Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7160-7180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6243αποφευκτικός, ή, ό [ἀποφευκτικός] α-πο-φευ-κτι-κός επίθ. 1. ΨΥΧΟΛ. που χαρακτηρίζεται από τάσεις απομόνωσης και αποφυγή σύναψης διαπροσωπικών σχέσεων λόγω του φόβου της απόρριψης: (για πρόσ.) ~ός: τύπος.|| ~ή: διαταραχή (προσωπικότητας)/συμπεριφορά. Ανασφαλής-~ή προσκόλληση (= κατά την οποία το μωρό σπάνια κλαίει, όταν φεύγει η μητέρα και την αποφεύγει, όταν αυτή επιστρέφει). 2. (σπάν.) που στοχεύει στην αποτροπή (πράξης): ~ ελιγμός (οχήματος) στα αριστερά. ΣΥΝ. αποτρεπτικός [< αρχ. ἀποφευκτικά 'μέσα αθώωσης']
6244απόφθεγμα[ἀπόφθεγμα] α-πό-φθεγ-μα ουσ. (ουδ.) {αποφθέγμ-ατα}: κρίση καθολικού κύρους διατυπωμένη με σύντομο και εύστοχο τρόπο, με αποτέλεσμα να διατηρείται στη μνήμη: λαϊκό/φιλοσοφικό ~. ~ατα και αινίγματα/παροιμίες/στοχασμοί. Συλλογή ~άτων. Πβ. γνωμικό, ρήση, ρητό. [< αρχ. ἀπόφθεγμα]
6245αποφθεγματικός, ή, ό [ἀποφθεγματικός] α-πο-φθεγ-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από συντομία και ευστοχία στη διατύπωση: ~ό: συμπέρασμα. ~ές: κρίσεις/ρήσεις/φράσεις. Λακωνικός και ~ λόγος. Πβ. επιγραμματικός. ● επίρρ.: αποφθεγματικά [< μτγν. ἀποφθεγματικός]
6246αποφθεγματικότητα[ἀποφθεγματικότητα] α-πο-φθεγ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αποφθεγματικού. Πβ. επιγραμματικότητα, λακωνικότητα.
6247αποφλοιωμένος, η, ο [ἀποφλοιωμένος] α-πο-φλοι-ω-μέ-νος επίθ.: που έχει αποφλοιωθεί: ~ος: αρακάς/καφές. ~ο: σουσάμι. ~α: αμύγδαλα/ρεβίθια/φασόλια. Μη ~α δημητριακά.|| ~ες: ντομάτες/πατάτες (= ξεφλουδισμένες).|| ~ες: γαρίδες. ~α: μύδια.|| ~η: ξυλεία. ΑΝΤ. αναποφλοίωτος [< γαλλ. décortiqué]
6248αποφλοιώνω[ἀποφλοιώνω] α-πο-φλοι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {σπάν. αποφλοίω-σα, -θηκε, -μένος}: αφαιρώ τον φλοιό καρπού, σπόρου, κορμού. Πβ. καθαρίζω, ξεφλουδίζω. [< μτγν. ἀποφλοιῶ, γαλλ. décortiquer]
6249αποφλοίωση[ἀποφλοίωση] α-πο-φλοί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αφαίρεση φλοιού, φλούδας, περιβλήματος: ~ καφέ/κόκκων/ξηρών καρπών/πατάτας/ρυζιού/σουσαμιού. Μηχανή ~ης. (για κάστανα) ~ με ατμούς/φλόγα. Πβ. καθάρισμα, ξεφλούδισμα.|| ~ κωνοφόρων δέντρων με τσεκούρι. Πβ. απόξεση. 2. ΟΙΚΟΔ. διαδικασία αποκόλλησης του σκυροδέματος από την επιφάνεια δομικού στοιχείου: απολεπίσεις, επιφανειακές ρωγμές και ~ώσεις. 3. ΙΑΤΡ. απομάκρυνση, με χειρουργική συνήθ. επέμβαση, του περιβλήματος οργάνου: ~ με λέιζερ. Χημική ~ του δέρματος (πβ. δερματοαπόξεση, πίλινγκ). Βλ. εκπυρήνιση, μαρσιποποίηση. [< γαλλ. décortication]
6250αποφλοιωτής[ἀποφλοιωτής] α-πο-φλοι-ω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. & αποφλοιωτήρας: εργαλείο ή συσκευή αποφλοίωσης: μηχανικός ~. ~ αμυγδάλων/λαχανικών (πβ. ξεφλουδιστήρι). ~ές και αποχυμωτές.|| ~ κορμών (δέντρων).|| ~ σύρματος (ΣΥΝ. απογυμνωτής). 2. εργάτης που είναι επιφορτισμένος με την αποφλοίωση (κορμών): ~ές και κλαδευτές/πριονιστές.
6251αποφοιτήριο[ἀποφοιτήριο] α-πο-φοι-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): βεβαίωση με την οποία πιστοποιείται η φοίτηση και η ημερομηνία διακοπής της: ~ σχολής/τμήματος. ~ και πιστοποιητικό περάτωσης σπουδών. Βλ. απολυτήριο, διαγραφή, πτυχίο, -τήριο.
6252αποφοίτηση[ἀποφοίτηση] α-πο-φοί-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ολοκλήρωση ενός κύκλου σπουδών και απόκτηση του αντίστοιχου τίτλου· συνεκδ. η τελετή απονομής του: επιτυχής ~. ~ μαθητών/σπουδαστών/φοιτητών. ~ από το Λύκειο/τη Σχολή. Βαθμός/έτος ~ης. (ευχετ.) Καλή ~!|| ~ και ορκωμοσία. [< μτγν. ἀποφοίτησις]
6253απόφοιτος[ἀπόφοιτος] α-πό-φοι-τος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει αποφοιτήσει: ~ ΙΕΚ/Κολεγίου/Λυκείου/Μεταπτυχιακού Προγράμματος/Πολυτεχνείου/Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Ορκωμοσία/πρακτική άσκηση/σύλλογος ~οίτων. Βλ. τελειόφοιτος. [< μεσν. απόφοιτος]
6254αποφοιτώ[ἀποφοιτῶ] α-πο-φοι-τώ ρ. (αμτβ.) {αποφοιτ-άς κ. -είς ... | αποφοίτ-ησα (λόγ.) απεφοίτησα}: ολοκληρώνω έναν κύκλο σπουδών και λαμβάνω τον αντίστοιχο τίτλο: Ποια χρονιά/πότε ~ησες (: πήρες πτυχίο); ~ησε με άριστα από τη Σχολή ... (ΑΝΤ. εισάγομαι). ~ (: παίρνω απολυτήριο) από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Απονομή πτυχίων στους ~ούντες σπουδαστές. Ορκωμοσία ~ώντων. ● Μτχ.: αποφοιτήσας , ασα, αν (λόγ.): απόφοιτος: πρώτος ~. Οι ~αντες μαθητές. Εισακτέοι και ~αντες. [< αρχ. ἀποφοιτῶ]
6255αποφολίδωση[ἀποφολίδωση] α-πο-φο-λί-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απολέπιση: ~ κυττάρων (= απόπτωση).
6256αποφορά[ἀποφορά] α-πο-φο-ρά ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. πολύ έντονη κακοσμία: βαριά ~. ~ απορριμμάτων/πτώματος/ωμού κρέατος. Πβ. βρόμα, δυσ-οσμία, -ωδία, μπόχα. ΑΝΤ. ευωδιά 2. (μτφ.) απεχθής κατάσταση: ~ των σκανδάλων. Σαπίλα και ~. [< μτγν. ἀποφορά]
6257αποφόρι[ἀποφόρι] α-πο-φό-ρι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): ρούχο που έχει φθαρεί από την πολλή χρήση: Ντυμένοι με ~ια (: μεταχειρισμένα, από δεύτερο χέρι).|| (μτφ.) Τα ~ια (και απομεινάρια) μιας ένδοξης εποχής. [< μεσν. αποφόρι]
6258αποφορολόγηση[ἀποφορολόγηση] α-πο-φο-ρο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. απαλλαγή από φορολόγηση. [< γαλλ. détaxation]
6259αποφορτίζω[ἀποφορτίζω] α-πο-φορ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {αποφόρτι-σε, αποφορτί-σει, -στηκε, -σμένος, αποφορτίζ-οντας} 1. ΤΕΧΝΟΛ. {κυρ. μεσοπαθ.} καταναλώνω όλο το ηλεκτρικό φορτίο συσκευής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να λειτουργήσει: Το κινητό/το λάπτοπ/η μπαταρία ~στηκε (πλήρως). ~σμένος: πυκνωτής. Πβ. εκφορτίζω. ΑΝΤ. φορτίζω (1) 2. (μτφ.) μετριάζω τη συναισθηματική συνήθ. ένταση: Η γυμναστική ~ει από το άγχος. Προσπάθησε με χιούμορ να ~σει το άσχημο κλίμα/τη βαριά ατμόσφαιρα. ~σμένος από τις έγνοιες/τη συγκίνηση. Πβ. αμβλύνω, εκτονώνω. ΑΝΤ. οξύνω (1) 3. μειώνω ή μεταθέτω το βάρος: Ορθωτικά που ~ουν τις αρθρώσεις/τους μυς. Μαξιλαράκια για να ~εται η πίεση. Πβ. αποσυμπιέζω. [< μτγν. ἀποφορτίζω 'ρίχνω το φορτίο', γαλλ. décharger]
6260αποφόρτιση[ἀποφόρτιση] α-πο-φόρ-τι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. κατανάλωση όλου του ηλεκτρικού φορτίου συσκευής, με αποτέλεσμα τη διακοπή της λειτουργίας της: ολική/πλήρης ~ (της μπαταρίας) του κινητού/του φορητού υπολογιστή. Μερική ~ του μετασχηματιστή. ~ ηλεκτροδίου. Ηλεκτροστατικές ~ίσεις. Πβ. άδειασμα, εκφόρτιση. Βλ. επαναφόρτιση. ΑΝΤ. φόρτιση (1) 2. (μτφ.) εκτόνωση: ψυχική ~. ~ από το άγχος. Ανάπαυση/ξεκούραση και ~.|| (ΑΘΛ.) Πρόγραμμα ~ης (: χαλάρωσης).|| ~ του κλίματος/της πίεσης (ΑΝΤ. όξυνση). Κυκλοφοριακή ~ (π.χ. του κέντρου της πόλης). Πβ. αποσυμπίεση. [< γαλλ. décharge]
6261αποφορτώνω[ἀποφορτώνω] α-πο-φορ-τώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αποφορτώ-σει, -θεί} (κυρ. μτφ.): αφαιρώ το βάρος ή το φορτίο: Πβ. ανακουφίζω, ελαφραίνω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~εται ο επεξεργαστής/η μνήμη του υπολογιστή. [< μεσν. αποφορτώνω 'ξεφορτώνω', γαλλ. décharger , αγγλ. unload]
6262αποφόρτωση[ἀποφόρτωση] α-πο-φόρ-τω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): αφαίρεση, ελάττωση βάρους, φορτίου, όγκου: εργασίες φόρτωσης και ~ης πλοίων. Πβ. εκφόρτωση, ξεφόρτωμα.|| (μτφ.) ~ της διδακτέας ύλης. Πβ. ελάφρωμα. [< γαλλ. déchargement, αγγλ. unloading]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.