| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6303 | αποχρωστικός | , ή, ό [ἀποχρωστικός] α-πο-χρω-στι-κός επίθ.: που προκαλεί αποχρωματισμό: ~ό: διάλυμα/μέσο/υλικό. ~ές: (και καθαριστικές) γαίες. ● Ουσ.: αποχρωστικό (το): το αντίστοιχο προϊόν: ~ για την αφαίρεση βερνικιού/για την εξάλειψη των γκράφιτι. ~ά νυχιών (βλ. ασετόν). Πβ. ξεβαφτικό. [< γαλλ. décolorant] | |
| 6304 | απόχτημα | βλ. απόκτημα | |
| 6305 | απόχτηση | βλ. απόκτηση | |
| 6306 | αποχτώ | βλ. αποκτώ | |
| 6307 | αποχυμωτής | [ἀποχυμωτής] α-πο-χυ-μω-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή εξαγωγής χυμού, κυρ. από φρούτα και λαχανικά: ηλεκτρικός ~. ~ πορτοκαλιών. ~-πολτοποιητής/πολυμηχάνημα. ~ και μίξερ/μπλέντερ. Επαγγελματικοί/οικιακοί ~ές. Βλ. λεμονοστύφτης. [< αγγλ. juicer, 1938] | |
| 6308 | απόχυση | [ἀπόχυση] α-πό-χυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. μέθοδος διαχωρισμού στερεού και υγρού μείγματος, κατά την οποία το στερεό αφήνεται να κατασταλάξει στον πυθμένα του δοχείου: ~ μετάλλου. Απομάκρυνση διαλύματος με φυγοκέντρηση και ~. 2. (επιστ.) χύσιμο: ~ γάλακτος. Κίνδυνος ~ης (καυσίμων). Κρουνός ~ης (: σε δεξαμενή). [< 1: γαλλ. décantation 2: μτγν. ἀπόχυσις] | |
| 6309 | αποχώρηση | [ἀποχώρηση] α-πο-χώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. εκούσια απομάκρυνση από χώρο: επικείμενη/μαζική/μερική/σταδιακή ~. ~ από τη συνεδρίαση. Χρόνος δυνατής ~ης (: από γραπτή εξέταση). ~ της αντιπολίτευσης από την αίθουσα της Βουλής (: σε ένδειξη διαμαρτυρίας). Σχέδιο ~ης των στρατευμάτων. Πβ. έξοδος. 2. (μτφ.) εγκατάλειψη θέσης, αξιώματος: οικειοθελής/οριστική/προσωρινή/πρόωρη ~. ~ αθλητή (από ομάδα)/βουλευτή (από κόμμα)/Διευθυντή (από Υπηρεσία)/εργαζομένου (: παραίτηση)/ηγέτη (από την πολιτική)/τραγουδιστή (από συγκρότημα)/Υπουργού (από κυβέρνηση). ~ από την ενεργό δράση. Πβ. αποσκίρτηση, από-συρση, -σχιση. ● ΣΥΜΠΛ.: εθελουσία/εθελούσια έξοδος βλ. εθελούσιος [< 1: αρχ. ἀποχώρησις] | |
| 6310 | αποχωρητήριο | [ἀποχωρητήριο] α-πο-χω-ρη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ειδικός χώρος για ούρηση και αφόδευση· τουαλέτα: ~ πελατών/προσωπικού. Δημόσια/δημοτικά/κοινόχρηστα ~α. Βιομηχανικά/κινητά/χημικά ~α. Πβ. βεσέ, καμπινές, μέρος, μπάνιο. Βλ. ουρητήριο, -τήριο. [< ιταλ. ritirata] | |
| 6311 | αποχωρίζω | [ἀποχωρίζω] α-πο-χω-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αποχώρι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος, αποχωριζ-όμενος}: ξεχωρίζω, αποσυνδέω: ~ τα χρήσιμα από τα άχρηστα. Κομμάτι γης που ~στηκε (= αποκόπηκε, αποσπάστηκε) από τη στεριά. Πβ. αποκολλώ. ΑΝΤ. ενώνω (1) ● Παθ.: αποχωρίζομαι: αφήνω, εγκαταλείπω αγαπημένο συνήθ. πρόσωπο ή αντικείμενο: Δεν ~ονται στιγμή ο ένας τον άλλο (= είναι αχώριστοι). Δεν θέλω/δεν μπορώ να σε ~στώ. Αναγκάστηκε να ~στεί (πολύ νωρίς) την οικογένειά/τα παιδιά/την πατρίδα του. Ήρθε η ώρα να ~στούμε.|| Δεν ~εται λεπτό το κινητό του. [< αρχ. ἀποχωρίζω] | |
| 6312 | αποχωρισμός | [ἀποχωρισμός] α-πο-χω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. απομάκρυνση κάποιου από αγαπημένο συνήθ. πρόσωπο: δύσκολος ~. ~ μητέρας-βρέφους. ~ από τους γονείς/τον σύντροφο. ~ (και εγκατάλειψη) της οικογένειας/των φίλων. Η ώρα του ~ού. Δακρύβρεχτοι ~οί και αποχαιρετισμοί. Πβ. χωρισμός. 2. (σπάν.-λόγ.) αποσύνδεση στοιχείου από άλλο: ~ πετρωμάτων. Πβ. αποκόλληση, απόσπαση.|| Κρατικός ~. Πβ. απόσχιση. ● ΣΥΜΠΛ.: άγχος (του) αποχωρισμού: ΨΥΧΟΛ. ο φόβος των μικρών παιδιών πως θα χάσουν τη φροντίδα των γονιών και ιδ. της μητέρας τους. [< αγγλ. separation anxiety, 1943] [< μεσν. αποχωρισμός] | |
| 6313 | αποχωρώ | [ἀποχωρῶ] α-πο-χω-ρώ ρ. (αμτβ.) {αποχωρ-είς ... | αποχώρ-ησα, λόγ. μτχ. αποχωρήσας, αποχωρ-ώντας, -ών} (επίσ.) 1. απομακρύνομαι εκούσια από κάποιο χώρο, φεύγω: ~ από τη συζήτηση/τη συνεδρίαση. Ο βουλευτής ~ησε από την αίθουσα της Βουλής σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Τα στρατεύματα ~ησαν από την περιοχή. Ο παίκτης αναγκάστηκε να ~ήσει από τον αγώνα λόγω τραυματισμού. ~ώντας δήλωσε: ... ) Ο ~ών πρόεδρος. Πβ. απέρχομαι. ΑΝΤ. έρχομαι (1), φτάνω (1) 2. (μτφ.) εγκαταλείπω προσωρινά ή μόνιμα θέση, αξίωμα ή σύνολο στο οποίο ανήκω: ~ από την εργασία (πβ. παραιτούμαι, συνταξιοδοτούμαι). ~ησε από το ΔΣ/την εταιρεία. Πολιτικοί που ~ησαν από το κόμμα. Ανακοίνωσε την απόφασή του να ~ήσει (οικειοθελώς/οριστικά) από τη διοίκηση της ομάδας/την ενεργό δράση/την πολιτική/την προεδρία. (επίσ.) Τιμητική εκδήλωση για τα ~ήσαντα στελέχη της επιχείρησης. Πβ. αποσκιρτώ, αποσύρομαι, αποσχίζομαι. [< 1: αρχ. ἀποχωρῶ] | |
| 6314 | απόψε | [ἀπόψε] α-πό-ψε επίρρ. 1. (για κάτι μελλοντικό, +μελλ.) σήμερα το βράδυ: Πού θα διασκεδάσουμε ~; Θα βγεις ~; Το πάρτι/η συγκέντρωση θα γίνει ~. Τι θα κάνουμε ~;|| (επιτατ.) ~ τα μεσάνυχτα. 2. (για κάτι παρελθοντικό, + αόρ.) το περασμένο βράδυ: Έκανε κρύο ~. [< μεσν. απόψε] | |
| 6315 | άποψη | [ἄποψη] ά-πο-ψη ουσ. (θηλ.) 1. τρόπος αντίληψης θέματος, γεγονότος, κατάστασης· γνώμη, κρίση: αιρετική/ακραία/αμφιλεγόμενη/αντίθετη/αντικειμενική/δημόσια/διαμορφωμένη/διαφορετική/ενδιαφέρουσα/προσωπική/συνολική/σφαιρική/τεκμηριωμένη/υποκειμενική ~. Η επικρατέστερη/(επι)κρατούσα/κυρίαρχη ~. Αντικρουόμενες απόψεις. Διαμόρφωση/υιοθέτηση (μιας) ~ης. Έχω την ~ ότι ... (πβ. αίσθηση, εντύπωση). Εσύ δεν έχεις ~; Τι ~ έχεις για ...; Ποια είναι η ~ή σου για ...; Κείμενο με ~. Απόψεις (= ιδέες) για το σπίτι. Ανταλλαγή/αντιπαράθεση/ελευθερία/σύγκλιση/σύνθεση/ταύτιση απόψεων. Κατά μία ~/την ~ή μου ... Η ~ή (= θέση) μου είναι ότι ... Αν έτσι νομίζεις, ~ή σου! Είναι θέμα ~ης. Απορρίπτω/διατυπώνω/εκφέρω/επιβάλλω/κρίνω μια ~. Εμμένω σε μία ~. Έχω διαφορετική ~ (= διαφωνώ). Συμφωνώ με την ~ ότι ... Γράφω/εκφράζω/καταθέτω/λέω/υποστηρίζω την ~ή μου για ... 2. θεώρηση, σκοπιά, εκτίμηση: Έδωσε μια ολοκληρωμένη ~ της κατάστασης. Πβ. διάσταση, πλευρά. 3. θέα, εικόνα σημείου, τόπου από απόσταση: γενική/εξωτερική/εσωτερική/καθολική/μερική/πανοραμική ~ της πόλης. Πβ. ορίζοντας. 4. ΓΛΩΣΣ. ποιόν ενεργείας: ρηματική ~. ● απόψεις (οι): θέσεις, πεποιθήσεις: Ακούω/αποδέχομαι/ασπάζομαι/ενστερνίζομαι/συμμερίζομαι τις ~ κάποιου. Βασανίστηκε/διώχθηκε για τις ~ του. ● ΦΡ.: από κάθε άποψη & (λόγ.) από πάσης απόψεως: ως προς όλα τα σημεία, όλες τις διαστάσεις ενός πράγματος ή μιας κατάστασης: Η ταινία ήταν καταπληκτική ~ ~!, από την άποψη/από ... άποψη/από απόψεως & από άποψης: (για συγκεκριμένη οπτική γωνία) σχετικά με, με βάση: Βρίσκεται σε δυσμενή κατάσταση από την ~ της υγείας του. Από επιστημονική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική/φιλοσοφική ~ (: σκοπιά). Από αυτή την/από μια ~ έχεις δίκιο, από την άλλη όμως ... Είναι σωστό από πολλές απόψεις. Είναι τέλειο από κάθε ~/(λόγ.) από πάσης απόψεως (ΣΥΝ. σε κάθε περίπτωση). Σημαντικά θέματα από απόψεως επικαιρότητας. [< γαλλ. du point de vue de ...] , είμαι της άποψης & (λόγ.) της απόψεως: υποστηρίζω την άποψη, θεωρώ, πιστεύω, νομίζω: ~ ~ ότι με την προσπάθεια πετυχαίνεις πολλά πράγματα.|| Και εγώ είμαι αυτής της ~ (= συμφωνώ). [< γαλλ. je suis d'avis] [< αρχ. ἄποψις ‘το να κοιτάζει κανείς από μακριά, θέα’, γαλλ. point de vue] | |
| 6316 | αποψιλώνω | [ἀποψιλώνω] α-πο-ψι-λώ-νω ρ. (μτβ.) {αποψίλω-σε, -θηκε, -μένος, αποψιλών-οντας, συνήθ. στο γ΄πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. κόβω ή συνήθ. καταστρέφω κάθε είδους βλάστηση σε μια περιοχή: Ειδικό συνεργείο ~σε τα κλαδιά των δέντρων. ~θηκαν τα χόρτα.|| Το μέρος ~θηκε από την πυρκαγιά. ~μένες: εκτάσεις. Πβ. απογυμνώνω, εκχερσώνω. 2. (μτφ.) αφαιρώ εξουσία, αρμοδιότητες· (κυρ.-κατ' επέκτ.) αποδυναμώνω: Ο τόπος ~θηκε (= ερήμωσε) πληθυσμιακά λόγω της μετανάστευσης. Η ύπαιθρος ~εται από κεφάλαια και ανθρώπους. [< αρχ. ἀποψιλῶ] | |
| 6317 | αποψίλωση | [ἀποψίλωση] α-πο-ψί-λω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. καθαρισμός και κυρ. καταστροφή της βλάστησης σε ορισμένη έκταση: συστηματική ~. ~ δασών (πβ. αποδάσωση)/χόρτων (= κοπή). ~ και εκχέρσωση. Εκτεταμένες/μαζικές ~ώσεις σε προστατευμένους βιότοπους. Διάβρωση του εδάφους/πλημμύρες λόγω των ~ώσεων. 2. (μτφ.) στέρηση· κατ' επέκτ. αποδυνάμωση: ~ των αρμοδιοτήτων του ...|| Δημογραφική/πληθυσμιακή ~. Πβ. απογύμνωση, ερήμωση. [< μτγν. ἀποψίλωσις ‘απογύμνωση’] | |
| 6318 | αποψιλωτικός | , ή, ό [ἀποψιλωτικός] α-πο-ψι-λω-τι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που σχετίζεται με την αποψίλωση: ~ή: υλοτομία.|| (ως ουσ.) ~ά (ενν. εργαλεία). | |
| 6319 | αποψινός | , ή, ό [ἀποψινός] α-πο-ψι-νός επίθ.: που πρόκειται να συμβεί, συμβαίνει ή συνέβη το βράδυ της συγκεκριμένης ημέρας: Κρίσιμος ο ~ αγώνας. Η ~ή αναμέτρηση/εκδήλωση/συνάντηση. Ενόψει της ~ής συγκέντρωσης ... Στην ~ή ομιλία του υποστήριξε ότι ... Οι ~οί προσκεκλημένοι της εκπομπής.|| (προφ. ως ουσ.) Τι ήταν κι αυτό το ~ό; ΑΝΤ. χθεσινός (1) | |
| 6320 | απόψυξη | [ἀπόψυξη] α-πό-ψυ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία απομάκρυνσης πάγου που σχηματίστηκε σε ψυκτικό μηχανισμό, συνήθ. ύστερα από διακοπή της λειτουργίας του: αυτόματη ~ στη συντήρηση. Χειροκίνητη ~. Κάνω ~ (στο ψυγείο). Καταψύκτης που δεν χρειάζεται ~. ΑΝΤ. πάγωμα (1), ψύξη (1) 2. ξεπάγωμα συνήθ. κατεψυγμένων προϊόντων: μερική/ταχεία ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ γονιμοποιημένων ωαρίων/σπέρματος. ΑΝΤ. κατάψυξη (2) 3. ΦΥΣ. ψύξη υλικού, που συνήθ. έχει υποστεί τήξη: ~ του κράματος/χάλυβα. [< αρχ. ἀπόψυξις 'ψύξη', γαλλ. décongélation, αγγλ. defrosting] | |
| 6321 | αποψύχω | [ἀποψύχω] α-πο-ψύ-χω ρ. {απέψυ-ξα κ. απόψυξα, αποψύ-ξει, -χθηκε, -χθεί, -γμένος} (επίσ.): ξεπαγώνω συνήθ. κατεψυγμένο προϊόν: ~ πλήρως κρέατα/ψάρια, πριν μαγειρευτούν. ~γμένος: αρακάς.|| (ΙΑΤΡ.) Ωάρια που ~ονται και γονιμοποιούνται. ΑΝΤ. καταψύχω [< αρχ. ἀποψύχω 'λιποθυμώ, ξεψυχώ', γαλλ. décongeler, 1907, αγγλ. defrost] | |
| 6322 | απραγία | [ἀπραγία] α-πρα-γί-α ουσ. (θηλ.): απραξία. [< μτγν. ἀπραγία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ