Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7300-7320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6383απτός, ή, ό [ἁπτός] α-πτός επίθ. (επίσ.) ΣΥΝ. χειροπιαστός 1. (μτφ.) συγκεκριμένος, υπαρκτός, φανερός: ~ός: κίνδυνος. ~ό: περιεχόμενο. ~ές: αποδείξεις/μαρτυρίες. ~ά: δείγματα/μέτρα/οφέλη/προβλήματα/στοιχεία. Στόχοι ξεκάθαροι, μετρήσιμοι και ~οί. Άμεσες και ~ές λύσεις. Εφαρμογή/θεωρία με ~ά παραδείγματα. ~ά και ορατά αποτελέσματα. 2. που μπορεί κάποιος να τον αντιληφθεί με τις αισθήσεις, κυρ. με την αφή: ~ή: πραγματικότητα. ~ά: αντικείμενα/υλικά. ~ και ορατός κόσμος. Βλ. απτικός. ΑΝΤ. νοητός (1) [< 1: γαλλ. tangible 2: αρχ. ἁπτός]
6384απύθμενος, η, ο [ἀπύθμενος] α-πύθ-με-νος επίθ. 1. (μτφ.-συνήθ. για κάτι αρνητικό) πολύ μεγάλος, απέραντος: ~η: (ειρων.) βλακεία/υποκρισία/υπομονή. ~ο: θράσος/κενό/μίσος.|| (θετ. συνυποδ.) ~η: χαρά. ~ο: χιούμορ. ~ες: γνώσεις. Πβ. αστείρευτος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του ανθρώπινου ψυχισμού. Πβ. αβυσσαλέος, απροσμέτρητος, ασυγκράτητος, αχαλίνωτος, παράφορος. 2. πάρα πολύ βαθύς: ~η: λίμνη. ~ο: βάραθρο/πηγάδι (= τρίσβαθο). Τα ~α βάθη της θάλασσας. ΣΥΝ. άπατος ΑΝΤ. αβαθής (1), ρηχός (1) [< μτγν. ἀπύθμενος ‘που δεν έχει πυθμένα’, γαλλ. insondable, αγγλ. bottomless, abysmal]
6385απύλωτος, η, ο [ἀπύλωτος] α-πύ-λω-τος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: απύλωτο(ν) στόμα (αρχαιοπρ.): για πρόσωπο που κακολογεί ή βωμολοχεί διαρκώς: Κλείσε, επιτέλους, το ~ ~ σου! Άνοιξε το ~ ~ του και εξαπέλυσε απειλές/ύβρεις. Πβ. υβριστής, χυδαιολόγος. [< αρχ. ἀπύλωτος ‘που δεν έχει πύλες, που δεν είναι κλειστός’]
6386απυρεξία[ἀπυρεξία] α-πυ-ρε-ξί-α ουσ. (θηλ.) {χωρ. πληθ.}: ΙΑΤΡ. απουσία πυρετού: όψιμη ~. ~ για ... ώρες. Διαστήματα/περίοδοι ~ας. Παρατηρήθηκε/παρουσιάζει (πλήρη) ~. [< μτγν. ἀπυρεξία, αγγλ. apyrexia, γαλλ. apyrexie]
6387απύρετος, η, ο [ἀπύρετος] α-πύ-ρε-τος επίθ.: ΙΑΤΡ. που δεν εμφανίζει πυρετό: Ο ασθενής είναι/παραμένει ~. ΑΝΤ. εμπύρετος [< αρχ. ἀπύρετος, αγγλ. apyretic, γαλλ. apyrétique]
6388απύρηνος, η, ο [ἀπύρηνος] α-πύ-ρη-νος επίθ. (επιστ.): (για κύτταρα) που δεν έχουν πυρήνα ή (για καρπούς) χωρίς κουκούτσι: (ΒΙΟΛ.) ~α: ωάρια.|| (ΒΟΤ.) ~α: δαμάσκηνα. ΑΝΤ. εμπύρηνος [< αρχ. ἀπύρηνος]
6389απυρόβλητος, η, ο [ἀπυρόβλητος] α-πυ-ρό-βλη-τος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που δεν υφίσταται κριτική, κατηγορία ή προσβολή για τις πράξεις του: (ως ουσ.) Έχει το αλάθητο και το ~ο (εξαιτίας της υψηλής του θέσης). ΣΥΝ. απρόσβλητος (1) ΑΝΤ. ευπρόσβλητος (1) 2. ΣΤΡΑΤ. που δεν μπορεί να χτυπηθεί από εχθρικά πυρά: ~ες: ζώνες/θέσεις/περιοχές. ● ΦΡ.: στο απυρόβλητο (μτφ.): για κάποιον συνήθ. υψηλά ιστάμενο στον οποίο δεν επιτρέπεται ή δεν είναι δυνατό να ασκηθεί κριτική: στο ποινικό ~. Οι αρμόδιοι αφήνονται/βρίσκονται/είναι/(παρα)μένουν ~ ~ της δικαιοσύνης/του κοινωνικού ελέγχου. [< γαλλ. à l΄abri du feu]
6390ΑΠΥΣΔΕ(το): Ανώτατο Περιφερειακό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
6391ΑΠΥΣΠΕ(το): Ανώτατο Περιφερειακό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.
6392άπω[ἄπω] ά-πω επίρρ. {απώτ-ερα, -ατα} (επίσ.) 1. μακριά. ΑΝΤ. εγγύς 2. ΑΝΑΤ. άνω: ~ νεφρώνας.|| (ως επίθ.) Το ~ τμήμα του παχέος εντέρου. ● ΣΥΜΠΛ.: Άπω Ανατολή βλ. ανατολή [< αρχ. ἄπωθεν]
6393απωθημένο[ἀπωθημένο] α-πω-θη-μέ-νο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΨΥΧΟΛ. βίωμα, συναίσθημα, τάση που έχει μετατοπιστεί στο ασυνείδητο: εφηβικό/κρυφό/παιδικό/σεξουαλικό ~. ~α ετών. Ήταν το ~ του να γίνει ζωγράφος. Δεν πήγα ποτέ στο εξωτερικό και μου έχει μείνει/το έχω ~. Καν' το, επιτέλους, να σου φύγει το ~ (: ο καημός)! Τα όνειρα εκφράζουν τα ~α μας. Έχει πολλά ~α. ● ΦΡ.: βγάζω τα/τ' απωθημένα μου: εκτονώνω τις ανικανοποίητες επιθυμίες μου συνήθ. αδέξια ή βίαια: Έζησε καταπιεσμένη ζωή και τώρα βγάζει ~ του. Οι χούλιγκανς έβγαλαν ~ τους στο γήπεδο. ΣΥΝ. βγάζω το άχτι μου [< γερμ. Verdrängte, abgestoßen, γαλλ. refoulé, 1905]
6394απώθηση[ἀπώθηση] α-πώ-θη-ση ουσ. (θηλ.) 1. απόκρουση, ανακοπή επίθεσης και γενικότ. απομάκρυνση: ~ των εισβολέων/του εχθρού. Βίαιη ~ των διαδηλωτών από τις αστυνομικές δυνάμεις. Πβ. αναχαίτιση.|| Μυοκτονίες και ~ήσεις πτηνών. ~ εντόμων (βλ. εντομοαπωθητικός). 2. ΨΥΧΑΝ. ασυνείδητος μηχανισμός άμυνας κατά τον οποίο αποκλείονται από τη συνείδηση μη αποδεκτά, ανεκπλήρωτα ή επώδυνα συναισθήματα ή βιώματα: ~ των τραυματικών εμπειριών στο υποσυνείδητο. 3. (μτφ.) αποστροφή, απέχθεια: ερωτική ~. Αισθάνομαι/νιώθω (έντονη) ~ για ... Πβ. αντιπάθεια. 4. ΦΥΣ. άπωση: μαγνητική ~. ΑΝΤ. έλξη (1) 5. ώθηση, σπρώξιμο: ~ νερού.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του στομάχου (προς τα άνω/έξω). Νήμα ~ης των ούλων. [< 1,5 : μεσν. απώθησις 2: γερμ. Verdrängung, γαλλ. refoulement , 1906, αγγλ. repression, 1909 3,4: γαλλ. répulsion]
6395απωθητικός, ή, ό [ἀπωθητικός] α-πω-θη-τι-κός επίθ. 1. που προκαλεί αποστροφή, απέχθεια: ~ή: συμπεριφορά. ~ό: θέαμα. Ουσίες ~ές λόγω γεύσης/οσμής.|| (για πρόσ.) Μου είναι τελείως ~. Πβ. αντιπαθητ-, αποκρουστ-ικός. ΑΝΤ. γοητευτικός, ελκυστικός 2. που απομακρύνει οτιδήποτε θεωρείται ανεπιθύμητο, συνήθ. έντομα, τρωκτικά: ~ό: σπρέι. Σκευάσματα με ~ή δράση/~ές ιδιότητες. Βλ. υδατ~.|| (μτφ.) Παράγοντες ~οί (= αποτρεπτικοί) για επενδυτική δραστηριότητα. 3. ΨΥΧΑΝ. που αναφέρεται στον αμυντικό μηχανισμό της απώθησης: ~ές: τάσεις. ~ά: αισθήματα. 4. ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη δύναμη της απώθησης: ~ή: βαρύτητα. ΣΥΝ. απωστικός ΑΝΤ. ελκτικός (1) ● Ουσ.: απωθητικό (το): φυσική ή χημική ουσία ή συσκευή που διώχνει έντομα ή ζώα: ηλεκτρικό/φυσικό ~. ~ κουνουπιών (= εντομο~)/πουλιών/σκόρων/τρωκτικών. ~ά για κατσαρίδες. Βλ. αντιπαρασιτικό. ● επίρρ.: απωθητικά [< 1: γαλλ. répulsif, repoussant 2,4: γαλλ. répulsif 3: γερμ. Verdrängungs-]
6396απωθώ[ἀπωθῶ] α-πω-θώ ρ. (μτβ.) {απωθ-είς ... | απώθ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ώντας, -ημένος} 1. σταματώ, ανακόπτω επίθεση και γενικότ. απομακρύνω: ~ησαν τον εχθρό (= απέκρουσαν). Η εισβολή/επιδρομή ~ήθηκε (= αναχαιτίστηκε). Ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις προσπάθησαν να ~ήσουν τους ταραξίες με ρίψη δακρυγόνων (πβ. απομακρύνω).|| Τον ~ησε βίαια (= τον έσπρωξε).|| Συσκευή που ~εί (: διώχνει μακριά) τα κουνούπια/ποντίκια. 2. (μτφ.) δημιουργώ αίσθημα αποστροφής: Με ~εί η μυρωδιά/το πρόσωπο/η συμπεριφορά/το σώμα/ο χαρακτήρας (κάποιου). ΑΝΤ. ελκύω, θέλγω 3. (μτφ.) προσπαθώ να μη θυμάμαι, να μη σκέφτομαι κάτι που μου προκαλεί ψυχική αναστάτωση: ~ μια ανάμνηση/έναν φόβο. Επιθυμίες/πόθοι που έχουν ~ηθεί. ~ημένες: σκέψεις. ~ημένα: συναισθήματα. Εικόνες ~ημένες στο υποσυνείδητο/στο πίσω μέρος του μυαλού. 4. ΦΥΣ. {στο γ' πρόσ.} ασκώ τη δύναμη της απώθησης: Υλικό που ~εί την ακτινοβολία/τα μαγνητικά πεδία. Σωματίδια που ~ούνται. ΑΝΤ. έλκω (3) 5. (μτφ.) αποθαρρύνω, αποτρέπω: Οι υψηλές τιμές ~ούν τους καταναλωτές. ΑΝΤ. τραβώ. ● ΦΡ.: τα ετερώνυμα έλκονται (τα ομώνυμα απωθούνται) βλ. έλκω [< αρχ. ἀπωθῶ, γαλλ. repousser, γερμ. abstossen, αγγλ. repel]
6397απώλεια[ἀπώλεια] α-πώ-λει-α ουσ. (θηλ.) 1. χάσιμο, στέρηση: (για υλικό αντικείμενο ή αγαθό:) ~ αποσκευών/διαβατηρίου/εγγράφου/(πιστωτικής) κάρτας/ταυτότητας (ΑΝΤ. εύρεση). ~ εισοδήματος/χρημάτων. (ΟΙΚΟΝ.) ~ κονδυλίων/μεριδίου αγοράς/πόρων. Σε περίπτωση ~ας. Πβ. εξαφάνιση.|| (για οτιδήποτε σωματικό ή διανοητικό:) Γρήγορη/σταθερή ~ βάρους (= αδυνάτισμα). ~ δοντιών/μαλλιών/λίπους/μυϊκής μάζας. (ΙΑΤΡ.) Οστική ~ (πβ. οστεοπόρωση). ~ αίματος (πβ. αιμορραγία)/ακοής (βλ. κώφωση)/δυνάμεων/μνήμης (πβ. αμνησία)/όρασης (βλ. τύφλωση)/ούρων (βλ. ακράτεια)/συνείδησης (πβ. κώμα)/(για ιπτάμενο μέσο) ύψους. Πβ. ελάττωση, μείωση.|| (για ιδιότητα, δυνατότητα, δικαίωμα, κατάσταση, στοιχείο, χαρακτηριστικό:) ~ βιοποικιλότητας/ελέγχου/ενδιαφέροντος/εργασίας/ευκαιρίας (ΑΝΤ. αξιοποίηση)/χρόνου/ψυχραιμίας. ~ (ΠΛΗΡΟΦ.) δεδομένων/(ΤΗΛΕΠ.) σήματος (ΑΝΤ. ανάκτηση).|| (ΦΥΣ.) ~ στήριξης (: αεροσκάφους που δεν μπορεί να διατηρηθεί σε πτήση). 2. διαρροή, διαφυγή και ό,τι διαφεύγει, διαρρέει: μαγνητική/φυσική ~. ~ ενέργειας/ηλεκτρικού φορτίου/ισχύος/καυσίμου/νερού/πάγων/τριβής.|| Θερμικές ~ες κτιρίου. Πυκνωτής με ~ες. 3. (για πρόσ.) θάνατος· το πλήγμα που αυτός συνεπάγεται· το κόστος που προκαλεί η απουσία ή απομάκρυνση ενός ανθρώπου: πρόωρη/τραγική ~. Εξέφρασαν την οδύνη τους για/θρηνούν/πενθούν την ~ του συναδέλφου τους.|| Εθνική/οδυνηρή ~.|| Δυσαναπλήρωτη ~ (= κενό). Η αποχώρησή του θα αποτελέσει σοβαρή ~ για την παράταξη.απώλειες (οι) (συνεκδ.) 1. ζημιές: υπολογισμός κερδών-~ειών. Το Χρηματιστήριο έκλεισε με μεγάλες/μικρές/οριακές/σημαντικές ~ της τάξης του ... %. Μεταφορά χωρίς ~. Υπέστησαν βαρύτατες ~. Πβ. αβαρία, φθορά. 2. νεκροί, θύματα (κυρ. σε πόλεμο): Ο βομβαρδισμός προκάλεσε ανυπολόγιστες ~ μεταξύ των αμάχων/σε ανθρώπινες ζωές. ● ΣΥΜΠΛ.: απώλεια εδάφους: υποχώρηση, οπισθοχώρηση: (μτφ.) Άμεση συνέπεια της οικονομικής κρίσης είναι η ~ ~ στη διεθνή αγορά.|| (κυριολ.) ~ ~ λόγω διάβρωσης., παράπλευρες απώλειες/ζημιές βλ. παράπλευρος ● ΦΡ.: η οδός της απωλείας (λόγ.): τρόπος ζωής που οδηγεί στη διαφθορά, στην ανηθικότητα., μεγάλη απώλεια! (προφ.-ειρων.): ως έκφραση απαξίωσης: Τι μου λες, δεν θα 'ρθει; ~ ~. [< αρχ. ἀπώλεια, γαλλ. perte, αγγλ. loss]
6398απώλεσαβλ. απολλύω
6399απωλεστικός, ή, ό [ἀπωλεστικός] α-πω-λε-στι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που προκαλεί την οριστική απώλεια μέρους των πληροφοριών (κατά τη διαδικασία της συμπίεσης κυρ. στα αρχεία ήχου): ~ή: κωδικοποίηση. ~οί: αλγόριθμοι. ~ές: τεχνικές. [< αγγλ. lossy, 1948]
6400απώλητος, η, ο βλ. απούλητος
6401απών, ούσα, όν [ἀπών] α-πών επίθ. {απ-όντος (θηλ. -ούσης), -όντα | -όντες (ουδ. -όντα), -όντων} (+ από/+ σε) (λόγ.): που απουσιάζει από έναν τόπο, μια δραστηριότητα ή μια σημαντική στιγμή: ~όντες: μαθητές. Είναι αδικαιολόγητα/δικαιολογημένα ~ από τη δουλειά/το σχολείο/την υπηρεσία.|| Είναι ~ από τις εξελίξεις (πβ. αμέτοχος). Ήταν ~ούσες από/σε όλες τις κινητοποιήσεις. Όποτε τον χρειάστηκα, ήταν ~ (= έλειπε). Οριστικά ~ από το ντέρμπι ο ... (: τελικά δεν θα συμμετάσχει).|| Είναι πνευματικά ~ (= αφηρημένος).|| (ως ουσ.) Πολλοί ήταν οι ~όντες από τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου.|| ~!, ~ούσα! (ως απάντηση σε προφορική πρόσκληση από ονομαστικό κατάλογο). ΑΝΤ. παρών (1) ● ΦΡ.: δηλώνω απών: δεν συμμετέχω ή αρνούμαι να λάβω μέρος σε κάτι: Την τελευταία στιγμή ~σε ~ από το παιχνίδι., ο μεγάλος απών: σημαντικό πρόσωπο που απουσιάζει κυρ. από εκδήλωση ή αθλητικό γεγονός: ~ ~ από τη συζήτηση/τη σύνοδο κορυφής. ~ ~ της βραδιάς, ο αείμνηστος ...|| (μτφ.-συχνά ειρων.) Περιβαλλοντική πολιτική: η ~η ~ούσα. [< αρχ. ἀπών, γαλλ. absent]
6402άπωση[ἄπωση] ά-πω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. δύναμη υπό την επίδραση της οποίας τα αντικείμενα, συνήθ. φορτισμένα σωματίδια, τείνουν να απομακρύνονται το ένα από το άλλο με αποτέλεσμα την αύξηση της απόστασης μεταξύ τους: βαρυτική/ηλεκτρική/ηλεκτροστατική ~. ~ (μεταξύ) ηλεκτρονίων/μαγνητών/πρωτονίων. Νόμος της ~ης. ΣΥΝ. απώθηση (4) ΑΝΤ. έλξη (1) 2. (σπάν.-μτφ.) απέχθεια, αποστροφή. [< αρχ. ἄπωσις, γαλλ. répulsion]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.