| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6360 | απρόσκλητος | , η, ο [ἀπρόσκλητος] α-πρό-σκλη-τος επίθ.: που δεν έχει προσκληθεί ή δεν είναι ευπρόσδεκτος· κατ' επέκτ. ανεπιθύμητος: ~ος: επισκέπτης. ~η: παρουσία. Ήρθε στο σπίτι ~. ΣΥΝ. ακάλεστος, απροσκάλεστος, αυτόκλητος ΑΝΤ. καλεσμένος ● επίρρ.: απρόσκλητα [< αρχ. ἀπρόσκλητος] | |
| 6361 | απρόσκοπτος | , η, ο [ἀπρόσκοπτος] α-πρό-σκο-πτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που πραγματοποιείται χωρίς εμπόδια, δυσκολίες: ~η: διεξαγωγή (εξετάσεων)/επικοινωνία/θέα/κυκλοφορία/λειτουργία/ροή/συνεργασία/συνέχιση (του προγράμματος)/χρηματοδότηση. Ελεύθερος και ~ ανταγωνισμός. ~η και έγκυρη ενημέρωση. Πβ. α(δια)κώλυτος, ομαλός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: πρόσβαση (στο διαδίκτυο).|| Συνεχίζουν ~οι το έργο τους.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της εκλογικής διαδικασίας. ΣΥΝ. ανεμπόδιστος ● επίρρ.: απρόσκοπτα & (σπάν.-λόγ.) -όπτως [< μτγν. ἀπρόσκοπτος] | |
| 6362 | απροσκύνητος | , η, ο [ἀπροσκύνητος] α-προ-σκύ-νη-τος επίθ. (λογοτ.): που δεν υποτάσσεται σε ξένη εξουσία: ~οι και αλύγιστοι/ανυποχώρητοι. Πβ. αδούλωτος, ανυπότακτος.|| (κατ' επέκτ.-μτφ.) Γενναίο και ~ο φρόνημα. [< μτγν. ἀπροσκύνητος] | |
| 6363 | απρόσμενος | , η, ο [ἀπρόσμενος] α-πρό-σμε-νος επίθ.: που γίνεται ή εμφανίζεται ξαφνικά, χωρίς να τον περιμένει κανείς: ~ος: επισκέπτης/έρωτας/θάνατος (= αιφνίδιος). ~η: ανακάλυψη/επιτυχία/ήττα/κίνηση/στροφή (: αλλαγή στάσης)/(ανα)τροπή. ~ο: αποτέλεσμα/γεγονός/δώρο/τέλος. ~ες: διαστάσεις/εξελίξεις/συνέπειες. ~α: κέρδη.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του αύριο/της ταινίας/της υπόθεσης. ΣΥΝ. αναπάντεχος, απρόοπτος, απροσδόκητος, ξαφνικός, ουρανοκατέβατος ● επίρρ.: απρόσμενα | |
| 6364 | απροσμέτρητος | , η, ο [ἀπροσμέτρητος] α-προ-σμέ-τρη-τος επίθ. (λόγ.): που είναι πολύ μεγάλος, για να μπορεί να μετρηθεί, να εκτιμηθεί, ανυπολόγιστος: ~ο: βάθος.|| (μτφ.) ~η: αγάπη/αξία/καταστροφή. ~ο: θράσος/μεγαλείο. ~ες: συνέπειες. Πβ. α(κατα)μέτρητος, αναρίθμητος, άπειρος. ● επίρρ.: απροσμέτρητα [< γαλλ. incommensurable] | |
| 6365 | απροσπέλαστος | , η, ο [ἀπροσπέλαστος] α-προ-σπέ-λα-στος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν μπορεί να τον προσεγγίσει κάποιος: (για τόπο) ~ο: βουνό. ~ες και απομονωμένες περιοχές. Πεζοδρόμια ~α για τους πεζούς (λόγω της παράνομης στάθμευσης). Δρόμος δύσβατος, αλλά όχι ~. Πβ. (αδι)άβατος.|| (ως ουσ.) Το ~ο του κτιρίου.|| (για πρόσ.) ~ και απόμακρος άνθρωπος. Πβ. απλησίαστος, απρόσιτος. ΑΝΤ. προσβάσιμος, προσπελάσιμος 2. (μτφ.) απρόσβλητος, άτρωτος: ~η: άμυνα. ~ο: σύστημα ασφαλείας. Πβ. απαραβίαστος, απόρθητος. 3. (μτφ.) που δεν μπορεί εύκολα να ξεπεραστεί ή να κατανοηθεί: ~ο: εμπόδιο (= ανυπέρβλητο).|| ~ο: μυστήριο. Έννοιες ~ες (= ακατάληπτες, ακατανόητες) από τον νου. [< μτγν. ἀπροσπέλαστος] | |
| 6366 | απροσποίητος | , η, ο [ἀπροσποίητος] α-προ-σποί-η-τος επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή συμπεριφέρεται χωρίς προσποίηση ή επιτήδευση: ~η: ευγένεια. ~ο: ενδιαφέρον/χαμόγελο.|| (για πρόσ.) Ειλικρινής/προσιτός/φυσικός και ~.|| (ως ουσ.) Το ~ο του ύφους του. ΣΥΝ. ανεπιτήδευτος (1), ανυπόκριτος ΑΝΤ. προσποιητός ● επίρρ.: απροσποίητα [< μτγν. ἀπροσποίητος] | |
| 6367 | απροστάτευτος | , η, ο [ἀπροστάτευτος] α-προ-στά-τευ-τος επίθ.: που δεν προστατεύεται από κάτι αρνητικό, επιβλαβές ή επικίνδυνο: ~ος: άμαχος πληθυσμός. ~η: χώρα (= ανοχύρωτη, αφρούρητη). ~οι: καταναλωτές/πολίτες. ~α: ζώα. Αβοήθητος/μόνος και ~. (πβ. μόνος κι έρημος). Νομικά ~ (: ακάλυπτος). Ενίσχυση ~ων παιδιών.|| Οργανισμός ~ απέναντι στους ιούς/από διάφορες μολύνσεις.|| ~οι: βιότοποι. ~α: κειμήλια (= αφύλακτα).|| (ως ουσ.) Υπεράσπιση των ~ων. ΣΥΝ. ανυπεράσπιστος ΑΝΤ. προστατευόμενος (2) [< μτγν. ἀπροστάτευτος] | |
| 6368 | απρόσφορος | , η/ος, ο [ἀπρόσφορος] α-πρό-σφο-ρος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. που δεν προσφέρεται, δεν ενδείκνυται για κάτι: ~ες: συνθήκες. Τόπος ~ για καλλιέργεια. Μέτρα ~α για την επίλυση κοινωνικών προβλημάτων.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του εγχειρήματος.|| (ΝΟΜ.) ~η: απόπειρα (: όταν κάποιος επιχειρεί να διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα με μέσο ή κατά αντικειμένου τέτοιας φύσης, ώστε να αποβαίνει εντελώς αδύνατη η τέλεση των εγκλημάτων αυτών). ΣΥΝ. ακατάλληλος (1) ΑΝΤ. πρόσφορος 2. ασύμφορος: ~η: λύση. ~οι: όροι. ● ΣΥΜΠΛ.: απρόσφορο συναίσθημα: ΨΥΧΙΑΤΡ. κατάσταση σχιζοφρενούς κατά την οποία αυτά που αισθάνεται δεν ταιριάζουν με αυτά που λέει ή σκέφτεται. [< μτγν. ἀπρόσφορος, γαλλ. inadéquat] | |
| 6369 | απροσχεδίαστος | , η, ο [ἀπροσχεδίαστος] α-προ-σχε-δί-α-στος επίθ.: που δεν έχει προσχεδιαστεί: ~ος: φόνος (= απρομελέτητος). ~η: εξέλιξη/συνάντηση. ~ο: ταξίδι. Πβ. απρο-γραμμάτιστος, -ειδοποίητος. Βλ. ασχεδίαστος. ΑΝΤ. προμελετημένος ● επίρρ.: απροσχεδίαστα | |
| 6370 | απροσχημάτιστος | , η, ο [ἀπροσχημάτιστος] α-προ-σχη-μά-τι-στος επίθ. (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): που γίνεται φανερά, χωρίς επιφύλαξη, περιορισμό ή προσπάθεια συγκάλυψης: ~η: βία (= ωμή)/επίθεση/προπαγάνδα. ~ες: επεμβάσεις. Πβ. απροκάλυπτος, απροφάσιστος. Βλ. κατάφωρος.|| (σπανιότ. με θετ. συνυποδ.) Ανοιχτός και ~ διάλογος (= χωρίς προσχήματα, ειλικρινής. ΑΝΤ. προσχηματικός). ● επίρρ.: απροσχημάτιστα | |
| 6371 | απροσωπία | [ἀπροσωπία] α-προ-σω-πί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του απρόσωπου: ~ και ανωνυμία/αποξένωση. Η ~ του διαδικτύου. [< μτγν. ἀπροσωπία, γαλλ. impersonnalité] | |
| 6372 | απρόσωπος | , η, ο [ἀπρόσωπος] α-πρό-σω-πος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν διαθέτει προσωπικά, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή δεν χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία· ουδέτερος, τυποποποιημένος: ~ος: οργανισμός. ~η: αγορά/γραφειοκρατία/εξουσία (: που δεν λαμβάνει υπόψη τον πολίτη ως αυτόνομη προσωπικότητα· βλ. απάνθρωπος)/(επι)κοινωνία/πόλη/τεχνολογία. ~ο: κράτος/περιβάλλον. ~α: κτίρια. Ψυχρή και ~η ατμόσφαιρα. Άχρωμο και ~ο γραφείο. Αδιάφορο και ~ο κλίμα. Στεγνό και ~ο κείμενο. Πβ. άτονος.|| (για πρόσ.) ~ο: πλήθος. Άνθρωπος ~, δίχως οντότητα και συνείδηση.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο των σχέσεων. 2. που δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο: ~η: αγάπη/κατηγορία/κριτική. ~α: μηνύματα (: που στέλνονται μαζικά). ΑΝΤ. προσωπικός (1) 3. που δεν υφίσταται ως πρόσωπο: ~ος: αφηγητής (: όταν η αφήγηση γίνεται στο γ' πρόσ.).|| (ΦΙΛΟΣ.) ~η: δύναμη (: ο Θεός). 4. ΓΡΑΜΜ. που δεν δηλώνει τον δράστη μιας ενέργειας: ~ο: ρήμα (: που απαντά μόνο στο γ' πρόσ., όπως: πρέπει, συμφέρει, βλ. τριτοπρόσωπα ρήματα). ~η: σύνταξη (: των απρόσωπων ρημάτων ή εκφράσεων, π.χ. πρόκειται να πάω εκδρομή). ~ες: εγκλίσεις (: το απαρέμφατο και η μετοχή, επειδή δεν έχουν ξεχωριστούς τύπους για τα επιμέρους πρόσωπα). Βλ. -πρόσωπος. ΑΝΤ. προσωπικός (3) ● επίρρ.: απρόσωπα & (λόγ.) -ώπως ● ΣΥΜΠΛ.: απρόσωπη έκφραση βλ. έκφραση [< 1,2: μτγν. ἀπρόσωπος 3,4: γαλλ. impersonnel] | |
| 6373 | απροφάσιστος | , η, ο [ἀπροφάσιστος] α-προ-φά-σι-στος επίθ.: που γίνεται χωρίς προφάσεις, δίχως προσπάθεια απόκρυψης, συγκάλυψης: Αποδεικνύεται κατά τρόπο αναντίρρητο και ~ο ότι ... || (ΝΟΜ.) Εγγύηση/υπόσχεση για ~η καταβολή ποσού. ΣΥΝ. απροκάλυπτος, απροσχημάτιστος ● επίρρ.: απροφάσιστα & (λόγ.) -ίστως [< αρχ. ἀπροφάσιστος] | |
| 6374 | απροχώρητος | , η, ο [ἀπροχώρητος] α-προ-χώ-ρη-τος επίθ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: (φτάνω) στο απροχώρητο (προφ.): σε οριακό, έσχατο σημείο αντοχής ή ανοχής: Έχω φτάσει ~ ~ με τη συμπεριφορά του (= δεν αντέχω άλλο)!|| Η κατάσταση/το πράγμα/η υπομονή μου έχει φτάσει (πλέον) ~ ~ (= δεν πάει άλλο)! Πβ. στο αμήν. [< μτγν. ἀπροχώρητος 'απαραχώρητος'] | |
| 6375 | ΑΠΣ | (το) 1. Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών. 2. Αρχηγείο Πυροσβεστικού Σώματος. | |
| 6376 | ΑΠΣΙ | (το): Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών. | |
| 6377 | άπταιστος | , η, ο [ἄπταιστος] ά-πται-στος επίθ. (λόγ.): (κυρ. για γνώση ξένης γλώσσας) αλάνθαστος, άψογος, τέλειος: ομιλία με ~η προφορά/σε ~η καθαρεύουσα. Μας απάντησε/μίλησε σε ~α Γαλλικά. Πβ. άριστος.|| (ΑΘΛ.) (σε αγώνες ιππασίας) ~ες: διαδρομές (: χωρίς κανένα λάθος). ● επίρρ.: άπταιστα & (λόγ.) απταίστως [< αρχ. ἄπταιστος] | |
| 6378 | άπτερος | , ος/η, ο [ἄπτερος] ά-πτε-ρος επίθ. (επιστ.) & (λαϊκό-λογοτ.) άφτερος: που δεν φέρει φτερά: (ΖΩΟΛ.) ~ο: έντομο. (ΟΡΝΙΘ.) ~α: πτηνά.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ο ναός της Απτέρου Νίκης. ΑΝΤ. φτερωτός (1) [< αρχ. ἄπτερος, γαλλ. aptère] | |
| 6379 | απτερυγωτά | [ἄπτερυγωτά] α-πτε-ρυ-γω-τά ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. υποκλάση στην οποία ανήκουν τα έντομα που έχουν δεν έχουν φτερά. Βλ. άπτερος, κίβι. ΑΝΤ. πτερυγωτά [< μτγν. επίθ. ἀπτέρυγος, γαλλ. aptéryx, αγγλ. apteryx, Apterygota] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ