| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6343 | απροκατάληπτος | , η, ο [ἀπροκατάληπτος] α-προ-κα-τά-λη-πτος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει ή δεν χαρακτηρίζεται από προκαταλήψεις: ~ος: αναγνώστης.|| (κατ' επέκτ.) ~ος: διάλογος. ~η: προσέγγιση/στάση/συζήτηση. ~ο: πνεύμα. Πβ. αδογμάτιστος, αντικειμενικός. ΣΥΝ. αμερόληπτος ΑΝΤ. προκατειλημμένος ● επίρρ.: απροκατάληπτα [< γαλλ. impartial] | |
| 6344 | απρόκλητος | , η, ο [ἀπρόκλητος] α-πρό-κλη-τος επίθ.: που συμβαίνει χωρίς να έχει προηγηθεί πρόκληση, αφορμή: ~η: βία/εξύβριση/επίθεση.|| (ΝΟΜ.) ~η: σωματική βλάβη/φθορά ξένης ιδιοκτησίας. ● επίρρ.: απρόκλητα & (λόγ.) -ήτως | |
| 6345 | απρομελέτητος | , η, ο [ἀπρομελέτητος] α-προ-με-λέ-τη-τος επίθ.: που δεν έχει προετοιμαστεί ή προσχεδιαστεί: ~ος: φόνος. Αυθόρμητες/τυχαίες και ~ες ενέργειες. Πβ. απροσχεδίαστος. ΑΝΤ. προμελετημένος ● επίρρ.: απρομελέτητα | |
| 6346 | απρονοησία | [ἀπρονοησία] α-προ-νο-η-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη προνοητικότητας· συνεκδ. η αντίστοιχη πράξη: ~ των αρμοδίων. Είχε την ~ να ... Πβ. αμυαλιά, απερισκεψία, αφροσύνη, επιπολαιότητα.|| Είναι ~ να ... ΑΝΤ. προνοητικότητα [< μτγν. ἀπρονοησία] | |
| 6347 | απρόοπτος | , η, ο [ἀπρόοπτος] α-πρό-ο-πτος επίθ.: που συμβαίνει ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση και προκαλεί έκπληξη: ~ος: θάνατος (= αιφνίδιος)/τραυματισμός. ~η: εξέλιξη/συνάντηση. ~ες: καταστάσεις. ~α: περιστατικά. Η υπόθεση πήρε ~η τροπή. ΣΥΝ. αναπάντεχος, απρόβλεπτος, απροσδόκητος, απρόσμενος ΑΝΤ. προβλέψιμος ● Ουσ.: απρόοπτο (το): καθετί που δεν το περιμένει κανείς: Εναλλακτική λύση σε περίπτωση ~όπτου. Εκδρομή χωρίς ~α και εκπλήξεις. ● επίρρ.: απρόοπτα & (λόγ.) -όπτως ● ΦΡ.: εξ απροόπτου (λόγ.) & προ απροόπτου: για ξαφνικό, συνήθ. δυσάρεστο συμβάν: Μας κατέλαβε εξ ~. Πρόβλημα που εμφανίστηκε εξ ~.|| Βρεθήκαμε/πιαστήκαμε προ ~ (πβ. εξαπίνης)., εκτός απροόπτου βλ. εκτός [< αρχ. ἀπρόοπτος] | |
| 6348 | απροπό | [ἀπροπό] α-προ-πό επίρρ. & α προπό (προφ.): (παρενθετικά στον λόγο) με την ευκαιρία: ~, ήξερες ότι ... ; Πβ. παρεμπιπτόντως. [< γαλλ. à-propos] | |
| 6349 | απροπόνητος | , η, ο [ἀπροπόνητος] α-προ-πό-νη-τος επίθ.: (συνήθ. για αθλητή ή ομάδα) που δεν έχει προπονηθεί: ~ος: παίκτης. Πβ. αγύμναστος. Βλ. ντεφορμέ. ΑΝΤ. προπονημένος. | |
| 6350 | απροσανατόλιστος | , η, ο [ἀπροσανατόλιστος] α-προ-σα-να-τό-λι-στος επίθ. ΑΝΤ. προσανατολισμένος 1. (μτφ.) που δεν έχει συγκεκριμένο στόχο: Μπερδεμένος και ~ μέσα στον κυκεώνα των πληροφοριών. Πελαγοδρομούν ~οι. 2. που δυσκολεύεται να προσανατολιστεί στον χώρο. | |
| 6351 | απροσάρμοστος | , η, ο [ἀπροσάρμοστος] α-προ-σάρ-μο-στος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από αδυναμία ή απροθυμία προσαρμογής στο περιβάλλον και τις κοινωνικές συνθήκες: ~η: συμπεριφορά. ~ στην πραγματικότητα. Αντιδραστικός/ασυμβίβαστος και ~. ~α και περιθωριακά άτομα. Βλ. αντικοινωνικός, δυσπροσάρμοστος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του χαρακτήρα του. ΑΝΤ. προσαρμόσιμος, προσαρμοστικός ● επίρρ.: απροσάρμοστα ● ΣΥΜΠΛ.: απροσάρμοστο (παιδί): ΨΥΧΟΛ. που εμφανίζει διανοητική υστέρηση ή συναισθηματικές διαταραχές που το καθιστούν ανίκανο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της κοινωνικής ζωής: Ίδρυμα Προστασίας ~ων Παιδιών/Παίδων (πβ. Α.με.Α.). [< μεσν. απροσάρμοστος 'ανάρμοστος', γαλλ. inadapté] | |
| 6352 | απρόσβλητος | , η, ο [ἀπρόσβλητος] α-πρό-σβλη-τος επίθ. ΑΝΤ. προσβεβλημένος 1. που δεν έχει ή δεν μπορεί να δεχτεί επίθεση και γενικότ. να επηρεαστεί: Χώρα ~η από εχθρούς.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της περιοχής.|| (μτφ.) ~ από το άγχος/την κριτική. Εμβόλιο που καθιστά τον οργανισμό ~ο από το μικρόβιο. Σύστημα ~ο από ιούς/χάκερς. Θερμομονωτικά υλικά ~α από την υγρασία (πβ. αδιάβρωτος). Πβ. άθικτος, ανέγγιχτος, ανέπαφος, ανθεκτικός, άτρωτος. ΑΝΤ. ευπρόσβλητος (1) 2. ΝΟΜ. που δεν μπορεί να προσβληθεί: ~η: απόφαση/πράξη. [< μτγν. ἀπρόσβλητος] | |
| 6353 | απροσδιοριστία | [ἀπροσδιοριστία] α-προσ-δι-ο-ρι-στί-α ουσ. (θηλ.): το να μην προσδιορίζεται κάτι με ακρίβεια: ιδεολογική ~. ~ προβλέψεων/τιμών. ~ του νοήματος. Πβ. αοριστία, ασάφεια. ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή της απροσδιοριστίας/της αβεβαιότητας: ΦΥΣ. θεμελιώδης αρχή της σύγχρονης φυσικής σύμφωνα με την οποία είναι αδύνατος ο ταυτόχρονος ακριβής προσδιορισμός της θέσης και της ορμής ενός υποατομικού σωματιδίου. [< αγγλ. indeterminacy principle, περ. 1928, uncertainty principle, 1929] [< γαλλ. indétermination] | |
| 6354 | απροσδιόριστος | , η, ο [ἀπροσδιόριστος] α-προσ-δι-ό-ρι-στος επίθ. {(λόγ. γεν.) απροσδιορίστου} ΑΝΤ. προσδιορισμένος: που δεν έχει ή δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί: ~ος: αριθμός/φόβος/χρόνος. ~η: απειλή/γοητεία/διάρκεια/δύναμη/έλξη/ημερομηνία. ~ο: βάθος/κόστος/ποσό/πρόβλημα/σχήμα. ~οι: παράγοντες (= αστάθμητοι). ~ες: έννοιες/συνέπειες. ~α: όρια/συναισθήματα. Φαγητό που αφήνει μια ~η γεύση στο στόμα. Κάτι ~ο πλανάται στην ατμόσφαιρα. Το μέλλον διαγράφεται ζοφερό και ~ο. Ξαφνική επίθεση για ~ους λόγους. ΣΥΝ. ακαθόριστος, αόριστος (1) ΑΝΤ. καθορισμένος, ορισμένος (1), συγκεκριμένος (1) ● Ουσ.: απροσδιόριστο (το): απροσδιοριστία: το ~ των προθέσεων του. ● επίρρ.: απροσδιόριστα & (λόγ.) -ίστως ● ΣΥΜΠΛ.: απροσδιόριστες μορφες βλ. μορφή, απροσδιόριστης/ακαθόριστης ηλικίας βλ. ηλικία [< μτγν. ἀπροσδιόριστος, γαλλ. indéterminé] | |
| 6355 | απροσδόκητος | , η, ο [ἀπροσδόκητος] α-προσ-δό-κη-τος επίθ.: που συμβαίνει χωρίς να τον περιμένει κάποιος: ~ος: θάνατος/χαμός. ~η: απώλεια/είδηση/εμφάνιση/επιτυχία/ευκαιρία/συνάντηση. ~ο: αποτέλεσμα/εύρημα/συμβάν/τέλος. ~ες: αλλαγές/δαπάνες/εξελίξεις. ~α: γεγονότα. Συνέβη κάτι το εντελώς ~ο (και απρόβλεπτο)!|| (για πρόσ.) ~ος: επισκέπτης.|| (ως ουσ.) Τα ~α της ζωής. ΣΥΝ. αιφνίδιος, αναπάντεχος, απρόοπτος, απρόσμενος, ξαφνικός ● επίρρ.: απροσδόκητα & (λόγ.) -ήτως [< αρχ. ἀπροσδόκητος] | |
| 6356 | απρόσεκτος | , η, ο [ἀπρόσεκτος] α-πρό-σε-κτος επίθ. & απρόσεχτος 1. (για πρόσ.) που δεν προσέχει, κυρ. λόγω έλλειψης συγκέντρωσης ή αδυναμίας άμεσης αντίληψης: ~ος: υπάλληλος. ~οι: μαθητές (: αφηρημένοι). ~ στις κινήσεις του (πβ. άτσαλος). Πυρκαγιά που προκλήθηκε από τσιγάρο ~ου περαστικού. Πβ. αμελής.|| (ως ουσ.) Ειδική σήμανση για τους ~ους (ενν. οδηγούς). ΑΝΤ. προσεκτικός (1) 2. που γίνεται χωρίς προσοχή: ~ος: χειρισμός. ~η: ανάγνωση/οδήγηση/συμπεριφορά/χρήση. Μην κάνεις ~ες και βιαστικές ενέργειες! Πβ. απερίσκεπτος, αστόχαστος, επιπόλαιος. ● επίρρ.: απρόσεκτα [< μεσν. απρόσεκτος] | |
| 6357 | απροσεξία | [ἀπροσεξία] α-προ-σε-ξί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη προσοχής και (συνεκδ. στον πληθ.) σφάλμα που απορρέει από αυτή: ανθρώπινη ~. Αδεξιότητα/αμέλεια και ~. Η ~ κάποιων οδηγών. Σε μια στιγμή ~ας ... Λάθη από ~ (πβ. αβλεψία, αφηρημάδα, παραδρομή). Ζημιές που οφείλονται σε ~. Πβ. απερισκεψία, επιπολαιότητα.|| Κάνει πολλές/συνέχεια ~ες. Εργασία γεμάτη ~ες και παραλείψεις/παροράματα. ΑΝΤ. προσοχή (1) ● ΣΥΜΠΛ.: τύφλωση απροσεξίας βλ. τύφλωση [< μτγν. ἀπροσεξία] | |
| 6358 | απρόσιτος | , η, ο [ἀπρόσιτος] α-πρό-σι-τος επίθ. ΑΝΤ. προσιτός 1. (μτφ.) που δεν μπορεί κάποιος να τον προσεγγίσει: (για πρόσ., συνήθ. εξαιτίας του αντικοινωνικού ή υπεροπτικού χαρακτήρα του) ~οι: καθηγητές.|| (κατ' επέκτ.) ~ος: χαρακτήρας. Πβ. απλησίαστος, απόμακρος. ΑΝΤ. συνεργάσιμος, φιλικός.|| (για πράγμα που δύσκολα μπορεί να το δει κάποιος, επειδή φυλάσσεται καλά ή επειδή δεν είναι διαθέσιμο στο κοινό) ~ο: υλικό. ~ες: πληροφορίες. ~α: χειρόγραφα. ΑΝΤ. ευπρόσιτος. 2. (για τόπο) που είναι δύσκολο να τον πλησιάσει κάποιος εξαιτίας της θέσης ή της μορφολογίας του εδάφους: ~ο: βουνό/φαράγγι. ~ες: (βραχώδεις) ακτές/παραλίες. ~α: σημεία/(ορεινά) χωριά.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της περιοχής. Πβ. απροσπέλαστος, δύσβατος, δυσπρόσιτος. 3. (μτφ.) για κάτι που είναι αδύνατο να το καταλάβει κάποιος: ~ο: κείμενο. Έννοιες/ιδέες ~ες και ακατάληπτες/δυσνόητες για τον απλό άνθρωπο. ΑΝΤ. ευκολονόητος, κατανοητός.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο ~ος Θεός. 4. που είναι αδύνατο να υλοποιηθεί ή να αποκτηθεί: ~οι: στόχοι (= ανεκπλήρωτοι). ~ες: λύσεις (= ανεφάρμοστες). ~α: όνειρα (: άφθαστα).|| (κατ' επέκτ.) ~ες: τιμές (= απαγορευτικές). ~α: σπίτια (= απλησίαστα, πανάκριβα). [< μτγν. ἀπρόσιτος, γαλλ. inaccessible] | |
| 6359 | απροσκάλεστος | , η, ο [ἀπροσκάλεστος] α-προ-σκά-λε-στος επίθ. (προφ.): (για πρόσ.) απρόσκλητος. ● επίρρ.: απροσκάλεστα | |
| 6360 | απρόσκλητος | , η, ο [ἀπρόσκλητος] α-πρό-σκλη-τος επίθ.: που δεν έχει προσκληθεί ή δεν είναι ευπρόσδεκτος· κατ' επέκτ. ανεπιθύμητος: ~ος: επισκέπτης. ~η: παρουσία. Ήρθε στο σπίτι ~. ΣΥΝ. ακάλεστος, απροσκάλεστος, αυτόκλητος ΑΝΤ. καλεσμένος ● επίρρ.: απρόσκλητα [< αρχ. ἀπρόσκλητος] | |
| 6361 | απρόσκοπτος | , η, ο [ἀπρόσκοπτος] α-πρό-σκο-πτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που πραγματοποιείται χωρίς εμπόδια, δυσκολίες: ~η: διεξαγωγή (εξετάσεων)/επικοινωνία/θέα/κυκλοφορία/λειτουργία/ροή/συνεργασία/συνέχιση (του προγράμματος)/χρηματοδότηση. Ελεύθερος και ~ ανταγωνισμός. ~η και έγκυρη ενημέρωση. Πβ. α(δια)κώλυτος, ομαλός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: πρόσβαση (στο διαδίκτυο).|| Συνεχίζουν ~οι το έργο τους.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της εκλογικής διαδικασίας. ΣΥΝ. ανεμπόδιστος ● επίρρ.: απρόσκοπτα & (σπάν.-λόγ.) -όπτως [< μτγν. ἀπρόσκοπτος] | |
| 6362 | απροσκύνητος | , η, ο [ἀπροσκύνητος] α-προ-σκύ-νη-τος επίθ. (λογοτ.): που δεν υποτάσσεται σε ξένη εξουσία: ~οι και αλύγιστοι/ανυποχώρητοι. Πβ. αδούλωτος, ανυπότακτος.|| (κατ' επέκτ.-μτφ.) Γενναίο και ~ο φρόνημα. [< μτγν. ἀπροσκύνητος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ