Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7280-7300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6363απρόσμενος, η, ο [ἀπρόσμενος] α-πρό-σμε-νος επίθ.: που γίνεται ή εμφανίζεται ξαφνικά, χωρίς να τον περιμένει κανείς: ~ος: επισκέπτης/έρωτας/θάνατος (= αιφνίδιος). ~η: ανακάλυψη/επιτυχία/ήττα/κίνηση/στροφή (: αλλαγή στάσης)/(ανα)τροπή. ~ο: αποτέλεσμα/γεγονός/δώρο/τέλος. ~ες: διαστάσεις/εξελίξεις/συνέπειες. ~α: κέρδη.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του αύριο/της ταινίας/της υπόθεσης. ΣΥΝ. αναπάντεχος, απρόοπτος, απροσδόκητος, ξαφνικός, ουρανοκατέβατος ● επίρρ.: απρόσμενα
6364απροσμέτρητος, η, ο [ἀπροσμέτρητος] α-προ-σμέ-τρη-τος επίθ. (λόγ.): που είναι πολύ μεγάλος, για να μπορεί να μετρηθεί, να εκτιμηθεί, ανυπολόγιστος: ~ο: βάθος.|| (μτφ.) ~η: αγάπη/αξία/καταστροφή. ~ο: θράσος/μεγαλείο. ~ες: συνέπειες. Πβ. α(κατα)μέτρητος, αναρίθμητος, άπειρος. ● επίρρ.: απροσμέτρητα [< γαλλ. incommensurable]
6365απροσπέλαστος, η, ο [ἀπροσπέλαστος] α-προ-σπέ-λα-στος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν μπορεί να τον προσεγγίσει κάποιος: (για τόπο) ~ο: βουνό. ~ες και απομονωμένες περιοχές. Πεζοδρόμια ~α για τους πεζούς (λόγω της παράνομης στάθμευσης). Δρόμος δύσβατος, αλλά όχι ~. Πβ. (αδι)άβατος.|| (ως ουσ.) Το ~ο του κτιρίου.|| (για πρόσ.) ~ και απόμακρος άνθρωπος. Πβ. απλησίαστος, απρόσιτος. ΑΝΤ. προσβάσιμος, προσπελάσιμος 2. (μτφ.) απρόσβλητος, άτρωτος: ~η: άμυνα. ~ο: σύστημα ασφαλείας. Πβ. απαραβίαστος, απόρθητος. 3. (μτφ.) που δεν μπορεί εύκολα να ξεπεραστεί ή να κατανοηθεί: ~ο: εμπόδιο (= ανυπέρβλητο).|| ~ο: μυστήριο. Έννοιες ~ες (= ακατάληπτες, ακατανόητες) από τον νου. [< μτγν. ἀπροσπέλαστος]
6366απροσποίητος, η, ο [ἀπροσποίητος] α-προ-σποί-η-τος επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή συμπεριφέρεται χωρίς προσποίηση ή επιτήδευση: ~η: ευγένεια. ~ο: ενδιαφέρον/χαμόγελο.|| (για πρόσ.) Ειλικρινής/προσιτός/φυσικός και ~.|| (ως ουσ.) Το ~ο του ύφους του. ΣΥΝ. ανεπιτήδευτος (1), ανυπόκριτος ΑΝΤ. προσποιητός ● επίρρ.: απροσποίητα [< μτγν. ἀπροσποίητος]
6367απροστάτευτος, η, ο [ἀπροστάτευτος] α-προ-στά-τευ-τος επίθ.: που δεν προστατεύεται από κάτι αρνητικό, επιβλαβές ή επικίνδυνο: ~ος: άμαχος πληθυσμός. ~η: χώρα (= ανοχύρωτη, αφρούρητη). ~οι: καταναλωτές/πολίτες. ~α: ζώα. Αβοήθητος/μόνος και ~. (πβ. μόνος κι έρημος). Νομικά ~ (: ακάλυπτος). Ενίσχυση ~ων παιδιών.|| Οργανισμός ~ απέναντι στους ιούς/από διάφορες μολύνσεις.|| ~οι: βιότοποι. ~α: κειμήλια (= αφύλακτα).|| (ως ουσ.) Υπεράσπιση των ~ων. ΣΥΝ. ανυπεράσπιστος ΑΝΤ. προστατευόμενος (2) [< μτγν. ἀπροστάτευτος]
6368απρόσφορος, η/ος, ο [ἀπρόσφορος] α-πρό-σφο-ρος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. που δεν προσφέρεται, δεν ενδείκνυται για κάτι: ~ες: συνθήκες. Τόπος ~ για καλλιέργεια. Μέτρα ~α για την επίλυση κοινωνικών προβλημάτων.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του εγχειρήματος.|| (ΝΟΜ.) ~η: απόπειρα (: όταν κάποιος επιχειρεί να διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα με μέσο ή κατά αντικειμένου τέτοιας φύσης, ώστε να αποβαίνει εντελώς αδύνατη η τέλεση των εγκλημάτων αυτών). ΣΥΝ. ακατάλληλος (1) ΑΝΤ. πρόσφορος 2. ασύμφορος: ~η: λύση. ~οι: όροι. ● ΣΥΜΠΛ.: απρόσφορο συναίσθημα: ΨΥΧΙΑΤΡ. κατάσταση σχιζοφρενούς κατά την οποία αυτά που αισθάνεται δεν ταιριάζουν με αυτά που λέει ή σκέφτεται. [< μτγν. ἀπρόσφορος, γαλλ. inadéquat]
6369απροσχεδίαστος, η, ο [ἀπροσχεδίαστος] α-προ-σχε-δί-α-στος επίθ.: που δεν έχει προσχεδιαστεί: ~ος: φόνος (= απρομελέτητος). ~η: εξέλιξη/συνάντηση. ~ο: ταξίδι. Πβ. απρο-γραμμάτιστος, -ειδοποίητος. Βλ. ασχεδίαστος. ΑΝΤ. προμελετημένος ● επίρρ.: απροσχεδίαστα
6370απροσχημάτιστος, η, ο [ἀπροσχημάτιστος] α-προ-σχη-μά-τι-στος επίθ. (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): που γίνεται φανερά, χωρίς επιφύλαξη, περιορισμό ή προσπάθεια συγκάλυψης: ~η: βία (= ωμή)/επίθεση/προπαγάνδα. ~ες: επεμβάσεις. Πβ. απροκάλυπτος, απροφάσιστος. Βλ. κατάφωρος.|| (σπανιότ. με θετ. συνυποδ.) Ανοιχτός και ~ διάλογος (= χωρίς προσχήματα, ειλικρινής. ΑΝΤ. προσχηματικός). ● επίρρ.: απροσχημάτιστα
6371απροσωπία[ἀπροσωπία] α-προ-σω-πί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του απρόσωπου: ~ και ανωνυμία/αποξένωση. Η ~ του διαδικτύου. [< μτγν. ἀπροσωπία, γαλλ. impersonnalité]
6372απρόσωπος, η, ο [ἀπρόσωπος] α-πρό-σω-πος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν διαθέτει προσωπικά, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή δεν χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία· ουδέτερος, τυποποποιημένος: ~ος: οργανισμός. ~η: αγορά/γραφειοκρατία/εξουσία (: που δεν λαμβάνει υπόψη τον πολίτη ως αυτόνομη προσωπικότητα· βλ. απάνθρωπος)/(επι)κοινωνία/πόλη/τεχνολογία. ~ο: κράτος/περιβάλλον. ~α: κτίρια. Ψυχρή και ~η ατμόσφαιρα. Άχρωμο και ~ο γραφείο. Αδιάφορο και ~ο κλίμα. Στεγνό και ~ο κείμενο. Πβ. άτονος.|| (για πρόσ.) ~ο: πλήθος. Άνθρωπος ~, δίχως οντότητα και συνείδηση.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο των σχέσεων. 2. που δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο: ~η: αγάπη/κατηγορία/κριτική. ~α: μηνύματα (: που στέλνονται μαζικά). ΑΝΤ. προσωπικός (1) 3. που δεν υφίσταται ως πρόσωπο: ~ος: αφηγητής (: όταν η αφήγηση γίνεται στο γ' πρόσ.).|| (ΦΙΛΟΣ.) ~η: δύναμη (: ο Θεός). 4. ΓΡΑΜΜ. που δεν δηλώνει τον δράστη μιας ενέργειας: ~ο: ρήμα (: που απαντά μόνο στο γ' πρόσ., όπως: πρέπει, συμφέρει, βλ. τριτοπρόσωπα ρήματα). ~η: σύνταξη (: των απρόσωπων ρημάτων ή εκφράσεων, π.χ. πρόκειται να πάω εκδρομή). ~ες: εγκλίσεις (: το απαρέμφατο και η μετοχή, επειδή δεν έχουν ξεχωριστούς τύπους για τα επιμέρους πρόσωπα). Βλ. -πρόσωπος. ΑΝΤ. προσωπικός (3) ● επίρρ.: απρόσωπα & (λόγ.) -ώπως ● ΣΥΜΠΛ.: απρόσωπη έκφραση βλ. έκφραση [< 1,2: μτγν. ἀπρόσωπος 3,4: γαλλ. impersonnel]
6373απροφάσιστος, η, ο [ἀπροφάσιστος] α-προ-φά-σι-στος επίθ.: που γίνεται χωρίς προφάσεις, δίχως προσπάθεια απόκρυψης, συγκάλυψης: Αποδεικνύεται κατά τρόπο αναντίρρητο και ~ο ότι ... || (ΝΟΜ.) Εγγύηση/υπόσχεση για ~η καταβολή ποσού. ΣΥΝ. απροκάλυπτος, απροσχημάτιστος ● επίρρ.: απροφάσιστα & (λόγ.) -ίστως [< αρχ. ἀπροφάσιστος]
6374απροχώρητος, η, ο [ἀπροχώρητος] α-προ-χώ-ρη-τος επίθ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: (φτάνω) στο απροχώρητο (προφ.): σε οριακό, έσχατο σημείο αντοχής ή ανοχής: Έχω φτάσει ~ ~ με τη συμπεριφορά του (= δεν αντέχω άλλο)!|| Η κατάσταση/το πράγμα/η υπομονή μου έχει φτάσει (πλέον) ~ ~ (= δεν πάει άλλο)! Πβ. στο αμήν. [< μτγν. ἀπροχώρητος 'απαραχώρητος']
6375ΑΠΣ(το) 1. Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών. 2. Αρχηγείο Πυροσβεστικού Σώματος.
6376ΑΠΣΙ(το): Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών.
6377άπταιστος, η, ο [ἄπταιστος] ά-πται-στος επίθ. (λόγ.): (κυρ. για γνώση ξένης γλώσσας) αλάνθαστος, άψογος, τέλειος: ομιλία με ~η προφορά/σε ~η καθαρεύουσα. Μας απάντησε/μίλησε σε ~α Γαλλικά. Πβ. άριστος.|| (ΑΘΛ.) (σε αγώνες ιππασίας) ~ες: διαδρομές (: χωρίς κανένα λάθος). ● επίρρ.: άπταιστα & (λόγ.) απταίστως [< αρχ. ἄπταιστος]
6378άπτερος, ος/η, ο [ἄπτερος] ά-πτε-ρος επίθ. (επιστ.) & (λαϊκό-λογοτ.) άφτερος: που δεν φέρει φτερά: (ΖΩΟΛ.) ~ο: έντομο. (ΟΡΝΙΘ.) ~α: πτηνά.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ο ναός της Απτέρου Νίκης. ΑΝΤ. φτερωτός (1) [< αρχ. ἄπτερος, γαλλ. aptère]
6379απτερυγωτά[ἄπτερυγωτά] α-πτε-ρυ-γω-τά ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. υποκλάση στην οποία ανήκουν τα έντομα που έχουν δεν έχουν φτερά. Βλ. άπτερος, κίβι. ΑΝΤ. πτερυγωτά [< μτγν. επίθ. ἀπτέρυγος, γαλλ. aptéryx, αγγλ. apteryx, Apterygota]
6380άπτεται[ἅπτεται] ά-πτε-ται ρ. (μτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.} (+ γεν.) (λόγ.): αναφέρεται σε, σχετίζεται με κάτι: Ζήτημα που ~ της ηθικής/υγείας. Φορείς που εμπλέκονται σε θέματα που δεν ~ονται των αρμοδιοτήτων τους. Πβ. αγγίζω, αφορά. ● ΦΡ.: μη μου άπτου 1. (ειρων.) μυγιάγγιχτος, υπερβολικά ευαίσθητος, εύθικτος: Είναι πολύ ~ ~!|| (ως επίθ.) ~ ~ κυρία (της υψηλής κοινωνίας). 2. ΒΟΤ. το θαμνώδες φυτό "μιμόζα η αισχυντηλή" (επιστ. ονομασ. Mimosa pudica), του οποίου τα φύλλα κλείνουν με το παραμικρό άγγιγμα και γέρνουν προς τα κάτω. 3. ΕΚΚΛΗΣ. ζωγραφική σύνθεση, που αναπαριστά τον Ιησού μετά την Ανάσταση να απευθύνεται στη Μαρία τη Μαγδαληνή και φέρει την ομώνυμη επιγραφή. [< ΚΔ] [< αρχ. ἅπτομαι]
6381απτικός, ή, ό [ἁπτικός] α-πτι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στην αίσθηση της αφής: ~ή: αντίληψη/επαφή/επικοινωνία/(ΤΕΧΝΟΛ.) οθόνη (= οθόνη αφής). ~οί: τύποι μαθητών (βλ. κιναισθητικός). ~ές: συσκευές. ~ά: ερεθίσματα. Τυφλοί που διαβάζουν με ~ό τρόπο (~ή ανάγνωση, πβ. Μπράιγ). ~ό και οπτικοακουστικό υλικό.|| (ΤΗΛΕΠ.) Κινητά τηλέφωνα με ~ή ανάδραση. ● επίρρ.: απτικά [< αρχ. ἁπτικός, γαλλ. tactile, haptique, 1997, αγγλ. haptic]
6382απτόητος, η, ο [ἀπτόητος] α-πτό-η-τος επίθ.: που συνεχίζει κάτι, χωρίς να αποθαρρύνεται από εμπόδια ή δυσκολίες: ~η: ομάδα. ~ από την αποτυχία/μπροστά στα προβλήματα. Παραμένει/προχωράει ~, παρά την ήττα! Συνεχίζουν ~οι το έργο/τις έρευνες/την προσπάθεια.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: θάρρος. Πβ. ανυποχώρητος, άφοβος. ΑΝΤ. πτοημένος. ● επίρρ.: απτόητα [< μτγν. ἀπτόητος ‘ατρόμητος’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.