Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7240-7260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6323απραγματοποίητος, η, ο [ἀπραγματοποίητος] α-πραγ-μα-το-ποί-η-τος επίθ.: που δεν έχει ή δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα: ~ος: πόθος. ~η: επιθυμία. ~ο: ταξίδι. ~ες: υποσχέσεις. ~α: σχέδια. Στόχοι που παραμένουν ~οι (= ανεπίτευκτοι, πβ. άπιαστος). ΑΝΤ. πραγματοποιημένος, πραγματοποιήσιμος.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~α: κέρδη (: που υπάρχουν αλλά δεν φαίνονται ακόμα σε συναλλαγή).|| (ως ουσ.) Όνειρα που βρίσκονται στη σφαίρα του ~ου. Πβ. ακατόρθωτος, ανεκπλήρωτος, ανέφικτος, ανικανοποίητος. Βλ. ουτοπικός. [< γαλλ. irréalisé, irréalisable]
6324απράγμων, ων, ον [ἀπράγμων] α-πράγ-μων επίθ. {απράγμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα} (αρχαιοπρ.): άπρακτος. ΑΝΤ. δραστήριος, πολυπράγμων (1) [< αρχ. ἀπράγμων]
6325άπραγος, η, ο [ἄπραγος] ά-πρα-γος επίθ. 1. άπρακτος, αδρανής. 2. (σπάν.-λογοτ.) άμαθος, άπειρος: ~ο και άβγαλτο παιδί. ΑΝΤ. έμπειρος. [< μτγν. ἄπραγος ‘αργόσχολος, φυγόπονος’]
6326Άπραγος

, η, ο [ἄπρακτος] ά-πρα-κτος επίθ. & άπραχτος 1. (για πρόσ.) που δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει τον σκοπό του: Οι ληστές έφυγαν ~οι. ΣΥΝ. άπραγος (1) 2. που χαρακτηρίζεται από αδράνεια, δεν δραστηριοποιείται: Μένει ~ (απέναντι) στο πρόβλημα. ΣΥΝ. αδρανής, απράγμων. ΑΝΤ. δραστήριος.|| (ΝΟΜ.) ~η παρέλευση προθεσμίας. ● επίρρ.: άπρακτα & (λόγ.) απράκτως: χωρίς να γίνει τίποτα: παρήλθαν/πέρασαν δυο χρόνια ~. [< αρχ. ἄπρακτος]

6327απραξία[ἀπραξία] α-πρα-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. απουσία δραστηριοποίησης: διοικητική/επενδυτική/πολιτική ~. ~ ως προς τη λήψη μέτρων. Αγωνιστική ~ λόγω διακοπής του πρωταθλήματος. Πλήρης ~ στην αγορά ακινήτων (πβ. δυσπραγία). Βρίσκομαι/είμαι σε ~. Βγαίνω από την ~. Πβ. ραθυμία, ραστώνη. ΣΥΝ. αδράνεια (1), ακινησία (2), απραγία 2. ΙΑΤΡ. νευρολογική διαταραχή, αδυναμία εκτέλεσης συντονισμένων κινήσεων: κινητική/μυϊκή ~. ~ βάδισης. ~ και δυσαρθρία. Βλ. δυσπραξία. [< 1: αρχ. ἀπραξία 2: γαλλ. apraxie, 1906, αγγλ. apraxia]
6328απρέπεια[ἀπρέπεια] α-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): απρεπής συμπεριφορά, πράξη ή λόγος: κοινωνική/πολιτική ~. ~ και ασέβεια προς το πρόσωπο του ... ~ απέναντι στους θεσμούς/σε βάρος των άλλων. Σκληρή κριτική που αγγίζει τα όρια της ~ας.|| Φραστικές ~ες. ~ες και ύβρεις. Ήταν ~ εκ μέρους του να ... (= αγένεια, χοντράδα). ΣΥΝ. ακοσμία ΑΝΤ. ευπρέπεια [< αρχ. ἀπρέπεια]
6329απρεπής, ής, ές [ἀπρεπής] α-πρε-πής επίθ. {απρεπέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από έλλειψη καλών τρόπων: ~ής: διαγωγή/στάση/χειρονομία (= άσεμνη). ~είς: χαρακτηρισμοί. ~είς: εκφράσεις/σκέψεις. ~ή: σχόλια. ~ή και υβριστικά/χυδαία λόγια. ~ατη και προσβλητική συµπεριφορά. Είναι ~ές να ... Πβ. αγενής, άκοσμος, ανάγωγος, σόλοικος. Βλ. -πρεπής. ΣΥΝ. ανάρμοστος ΑΝΤ. ευπρεπής (1) ● επίρρ.: απρεπώς [-ῶς] & (προφ.) άπρεπα [< αρχ. ἀπρεπής]
6330απριλιανός, ή, ό [ἀπριλιανός] α-πρι-λι-α-νός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967: ~ή: δικτατορία/χούντα. ● Ουσ.: Απριλιανά (τα): τα αντίστοιχα γεγονότα. Βλ. Δεκεμβριανά., Απριλιανοί (οι): στρατιωτικοί που αναμείχθηκαν σε αυτό το καθεστώς.
6331απριλιάτικος, η, ο [ἀπριλιάτικος] α-πρι-λιά-τι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με ή γίνεται τον Απρίλιο. Βλ. ανοιξιάτικος.|| ~ο: ψέμα (= πρωταπριλιάτικο). Βλ. -ιάτικος. ● επίρρ.: απριλιάτικα
6332Απρίλιος[Ἀπρίλιος] Α-πρί-λι-ος ουσ. (αρσ.) {-ίου (λαϊκό) -ιού} & (προφ.) Απρίλης: ο τέταρτος μήνας του χρόνου και ο δεύτερος της άνοιξης: Πρώτη ~ίου (= πρωταπριλιά). [< μτγν. Ἀπρίλιος]
6333απριόρι[ἀπριόρι] α-πρι-ό-ρι επίρρ. & α πριόρι (επιστ.): εκ των προτέρων: ~ δεδομένο. Δέχομαι ~ ότι ... (= χωρίς αποδείξεις).|| (ΦΙΛΟΣ. ως επίθ.) ~ γνώσεις (: οι οποίες στηρίζονται στη λογική και όχι στην εμπειρία). ΑΝΤ. αποστεριόρι, εκ των υστέρων [< λατ. a priori]
6334απρόβλεπτος, η, ο [ἀπρόβλεπτος] α-πρό-βλε-πτος επίθ.: που δεν μπορεί κάποιος να προβλέψει την εμφάνιση, την εξέλιξη ή τις κινήσεις του: ~ος: καιρός. ~η: κατάσταση/πορεία (της πανδημίας)/συμπεριφορά. ~ο: αποτέλεσμα/τέλος. ~οι: παράγοντες (= αστάθμητοι). ~ες: εξελίξεις/μεταβολές/περιπτώσεις/συνέπειες. ~α: εμπόδια/φαινόμενα. Κίνδυνοι ~οι και αναπάντεχοι. Επείγουσες και ~ες ανάγκες. ~α και αιφνίδια γεγονότα (πβ. τυχαίος). Ενεργεί με ~ο τρόπο. Η υπόθεση πήρε ~η τροπή. Πβ. απρόοπτος, απροσδόκητος, απρόσμενος, ξαφνικός.|| (για πρόσ.) ~ος: χαρακτήρας. Ανατρεπτικός και ~. Είναι ~ άνθρωπος! ΑΝΤ. προβλέψιμος ● απρόβλεπτα (τα): έξοδα/εργασίες και ~ (: για δαπάνες). Τα ~ της ζωής (: για γεγονότα, καταστάσεις). ● επίρρ.: απρόβλεπτα [< γαλλ. imprévu]
6335απροβλημάτιστος, η, ο [ἀπροβλημάτιστος] α-προ-βλη-μά-τι-στος επίθ. 1. (για πρόσ.) που δεν προβληματίζεται (για κάτι): κοινωνικά/πολιτικά ~. Άβουλος/απαθής και ~. 2. που δεν εμφανίζει, παρουσιάζει, δημιουργεί προβλήματα: ~η: επικοινωνία/κυκλοφορία (οχημάτων/πεζών)/οδήγηση/συμβίωση/σύνδεση. Ανεμπόδιστη/γρήγορη/εύκολη και ~η εγκατάσταση (μηχανής). Μοντέλο που εγγυάται πολλά χρόνια ~ης λειτουργίας. ~ο και ήρεμο/ξεκούραστο σαββατοκύριακο (: απερίσπαστο, χωρίς έγνοιες). ~ες και ασφαλείς διαδρομές. ΑΝΤ. προβληματικός 3. (αρνητ. συνυποδ.) που δεν είναι αποτέλεσμα προβληματισμού: ~ες: αποφάσεις/δηλώσεις. Πβ. αβασάνιστος. ● επίρρ.: απροβλημάτιστα
6336απρογραμμάτιστος, η, ο [ἀπρογραμμάτιστος] α-προ-γραμ-μά-τι-στος επίθ. 1. που δεν έχει προγραμματιστεί, που γίνεται τυχαία, ξαφνικά: ~η: ανάπτυξη/(και ανεπιθύμητη) εγκυμοσύνη/επίσκεψη/συνάντηση. ~ο: μάθημα/ταξίδι. ~ες: διακοπές. ~α: (και απρόοπτα/έκτακτα) γεγονότα/έξοδα. Πβ. απρο-ειδοποίητος, -σχεδίαστος. ΑΝΤ. προγραμματισμένος (1) 2. χωρίς πρόγραμμα, ανοργάνωτος: ~η και αλόγιστη δόμηση. Λειτουργεί κατά τρόπο επιπόλαιο και ~ο. ΑΝΤ. οργανωμένος (3) ● επίρρ.: απρογραμμάτιστα
6337απροειδοποίητος, η, ο [ἀπροειδοποίητος] α-προ-ει-δο-ποί-η-τος επίθ. 1. που συμβαίνει αιφνιδιαστικά, χωρίς προειδοποίηση: ~ος: έλεγχος. ~η: διακοπή (ρεύματος)/επίσκεψη/έφοδος. ~ο: διαγώνισμα. ~ες: αλλαγές. Πβ. απρογραμμάτιστος, απροσχεδίαστος, ξαφνικός. ΑΝΤ. αναμενόμενος 2. (σπάν. για πρόσ.) απληροφόρητος, ανενημέρωτος. ● επίρρ.: απροειδοποίητα
6338απροετοίμαστος, η, ο [ἀπροετοίμαστος] α-προ-ε-τοί-μα-στος επίθ.: που δεν έχει προετοιμαστεί κατάλληλα για κάτι: ~η: ομάδα. Ήμουν εντελώς ~ να αντιμετωπίσω την κατάσταση. Πιάστηκε ~ (πβ. αδιάβαστος)! Το ερώτημα με βρήκε ~ο. ΣΥΝ. ανέτοιμος ΑΝΤ. έτοιμος (1) ● επίρρ.: απροετοίμαστα
6339απρόθετος, η, ο [ἀπρόθετος] α-πρό-θε-τος επίθ. 1. ΓΡΑΜΜ. που δεν συνοδεύεται από πρόθεση: ~α: ρήματα.|| (στα Λατινικά) ~η: αιτιατική/αφαιρετική/γενική. ΑΝΤ. εμπρόθετος (1) 2. (σπάν.-λόγ.) που εκδηλώνεται χωρίς πρόθεση: ~η: ενέργεια. ~ες: συνέπειες. [< 2: αγγλ. unintentional]
6340απροθυμία[ἀπροθυμία] α-προ-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη προθυμίας (για κάτι): γενική/έκδηλη ~ συμμετοχής σε .../συνεργασίας. ~ για εργασία/μελέτη. Δείχνει (σχετική) ~ να ... ΑΝΤ. ζήλος [< μτγν. ἀπροθυμία]
6341απρόθυμος, η, ο [ἀπρόθυμος] α-πρό-θυ-μος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από απροθυμία: ~ να συζητήσει/συνεργαστεί. ~ για αλλαγές. Πβ. ανόρεχτος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: στάση/συναίνεση. ΑΝΤ. πρόθυμος ● επίρρ.: απρόθυμα [< αρχ. ἀπρόθυμος]
6342απροκάλυπτος, η, ο [ἀπροκάλυπτος] α-προ-κά-λυ-πτος επίθ.: που εκδηλώνεται φανερά, χωρίς προσπάθεια απόκρυψης: ~ος: εκβιασμός/εμπαιγμός/κυνισμός. ~η: βία/εχθρότητα/ομολογία/παραβίαση (π.χ. του νόμου)/πρόκληση/στήριξη. ~ες: απειλές/επιθέσεις. ~α: ψέματα. Ωμή και ~η επέμβαση μιας χώρας στις εσωτερικές υποθέσεις μιας άλλης. Πβ. απροσχημάτιστος, απροφάσιστος.|| (σπάν. για πρόσ.) ~οι: εχθροί. ΑΝΤ. συγκαλυμμένος ● επίρρ.: απροκάλυπτα [< αρχ. επίρρ. ἀπροκαλύπτως]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.