Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [7200-7220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6281αποχαλινώνω[ἀποχαλινώνω] α-πο-χα-λι-νώ-νω ρ. (μτβ.) {αποχαλίνω-σε, -θηκε, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (αρνητ. συνυποδ.): αφήνω κάτι ανεξέλεγκτο, χωρίς ηθικούς κυρ. περιορισμούς: Έχουν ~θεί και αποθρασυνθεί τελείως. Πβ. εκτραχηλίζομαι. ΑΝΤ. χαλιναγωγώ (1) [< αρχ. ἀποχαλινῶ]
6282αποχαλίνωση[ἀποχαλίνωση] α-πο-χα-λί-νω-ση ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): απελευθέρωση, απαλλαγή από κάθε ηθικό ή άλλο περιορισμό: σεξουαλική ~. ~ της βίας/των ενστίκτων/των παθών. Αναρχία και ~. Πβ. εκτραχηλισμός. ΑΝΤ. χαλιναγώγηση (1) [< γαλλ. débridement]
6283αποχαρακτηρίζω[ἀποχαρακτηρίζω] α-πο-χα-ρα-κτη-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {αποχαρακτήρι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} (επίσ.): αναιρώ τον επίσημο χαρακτηρισμό που έχει δοθεί σε κάτι: ~στηκαν δασικές εκτάσεις. Κτίρια που έχουν ~στεί από διατηρητέα. ~σμένο: ταξί. ~σμένα: αρχεία/έγγραφα/εκρηκτικά. [< αγγλ. declassify, 1945]
6284αποχαρακτηρισμός[ἀποχαρακτηρισμός] α-πο-χα-ρα-κτη-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποχαρακτηρίζω: ~ απόρρητου εγγράφου (βλ. άρση (του) απορρήτου)/λατομικών περιοχών. Επιχειρούν τον ~ό δασών.|| Ιδεολογικός ~ (= αποχρωματισμός). [< αγγλ. declassification, 1946]
6285αποχαυνώνω[ἀποχαυνώνω] α-πο-χαυ-νώ-νω ρ. (μτβ.) {αποχαύνω-σε, αποχαυνώ-θηκα, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): αδρανοποιώ τις πνευματικές λειτουργίες κάποιου, τον κάνω νωθρό: Δημαγωγοί/εκπομπές που ~ουν τον κόσμο. Πβ. κλουβιάζω.|| Άπνοια/υγρασία που παραλύει και ~ει (= αποκοιμίζει, ζαλίζει, ναρκώνει). ~θηκα από την αφόρητη ζέστη (= ζαβλακώθηκα). ΣΥΝ. αποβλακώνω [< μεσν. αποχαυνώ]
6286αποχαύνωση[ἀποχαύνωση] α-πο-χαύ-νω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποχαυνώνω: διαδικτυακή/κοινωνική/μαζική/πνευματική/πολιτιστική/τηλεοπτική ~.|| Η ~ του καύσωνα. Πβ. ζαβλάκωμα. ΣΥΝ. αποβλάκωση
6287αποχαυνωτικός, ή, ό [ἀποχαυνωτικός] α-πο-χαυ-νω-τι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που προκαλεί αποχαύνωση: ~ές: εκπομπές. ΣΥΝ. αποβλακωτικός ● επίρρ.: αποχαυνωτικά
6288αποχέτευση[ἀποχέτευση] α-πο-χέ-τευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. συλλογή λυμάτων και όμβριων υδάτων μέσω δικτύου αγωγών, τα οποία κατόπιν οδηγούνται σε εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού ή στη θάλασσα αντίστοιχα· συνεκδ. αποχετευτικό σύστημα: ~ ακαθάρτων. Αντλία/τέλη/Υπηρεσίες ~ης. Εταιρεία Υδρεύσεως και ~εύσεως Πρωτευούσης (ακρ. Ε.ΥΔ.Α.Π.).|| Βούλωσε η ~. Σωλήνες για ~εύσεις. Αποφρακτικό/συντήρηση ~εύσεων. Βλ. βόθρος, υπόνομος. 2. ΙΑΤΡ. απομάκρυνση υγρών ουσιών του οργανισμού: φλεβική ~. [< μτγν. ἀποχέτευσις]
6289αποχετευτικός, ή, ό [ἀποχετευτικός] α-πο-χε-τευ-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το αποχετευτικό σύστημα: ~ός: αγωγός. ~ό: δίκτυο/πρόβλημα. ~οί: σωλήνες. ~ές: (και υδραυλικές) εγκαταστάσεις. ~ά: έργα. 2. ΑΝΑΤ. που συντελεί στην απομάκρυνση υγρών ουσιών από τον οργανισμό: ~ή: γωνία (του ματιού)/μοίρα (του ουροποιητικού συστήματος)/οδός (του σπέρματος). ● ΣΥΜΠΛ.: αποχετευτικό (σύστημα): υπόγειο σύστημα σωληνώσεων και αγωγών για τη συλλογή λυμάτων, τα οποία οδηγούνται συνήθ. σε μονάδα βιολογικού καθαρισμού, και όμβριων υδάτων.
6290αποχετεύω[ἀποχετεύω] α-πο-χε-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {αποχέτευ-σε, κυρ. στο γ' πρόσ.} 1. απομακρύνω με φυσικούς ή τεχνητούς αγωγούς βρόχινα νερά ή οικιακά και βιομηχανικά λύματα: Τα λύματα των κτιρίων ~ονται στο δίκτυο ακαθάρτων. 2. ΑΝΑΤ. διοχετεύω υγρό από ένα σημείο του σώματος σε άλλο: Η λέμφος ~εται στους λεμφαδένες. [< αρχ. ἀποχετεύω]
6291απόχη[ἀπόχη] α-πό-χη ουσ. (θηλ.): όργανο για την παγίδευση μικρών ψαριών ή εντόμων που αποτελείται από δίχτυ στερεωμένο σε μεταλλικό στεφάνι με μακριά λαβή: τηλεσκοπική ~. Καλάμι και ~. Κυνήγι/ψάρεμα με ~. ● ΦΡ.: (πιάνω) στην απόχη (μτφ.): παγιδεύω, συλλαμβάνω: (Πιάστηκαν) ~ ~ της εφορίας. Πβ. πιάστηκε στ΄αγκίστρι/αγκίστρια., με την απόχη (μτφ.): για να δηλωθεί μάταιη συνήθ. αναζήτηση: Κυνηγάει τους πελάτες ~ ~ (: υπάρχει αναδουλειά). [< μεσν. απόχη]
6292αποχή[ἀποχή] α-πο-χή ουσ. (θηλ.) 1. {σπάν. στον πληθ.} άρνηση συμμετοχής σε διαδικασία, μη προσέλευση: αγοραστική/λευκή/μαζική/προειδοποιητική/συστηματική ~. Ποσοστό/ρεκόρ ~ής. ~ από τις εξετάσεις/την εργασία/τις κάλπες/τα μαθήματα. Οι υπάλληλοι αποφάσισαν/έκαναν/κήρυξαν ~. Προχώρησαν σε ~ από τα καθήκοντά τους. ~ διαμαρτυρίας/διαρκείας των ... (βλ. απεργία). (σε εκλογές) Ψηφίζω ~. Η ~ έφτασε το ... %. Βλ. ιδιώτευση. ΑΝΤ. συμμετοχή (1) 2. {χωρ. πληθ.} αποφυγή κυρ. της ικανοποίησης επιθυμίας: πλήρης ~ από τις απολαύσεις/χαρές της ζωές. ~ από το αλκοόλ/κρέας. Πβ. παραίτηση. Βλ. άσκηση, στέρηση. [< 1: γαλλ. abstention 2: μτγν. ἀποχή]
6293αποχιονισμός[ἀποχιονισμός] α-πο-χι-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): καθαρισμός δρόμου, περιοχής από μεγάλες ποσότητες χιονιού με ειδικά μηχανήματα: ~ του οδικού δικτύου/των πεζοδρομίων. Συνεργείο ~ού. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. εκχιονισμός [< γαλλ. déneigement, 1951]
6294αποχλωρίωση[ἀποχλωρίωση] α-πο-χλω-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. αφαίρεση υπολειμματικού χλωρίου από χλωριωμένο νερό ή λύματα, συνήθ. με φίλτρα ενεργού άνθρακα (ή διοξειδίου του θείου): χημική ~. Απολύμανση και ~ σε δημόσιες πισίνες. Βλ. απο-θείωση, -σιδήρωση. [< αγγλ. dechlorination, 1941]
6295αποχουντοποίηση[ἀποχουντοποίηση] α-πο-χου-ντο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εξυγίανση του κρατικού μηχανισμού ή και της δημόσιας ζωής από συνεργάτες της χούντας: ~ και εκδημοκρατισμός. Βλ. -ποίηση.
6296αποχρεμπτικός, ή, ό [ἀποχρεμπτικός] α-πο-χρε-μπτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βοηθά στην απόχρεμψη: ~ό: σιρόπι. Φυτά με ~ή δράση/~ές ιδιότητες. ● Ουσ.: αποχρεμπτικό (το): ΦΑΡΜΑΚ. ενν. φάρμακο, σκεύασμα: ~ά και αντιβηχικά/αντιβιοτικά. [< αρχ. ἀποχρεμπτικός, γαλλ. expectorant]
6297απόχρεμψη[ἀπόχρεμψη] α-πό-χρεμ-ψη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παραγωγή πτυέλων που προκαλείται κυρ. από βρογχίτιδα ή διάφορες λοιμώξεις του αναπνευστικού και αποβολή τους με τον βήχα· συνεκδ. πτύελα: προκλητή/χρόνια ~.|| Βλεννώδης/πυώδης ~. Πβ. πτύσμα, ροχάλα, φλέγμα. [< αρχ. ἀπόχρεμψις, γαλλ. expectoration]
6298αποχρέωση[ἀποχρέωση] α-πο-χρέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): διακοπή της χρέωσης ή απαλλαγή από χρέη: ~ του τηλεφωνικού λογαριασμού.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Ειδικό βιβλίο χρέωσης και ~ης όπλων. Το δανεισμένο υλικό επιστρέφεται στη Βιβλιοθήκη προς ~.|| ~ των δανειοληπτών.
6299αποχρωματίζω[ἀποχρωματίζω] α-πο-χρω-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {αποχρωμάτι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, αποχρωματίζ-οντας, αποχρωματι-σμένος} 1. αφαιρώ ή αλλάζω το χρώμα σε κάτι, συνήθ. με χημικές μεθόδους ή ως αρνητικό, παθολογικό σύμπτωμα: ~ ένα διάλυμα (με λεύκανση). Το κάπνισμα ~ει (= κιτρινίζει) τα δόντια. Αποχρωστικά που ~ουν την τρίχα. Δείγμα ~σμένο με άνθρακα. ~σμένα: μαλλιά (βλ. ντεκαπάζ). Πβ. ξασπρίζω, ξεβάφω, ξεθωριάζω. 2. (σπάν.-μτφ.) αναιρώ το ιδιαίτερο γνώρισμα που έχει δοθεί σε κάτι: κοινωνία πολιτικά ~σμένη. [< γαλλ. décolorer]
6300αποχρωματισμός[ἀποχρωματισμός] α-πο-χρω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποχρωματίζω: μερικός/ολικός ~. ~ του δέρματος (βλ. λευκοδερμία)/του τριχωτού (της κεφαλής, πβ. γκριζάρισμα). ~ ξύλου/υφασμάτων/φυλλώματος. ~ και λεύκανση των δοντιών. ~οί σε επιφάνειες/τοιχογραφίες. Πβ. ξάσπρισμα, ξέβαμμα, ξεθώριασμα. 2. (μτφ.) αποχαρακτηρισμός: ηθικός/θρησκευτικός/ιδεολογικός/πολιτικός ~. [< γαλλ. décoloration]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.