Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7320-7340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6403απωστικός, ή, ό [ἀπωστικός] α-πω-στι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την άπωση: ~ό: δυναμικό/πεδίο. ~ές: δυνάμεις. ΣΥΝ. απωθητικός (4) ΑΝΤ. ελκτικός (1) ● επίρρ.: απωστικά [< μτγν. ἀπωστικός, γαλλ. répulsif]
6404απώτατος, η, ο [ἀπώτατος] α-πώ-τα-τος επίθ. (λόγ.) 1. που βρίσκεται πάρα πολύ μακριά, χρονικά ή τοπικά: ~ες: συνέπειες. Στο ~ο μέλλον/παρελθόν. Η ~η καταγωγή των λαών. Η ~η προθεσμία υποβολής αιτήσεων. Από την ~η αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Οι ~οι πρόγονοι του ανθρώπου. Στα ~α βάθη του χρόνου.|| Στο ~ο άκρο/όριο/σημείο. Πβ. έσχατος. ΑΝΤ. εγγύτατος, πλησιέστατος 2. (μτφ.) πρωταρχικός, ύψιστος: Ο ~ σκοπός/στόχος του προγράμματος είναι ... Το θέμα αξίζει την ~η προσοχή μας. [< αρχ. επίρρ. ἀπωτάτω]
6405απώτερος, η, ο [ἀπώτερος] α-πώ-τε-ρος επίθ. (λόγ.) 1. που απέχει αρκετά χρονικά ή τοπικά: ~η: ημερομηνία/ιστορία. ~ες: επιπλοκές/επιπτώσεις. Στα ~α σχέδιά μου είναι να ... (: σε κάποια απροσδιόριστη στιγμή στο μέλλον). Αναδρομή στο πρόσφατο και ~ο παρελθόν. Βραχύχρονες και ~ες παρενέργειες φαρμάκου. Οι ~οι πρόγονοι/συγγενείς. ΑΝΤ. άμεσος, κοντινός.|| Φωτογραφίες από το ~ο Διάστημα. Πβ. μακρινός. ΑΝΤ. εγγύτερος 2. (μτφ.) βαθύτερος, ουσιαστικός: Περιβαλλοντικά προγράμματα με ~η επιδίωξη/πρόθεση την ευαισθητοποίηση των πολιτών.|| (συχνά με αρνητ. συνυποδ.) Οι ~ες (: ανομολόγητες) βλέψεις/φιλοδοξίες κάποιου. Τα ~α αίτια/κίνητρα (ενός πολέμου, ΑΝΤ. φαινομενικά). ● ΦΡ.: με απώτερο σκοπό/στόχο: που δεν δηλώνεται άμεσα ή με ειλικρίνεια: Σύναψη συνθήκης ~ ~ την ειρήνη μεταξύ των λαών.|| (αρνητ. συνυποδ.) Ύπουλες ενέργειες ~ ~ την εξυπηρέτηση ιδίων συμφερόντων., στο απώτερο μέλλον: στο πολύ μακρινό μέλλον: Θα συνεργαστούν ~ ~. Έργο που μετατίθεται ~ ~. ΑΝΤ. στο άμεσο μέλλον, στο εγγύς μέλλον [< μεσν. απώτερος]
6407αρ εν μπι[ἀρ ἐν μπί] ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. ριθμ εντ μπλουζ. [< αμερικ. rhythm and blues (R'n'B ή R & B), γαλλ. ~, 1999]
6408αρ νουβό[ἀρ νουβό] αρ νου-βό ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό κίνημα και το αντίστοιχο στιλ που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη στα τέλη του 19ου μέχρι τις αρχές του 20ού αι. και χαρακτηρίζεται από την υπερβολική χρήση διακοσμητικών στοιχείων που μιμούνται τη φύση: Κτίρια σε ρυθμό ~.|| (ως επίθ.) ~ αρχιτεκτονική. [< γαλλ. art nouveau, αγγλ. ~, 1908]
6761αρ νουβό βλ. αρ
6409αρ ντεκό[ἀρ ντεκό] αρ ντε-κό ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό και διακοσμητικό στιλ που εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1920 στη Γαλλία και χαρακτηρίζεται από γεωμετρικά μοτίβα, ευθύγραμμες μορφές, έντονα χρώματα καθώς και τη χρήση συνθετικών υλικών, όπως πλαστικό: (ως επίθ.) ~ κτίριο. [< γαλλ. art déco, 1925, αγγλ. art deco, 1966]
6764αρ ντεκό βλ. αρ
6542Αρ-Εν-Έι[Ἀρ Ἐν Ἔι] ουσ. (ουδ.) & RNA: ΒΙΟΧ. ριβονουκλεϊκό οξύ. ● ΣΥΜΠΛ.: αγγελιοφόρο Αρ-Εν-Έι (RNA) βλ. αγγελιοφόρος, μεταφορικό Αρ-Εν-Έι (RNA) βλ. μεταφορικός [< αγγλ. Ribonucleic Acid, 1930]
6406αρ. & αριθμ.: συντομ. της λ. αριθμός: ~ αίτησης/πρωτοκόλλου. Με την υπ' ~ 85/2014 απόφαση ...
6410άρα[ἄρα] ά-ρα σύνδ.: δηλώνει συμπέρασμα: ~ λοιπόν ... ~, αυτό σημαίνει/συνεπάγεται/είναι προφανές ότι ... Δεν έχουμε στοιχεία, ~ δεν μπορούμε να τον κατηγορήσουμε για τίποτα. Πβ. επομένως, συνεπώς. [< αρχ. ἄρα]
26646αρά

κρη-μνί-ζω ρ. (μτβ.) {κρήμνι-σε, κρημνί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε} (λόγ.): γκρεμίζω, καταστρέφω: ~στηκαν τα τείχη. Πβ. κατα~.|| (σπάν.-μτφ.) ~ονται τα είδωλα. Πβ. αποκαθηλώνω. [< μτγν. κρημνίζω]

6412Άραβας[Ἄραβας] Ά-ρα-βας επίθ./ουσ. {Αράβων | θηλ. Αράβισσα}: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Αραβία ή κατάγεται από αυτή· οι αραβόφωνοι πληθυσμοί της νοτιοδυτικής Ασίας, της βόρειας και κεντρικής Αφρικής. Βλ. αράπης, βεδουίνος, φελάχος. [< μτγν. Ἄραψ]
6413αράβδωτος, η, ο [ἀράβδωτος] α-ρά-βδω-τος επίθ. & αρράβδωτος: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που δεν έχει ραβδώσεις: ~οι: κίονες. ΑΝΤ. ραβδωτός
6414αραβικός, ή, ό [ἀραβικός] α-ρα-βι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Αραβία ή/και τους Άραβες: ~ή: πίτα. ~ό: αλφάβητο/κόμμι (: της ακακίας). ~οί: αριθμοί (: τα αριθμητικά ψηφία 0, 1, 2, 3, ...). ~ά: άλογα. (ΓΕΩΓΡ.) Ηνωμένα ~ά Εμιράτα. Βλ. παν~. ● Ουσ.: Αραβικά (τα) & (επίσ.) Αραβική (η): η αραβική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< μτγν. Ἀραβικός]
6415αραβοκρατία[ἀραβοκρατία] α-ρα-βο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΣΤ. η κυριαρχία των Αράβων, κυρ. στην Κρήτη και η αντίστοιχη χρονική περίοδος. Βλ. -κρατία.
6416αραβοσιτέλαιο[ἀραβοσιτέλαιο] α-ρα-βο-σι-τέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. καλαμποκέλαιο. Βλ. -έλαιο.
6417αραβόσιτος[ἀραβόσιτος] α-ρα-βό-σι-τος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίτου} (επίσ.): καλαμπόκι: γλυκός/γενετικώς τροποποιημένος ~. ~ βοσκής. Άνθος ή άμυλο (βλ. κορν φλάουρ)/κρέμα ~ίτου. ΣΥΝ. αραποσίτι [< ιταλ. granturco, grano saraceno]
6418αραβούργημα[ἀραβούργημα] α-ρα-βούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.) {αραβουργήμ-ατα} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. διακοσμητικό σχέδιο, ζωγραφικό ή γλυπτό, το οποίο στηρίζεται στη συμμετρική επανάληψη φυτικών μοτίβων, γεωμετρικών σχημάτων ή/και γραμμάτων· συνεκδ. έργο φιλοτεχνημένο με αυτό τον τρόπο ή γενικότ. επηρεασμένο από την αραβική τεχνοτροπία: ανάγλυφα ~ατα. Τοίχοι διακοσμημένοι με περίτεχνα ~ατα.|| ~ατα εξαιρετικής λεπτότητας και τέχνης. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε λεπτοδουλεμένο έργο τέχνης: διακοσμητικό/λογοτεχνικό ~. Μουσικά ~ατα (ΣΥΝ. αραμπέσκ). ~ από στοές και πέργκολες. Βλ. -ούργημα. [< γαλλ. arabesque]
6419αραβόφωνος, η, ο βλ. -φωνος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.