα την ~ να ... Πήρα τις ~άσεις μου (= αποφάσισα). 2. επίσημη κρίση από αρμόδιο φορέα, συνήθ. για επίλυση ζητήματος· συνεκδ. το αντίστοιχο έγγραφο: διοικητική/επενδυτική/κοινοτική/κυβερνητική/οικονομική/πολιτική/ρυθμιστική/στρατηγική/συναινετική/υπουργική ~. Ακύρωση/αναθεώρηση/αναίρεση/ανάκληση/έγκριση/έκδοση/εφαρμογή/κοινοποίηση/λήψη/τροποποίηση ~ης. Κατόπιν ~άσεως του Διοικητικού Συμβουλίου ... Αρνητική/θετική ~ του Αρείου Πάγου για ... Ελήφθη η ~ να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις. Πλειοψηφική ~ κατόπιν ψηφοφορίας. (Εκτελεστικά) Όργανα ~άσεων. Δημοσίευση ~άσεων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Πβ. απόφανση. Βλ. συν~.|| Επικυρωμένο αντίγραφο ~ης. 3. ΝΟΜ. δικαστική ετυμηγορία ή κρίση για υπόθεση: αθωωτική/αμετάκλητη/εισαγγελική/πειθαρχική/πρωτόδικη/τελεσίδικη ~. ~ διαζυγίου/ενόρκων. ~ απορριπτική της προσφυγής. Έφεση κατά της ~ης. Εκτέλεση ~άσεων. Πβ. πράξη. 4. ΠΛΗΡΟΦ. επιλογή έπειτα από εκτίμηση πιθανών εναλλακτικών συνθηκών ή καταστάσεων σε μονάδα ή πρόγραμμα: δέντρα/συστήματα υποστήριξης ~άσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία της απόφασης & θεωρία των αποφάσεων: ΜΑΘ. στατιστική θεωρία που σχετίζεται με τον ποσοστικό προσδιορισμό της διαδικασίας επιλογής ανάμεσα σε ποικίλες εναλλακτικές δυνατότητες, ώστε να προκύψει το μέγιστο δυνατό όφελος ή το ελάχιστο αναμενόμενο κόστος: ~ ~ και των παιγνίων. [< αγγλ. decision theory, 1961] , ειλημμένη απόφαση βλ. ειλημμένος, εξαφάνιση της απόφασης βλ. εξαφάνιση, κέντρα λήψης αποφάσεων βλ. κέντρο ● ΦΡ.: (όλα) μια απόφαση είναι & μια απόφαση είναι όλα (προφ.): ως προτροπή σε κάποιον αναποφάσιστο: Δοκίμασε να μαγειρέψεις, ~ ~., (το) παίρνω απόφαση: αποφασίζω κάτι, ύστερα από αλλεπάλληλες σκέψεις, αποτολμώ· εξοικειώνομαι με κάτι δυσάρεστο, όπως μια ιδέα: Το πήρε ~ ότι/να ... Σκέφτομαι να χάσω βάρος, αλλά δεν μπορώ να το πάρω ~.|| Καιρός να το πάρεις ~ ότι οι διακοπές τελείωσαν. [< αρχ. ἀπόφασις, μεσν. απόφαση 4: αγγλ. decision] | |
| 6234 | αποφασίζω | [ἀποφασίζω] α-πο-φα-σί-ζω ρ. (μτβ.) {αποφάσι-σα, αποφασί-σει, -στηκε, -σμένος, αποφασίζ-οντας} 1. παίρνω απόφαση: Η συνέλευση συγκαλείται, προκειμένου να ~σει για ... Τι ~σες τελικά; Ο λαός ψήφισε και ~σε. Αποφάσισε, θα έρθεις ή όχι; Μετά από συζήτηση ~σαμε να ... Δεν έχω ~σει πού θα πάω διακοπές. Το ~σα, θα κόψω το τσιγάρο. Ήταν ~σμένο να γίνει.|| (ελλειπτ.) Είσαι ελεύθερος να ~σεις. Εσύ αγοράζεις, οπότε εσύ ~εις (: είναι δικό σου θέμα τι θα επιλέξεις). 2. διατυπώνω επίσημη κρίση κυρ. για ορισμένο ζήτημα: Το δημοτικό συμβούλιο ~σε ομόφωνα την απαλλοτρίωση της έκτασης. Μέτρα που ~στηκαν αυθαίρετα/δημοκρατικά. Θέμα που ~στηκε να συζητηθεί σε επόμενη συνεδρίαση. Βλ. συν~. 3. ΝΟΜ. εκδίδω απόφαση, ετυμηγορία: Το Συμβούλιο της Επικρατείας ~ει τη ματαίωση του έργου. Ο δικαστής ~σε ότι ... Το δικαστήριο ~ει για τη συνέχιση της κράτησης. Πβ. αποφαίνομαι. ● ΦΡ.: αποφασίζομεν και διατάσσομεν (λόγ.-συνήθ. ειρων.): για δήλωση αυταρχικής συμπεριφοράς: Πειθώ και διάλογος χρειάζεται, όχι "~ ~". [< μεσν. αποφασίζω] | |
| 6235 | αποφασισμένος | , η, ο [ἀποφασισμένος] α-πο-φα-σι-σμέ-νος επίθ.: που έχει αποφασίσει κάτι και προσπαθεί να το υλοποιήσει με κάθε μέσο, χωρίς να υποχωρεί: ~ για όλα. Δηλώνει/εμφανίζεται/μοιάζει/φαίνεται ~ να ... Βλ. ακάθεκτος. ΑΝΤ. αναποφάσιστος (1), δίβουλος (1) | |
| 6236 | αποφασιστικός | , ή, ό [ἀποφασιστικός] α-πο-φα-σι-στι-κός επίθ. 1. σημαντικός, καθοριστικός για την εξέλιξη κατάστασης, ζητήματος: ~ός: παράγοντας/σταθμός (στη ζωή κάποιου). ~ή: αλλαγή/επίδραση/νίκη/στιγμή/συμβολή. ~ό: χτύπημα (εναντίον των αντιπάλων). ~ές: ενέργειες/παρεμβάσεις. ~ά: μέτρα. Αγώνας ~ για το πρωτάθλημα. Μάχη ~ής σημασίας. Κάτι εξαρτάται/καθορίζεται σε ~ό βαθμό από ... Σε ~ή καμπή. Διαδραματίζει ~ό ρόλο. Οι επόμενες μέρες θα είναι ~ές για το πώς θα κυλήσουν τα πράγματα. Πβ. κρίσιμος.|| Όργανο με ~ή αρμοδιότητα (: που παίρνει απόφαση). 2. (για πρόσ.) που τολμά, δεν διστάζει: ~ός: ηγέτης/λαός. Επίμονος και ~. Πβ. αποφασισμένος.|| (κατ' επέκτ.) ~ός: τόνος. ~ή: απάντηση/στάση (= θαρραλέα). ~ό: βλέμμα/ύφος. Με ~ό βήμα/τρόπο. Πβ. θεληματικός, σίγουρος. ΑΝΤ. αναποφάσιστος (2), διστακτικός ● επίρρ.: αποφασιστικά [< μσν. αποφασιστικός 'γεμάτος νόημα', γαλλ. décisif] | |
| 6237 | αποφασιστικότητα | [ἀποφασιστικότητα] α-πο-φα-σι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): άκαμπτη θέληση για την επίτευξη ενός στόχου: τόλμη και ~. Δείχνει ~ απέναντι στα προβλήματα. ~ και δυναμισμός/πείσμα/τόλμη. Έχει την ~ να ... Προσπάθεια που χρειάζεται ~. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αβουλία (1), αναποφασιστικότητα, διστακτικότητα | |
| 6238 | αποφατικός | , ή, ό [ἀποφατικός] α-πο-φα-τι-κός επίθ. ΑΝΤ. καταφατικός 1. (λόγ.) αρνητικός: ~ή: απάντηση.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ές: προτάσεις. 2. ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με τον αποφατισμό: ~ή: (ή αρνητική) θεολογία. ● επίρρ.: αποφατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ἀποφατικός, γαλλ. apophatique, αγγλ. apophatic] | |
| 6239 | αποφατισμός | [ἀποφατισμός] α-πο-φα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΕΟΛ. χριστιανική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η γνώση της φύσης και της ουσίας του Θεού δεν μπορεί να προσδιοριστεί: ορθόδοξος ~. Μυστικισμός και ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. apophatisme, αγγλ. apophati(ci)sm]Σ | |
| 6240 | αποφέρει | [ἀποφέρει] α-πο-φέ-ρει ρ. (μτβ.) {απέφερε} (απαιτ. λεξιλόγ.): έχει ως αποτέλεσμα οικονομικό συνήθ. όφελος: Εργασία που ~ καλό εισόδημα. Επενδύσεις που ~ουν κέρδη (πβ. αφήνω).|| Προσπάθειες που απέφεραν καρπούς. ΣΥΝ. αποδίδει (2) [< αρχ. ἀποφέρω, γαλλ. rapporter] | |
| 6241 | αποφεύγω | [ἀποφεύγω] α-πο-φεύ-γω ρ. (μτβ.) {απέφυ-γα (σπάν.) απόφυ-γα, αποφύ-γει, αποφεύ-χθηκε (λόγ.) απεφεύ-χθη, αποφευ-χθεί, αποφεύγ-οντας} 1. μένω μακριά από κάποιον: Συνεχώς με ~ει. Προσπάθησα να τον ~γω, αλλά μάταια. 2. δεν κάνω κάτι: ~ τις άσκοπες μετακινήσεις/τις διενέξεις/τις εντάσεις/τις κακοτοπιές. Να ~ουμε τα λάθη. ~γαν να απαντήσουν.|| ~ τον καφέ (= δεν πίνω)/το τσιγάρο (= δεν καπνίζω). Τροφές που πρέπει να ~ονται ως ανθυγιεινές (: να μην καταναλώνονται). Τι πρέπει να αποφεύγετε. Πβ. απέχω. ΑΝΤ. επιδιώκω 3. αποτρέπω κάτι: Δεν ~γαν τελικά το πρόστιμο/τη σύλληψη (πβ. γλιτώνω, ξεφεύγω). Το ατύχημα ~χθηκε την τελευταία στιγμή. Προσπάθειες προκειμένου να ~χθεί το μοιραίο/ο πόλεμος. Πβ απομακρύνω. [< αρχ. ἀποφεύγω] | |
| 6242 | αποφευκτέος | , α, ο [ἀποφευκτέος] α-πο-φευ-κτέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει να αποφεύγεται ή να αποφευχθεί: ~α: διαδικασία/κατάσταση (ΑΝΤ. επιθυμητός). ~ο: σφάλμα. Ο κίνδυνος/πόλεμος είναι ~. Βλ. αναπόφευκτος, -τέος. [< μεσν. αποφευκτέον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ