| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6263 | αποφράδα | [ἀποφράδα] α-πο-φρά-δα ως επίθ. (θηλ.) & (λόγ.) αποφράς (αρχαιοπρ.): που ανακαλεί στη μνήμη ένα εξαιρετικά δυσάρεστο γεγονός ή συνδέεται με αυτό: ~ νύχτα/χρονιά/ώρα. Πβ. δυσοίωνος, επάρατος, καταραμένος. Συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αποφράδα μέρα & ημέρα: κατα την οποία συνέβη κάποιο τραγικό γεγονός: η ~ ~ της άλωσης της Πόλης. Οι ~ες ~ες του Γένους.|| ~ ~ για την Πολεμική Αεροπορία (: για πτώση πολεμικού αεροσκάφους). [< αρχ. ἀποφράς (ἡμέρα) ‘για την οποία δεν επιτρέπεται κανείς να μιλά, δυσοίωνη, απαίσια’] | |
| 6264 | αποφράζω | [ἀποφράζω] α-πο-φρά-ζω ρ. (μτβ.) {απέφραξα, αποφρά-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -γμένος, αποφράσσ-οντας, κυρ. στο γ' πρόσ.} & (λόγ.) αποφράσσω 1. ΙΑΤΡ. κλείνω (πλήρως), φράζω αυλό, δίοδο: Το κάπνισμα ~ει τις αρτηρίες. Η χοληδόχος κύστη ~χθηκε από λίθους. ~γμένος πόρος του δέρματος. Αγγεία ~γμένα εξαιτίας θρόμβου. Πβ. βουλώνω. 2. (επίσ.) ανοίγω φραγμένο από λύματα αποχετευτικό δίκτυο. Πβ. ξεβουλώνω, ξεφράζω. ΑΝΤ. εμφράζω [< αρχ. ἀποφράσσω, μεσν. αποφράζω, γαλλ. obstruer] | |
| 6265 | αποφρακτικός | , ή, ό [ἀποφρακτικός] α-πο-φρα-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την απόφραξη: (ΙΑΤΡ.) ~ός: ειλεός/ίκτερος. ~ή: άπνοια (βλ. υπνική άπνοια)/λαρυγγίτιδα/νόσος.|| ~ό: μηχάνημα/όργανο/όχημα/υγρό (ΑΝΤ. εμφρακτικό). (ως ουσ.) ~ό (ενν. προϊόν) αποχετεύσεων/νιπτήρων/τουαλέτας σε σκόνη (: που ξεβουλώνει). ● ΣΥΜΠΛ.: χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια: ΙΑΤΡ. πάθηση του αναπνευστικού συστήματος με κύριο χαρακτηριστικό τη μείωση της ροής του αέρα στους πνεύμονες και κατά συνέπεια τη δυσχέρεια στην εισπνοή και την εκπνοή. Βλ. ΧΑΠ. [< αγγλ. chronic obstructive pulmonary disease] [< μεσν. αποφρακτικός, γαλλ. obstructif] | |
| 6266 | απόφραξη | [ἀπόφραξη] α-πό-φρα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. κλείσιμο, φράξιμο αυλού: βρογχική/μερική/οξεία/πλήρης/ρινική ~. ~ αεραγωγού/αρτηρίας/εντέρου/σαλπίγγων/φλέβας. Αγγειακές/πνευμονικές ~άξεις. Πβ. βούλωμα. Βλ. στένωση, συμφόρηση. 2. (επίσ.) άνοιγμα φραγμένου αγωγού: ~ αποχετευτικού δικτύου/λέβητα/φρεατίων. Πβ. ξεβούλωμα.|| ~άξεις-απολυμάνσεις. ΑΝΤ. έμφραξη (1) [< αρχ. ἀπόφραξις, γαλλ. obstruction] | |
| 6267 | αποφράσσω | βλ. αποφράζω | |
| 6268 | αποφυάδα | [ἀποφυάδα] α-πο-φυ-ά-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. καθεμία από τις προεξοχές ορισμένων κυττάρων, κυρ. των νευρικών. Βλ. απόφυση, δενδρίτης, νευράξονας. [< αρχ. ἀποφυάς] | |
| 6269 | αποφυγή | [ἀποφυγή] α-πο-φυ-γή ουσ. (θηλ.) 1. προσπάθεια να αποφευχθεί κάτι, συνήθ. δυσάρεστο, αρνητικό: ~ του άγχους/έκθεσης στον ήλιο. ~ του καπνίσματος/της κατανάλωσης αλκοόλ (πβ. αποχή). Σκόπιμη ~ απάντησης σε ερώτηση. Μέτρα ~ής εντάσεων και επεισοδίων. (ΝΟΜ.) Διεθνής Κανονισμός ~ής Συγκρούσεων στη Θάλασσα. Οδηγίες/συμβουλές για την ~ ατυχήματος/κινδύνου/λαθών/μόλυνσης/τραυματισμού. Πβ. αποσόβηση, αποτροπή. 2. ΨΥΧΟΛ. αμυντική αντίδραση άρνησης απέναντι σε ερέθισμα που προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα. ● ΦΡ.: προς αποφυγή(ν) (+ γεν.) (λόγ.): προκειμένου να αποφευχθεί κάτι συνήθ. δυσάρεστο: ~ ~ εκπλήξεων/παρανόησης/παρεξηγήσεων. Μέτρα ~ ~ ανεπιθύμητων καταστάσεων/προβλημάτων., παράδειγμα προς/για αποφυγή/μίμηση βλ. παράδειγμα [< 1: αρχ. ἀποφυγή 2: αγγλ. avoidance] | |
| 6270 | αποφυλακίζω | [ἀποφυλακίζω] α-πο-φυ-λα-κί-ζω ρ. (μτβ.) {αποφυλάκι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε (σπάν.-λογιότ. απεφυλακίσ-θη, μτχ. αποφυλακισθ-είς, -είσα), -στεί (λόγ.) -σθεί, αποφυλακίζ-οντας, -όμενος, αποφυλακι-σμένος, συνήθ. μεσοπαθ.}: αφήνω ελεύθερο κρατούμενο: Οι Αρχές τον ~σαν. ~στηκε με αναστολή/βούλευμα/εγγύηση/περιοριστικούς όρους (= βγήκε από τη φυλακή). ~στηκε αφού εξέτισε την ποινή του/μετά από ... μήνες φυλάκισης/μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης του. Κοινωνική επανένταξη ~σμένων. Κέντρο/Υπηρεσίες στήριξης αποφυλακισθέντων. Πβ. απολύω, ελευθερώνω. ΑΝΤ. φυλακίζω (1) [< γαλλ. désemprisonner] | |
| 6271 | αποφυλάκιση | [ἀποφυλάκιση] α-πο-φυ-λά-κι-ση ουσ. (θηλ.): απελευθέρωση φυλακισμένου: άμεση/προσωρινή/πρόωρη ~. ~ κρατουμένου/συλληφθέντων. ~ και απονομή χάριτος. ~ υπό όρους. Βούλευμα ~ης. Παράνομες ~ίσεις. Αίτημα ~ης. Ανακλήθηκε/αποφασίστηκε/εγκρίθηκε η ~ή του. Πβ. απόλυση. ΑΝΤ. φυλάκιση | |
| 6272 | αποφυλακιστήριο | [ἀποφυλακιστήριο] α-πο-φυ-λα-κι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): πιστοποιητικό αποφυλάκισης κρατουμένου: Πήρε/του έδωσαν ~ (= αποφυλακίστηκε). Βλ. -τήριο. | |
| 6273 | αποφύλλωση | [ἀποφύλλωση] α-πο-φύλ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. διαδικασία κατά την οποία προκαλείται με τεχνητά, συνήθ. χημικά, μέσα πρόωρη πτώση των φύλλων ορισμένων φυτών, για τη διευκόλυνση του ανοίγματος των ώριμων καρπών και κατ' επέκτ. τη συγκομιδή τους: ~ του βαμβακιού/των δέντρων. Μηχανή ~ης. Βλ. φυλλό-πτωση, -ρροια. [< γαλλ. défoliation, 1966] | |
| 6274 | αποφυλλωτικό | [ἀποφυλλωτικό] α-πο-φυλ-λω-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΠ. σύνθετη χημική ουσία σε μορφή σπρέι ή σκόνης που χρησιμοποιείται για αποφύλλωση: ~ βάμβακος. [< αγγλ. defoliant, 1943, γαλλ. défoliant, 1966] | |
| 6275 | απόφυση | [ἀπόφυση] α-πό-φυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. φυσιολογική προεκβολή ιστού ή οργάνου: ζυγωματική/ινιακή/φατνιακή ~. ~ αδένα/μυός. Αρθρικές/εγκάρσιες ~ύσεις. Κατάγματα ~ύσεων. 2. {κυρ. στον πληθ.} κάθε προεξοχή, εξόγκωμα: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Λαβή με κερατοειδείς ~ύσεις.|| (ΒΟΤ.) Τριχοειδείς ~ύσεις φυτού. Βλ. παραφυάδα. ● ΣΥΜΠΛ.: ακανθώδης απόφυση βλ. ακανθώδης, κορακοειδής απόφυση βλ. κορακοειδής, μαστοειδής απόφυση βλ. μαστοειδής, μεκέλειος απόφυση βλ. μεκέλειος, ξιφοειδής απόφυση βλ. ξιφοειδής, παρακονδύλια απόφυση βλ. παρακονδύλιος, σκωληκοειδής απόφυση βλ. σκωληκοειδής [< αρχ. ἀπόφυσις, γαλλ. apophyse, αγγλ. apophysis] | |
| 6276 | αποφώνηση | [ἀποφώνηση] α-πο-φώ-νη-ση ουσ. (θηλ.): σύντομος λόγος με τον οποίο κλείνει κείμενο, ομιλία, εκδήλωση, εκπομπή: ~ συναυλίας. ~ στο ραδιόφωνο. Κάνω/προχωρώ σε ~ (ευχαριστώντας το ακροατήριο για την προσοχή του).|| (στο τέλος επιστολής:) π.χ. "Με εκτίμηση", "Με φιλικούς χαιρετισμούς". ΑΝΤ. προσφώνηση | |
| 6277 | αποχαιρετίζω | βλ. αποχαιρετώ | |
| 6278 | αποχαιρετισμός | [ἀποχαιρετισμός] α-πο-χαι-ρε-τι-σμός ουσ. (αρσ.): κίνηση που δηλώνει αποχώρηση ή αποχωρισμό προσώπων, συνοδευόμενη συνήθ. από έκφραση ευχών: πικρός/συγκινητικός ~. Γράμμα/εκδήλωση/νεύμα/τελετή ~ού. ΑΝΤ. καλωσόρισμα, χαιρετισμός.|| (μτφ.) ~ του καλοκαιριού/της σχολικής χρονιάς. ● ΣΥΜΠΛ.: το ύστατο χαίρε βλ. ύστατος ● ΦΡ.: αποχαιρετισμός στα όπλα (μτφ.): οι τελευταίες ενέργειες πριν αποχωρήσει κάποιος από τον χώρο όπου έδρασε: ~ ~ από τον μεγάλο αθλητή/τενόρο. [< αγγλ. farewell to arms] [< μεσν. αποχαιρετισμός] | |
| 6279 | αποχαιρετιστήριος | , α, ο [ἀποχαιρετιστήριος] α-πο-χαι-ρε-τι-στή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που γίνεται με σκοπό τον αποχαιρετισμό: ~ος: αγώνας/λόγος (σε κηδεία). ~α: βραδιά/γιορτή/επίσκεψη/επιστολή/ευχή/περιοδεία (καλλιτέχνη)/συνάντηση/συναυλία. ~ο: δείπνο/δώρο/μήνυμα. ~ες: εκδηλώσεις. ~ο πάρτι προς τιμήν του ...|| Το ~ο ματς του πρωταθλήματος/της σεζόν (= το τελευταίο). Βλ. -τήριος. ● Ουσ.: αποχαιρετιστήρια (τα): αποχαιρετισμός σημαντικού συνήθ. προσώπου: Δεξίωση για τα ~ του πρέσβη. ΑΝΤ. καλωσόρισμα | |
| 6280 | αποχαιρετώ | [ἀποχαιρετῶ] α-πο-χαι-ρε-τώ ρ. (μτβ.) {αποχαιρετ-άς ... | αποχαιρέτ-ησα, -ήθηκαν, -ώντας, (σπάν.) -ίζοντας} & αποχαιρετάω & αποχαιρετίζω 1. χαιρετώ κάποιον κατά την αναχώρηση ή τον αποχωρισμό: ~ ένα αγαπημένο πρόσωπο/τους γονείς μου. Σας ~. Τους ~ησε συγκινημένος με δάκρυα στα μάτια.|| (σε κηδεία) Με βαθιά οδύνη ~ησαν για τελευταία φορά τον ... 2. (μτφ.) αφήνω πίσω, εγκαταλείπω: ~ την προηγούμενη ζωή μου. Θα ~ήσει το κοινό του με μια τελευταία συναυλία. Με ήττα ~ησε το πρωτάθλημα η ομάδα. Πβ. αφήνω γεια. ● ΦΡ.: αποχαιρέτησε τα εγκόσμια βλ. εγκόσμιος [< μεσν. αποχαιρετώ, μτγν. ἀποχαιρετίζω] | |
| 6281 | αποχαλινώνω | [ἀποχαλινώνω] α-πο-χα-λι-νώ-νω ρ. (μτβ.) {αποχαλίνω-σε, -θηκε, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (αρνητ. συνυποδ.): αφήνω κάτι ανεξέλεγκτο, χωρίς ηθικούς κυρ. περιορισμούς: Έχουν ~θεί και αποθρασυνθεί τελείως. Πβ. εκτραχηλίζομαι. ΑΝΤ. χαλιναγωγώ (1) [< αρχ. ἀποχαλινῶ] | |
| 6282 | αποχαλίνωση | [ἀποχαλίνωση] α-πο-χα-λί-νω-ση ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): απελευθέρωση, απαλλαγή από κάθε ηθικό ή άλλο περιορισμό: σεξουαλική ~. ~ της βίας/των ενστίκτων/των παθών. Αναρχία και ~. Πβ. εκτραχηλισμός. ΑΝΤ. χαλιναγώγηση (1) [< γαλλ. débridement] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ