| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6420 | άραγε | [ἄραγε] ά-ρα-γε μόρ. & (λαϊκό) άραγες: (ερωτημ.) για να δηλωθεί απορία, αβεβαιότητα: Γιατί ~; ~, κατάλαβε τίποτα; Πώς φανταζόμαστε ~ την ευτυχία; Τι να κάνει ~ αυτή η ψυχή; Από πού ήρθανε ~ς; ΣΥΝ. τάχα (2) [< αρχ. ἆρά γε] | |
| 6421 | άραγμα | [ἄραγμα] ά-ραγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.-για πρόσ.) απραξία, αδράνεια: ξεκούραση και ~ στον καναπέ/στο μπαλκόνι/στην ξαπλώστρα/στην παραλία. Μετά από τόση δουλειά, λίγο ~! Πβ. αραλίκι, καθισιό. 2. αγκυροβόλημα ή δέσιμο στην προκυμαία: ~ των πλοίων. Πβ. ελλιμενισμός, προσόρμιση. [< αρχ. ἄραγμα 'πάταγος'] | |
| 6422 | αραγωνίτης | [ἀραγωνίτης] α-ρα-γω-νί-της ουσ. (αρσ.) & αραγονίτης: ΟΡΥΚΤ. ορυκτό ανθρακικό ασβέστιο που συναντάται σε μορφή κρυστάλλων: λεπτόκοκκος ~. Βλ. ασβεστίτης, -ίτης2. [< γαλλ.-αγγλ. aragonite] | |
| 6423 | αράδα | [ἀράδα] α-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. γραμμή κυρ. κειμένου· σειρά: Σε κάθε ~. Στην αρχή/στο τέλος της ~ας ... Μερικές ~ες πιο κάτω ... Διάβασέ το προσεκτικά, ~ ~ (= λέξη προς λέξη, φράση προς φράση).|| (σε επεξεργαστή κειμένου) Το διάστημα/κενό μεταξύ των ~ων (= διάστιχο).|| (μτφ.) Δεν χρειάζεται να προσθέσω ούτε μια ~ (= τίποτα) σε όσα είπες. Έχουν γραφτεί ~ες και ~ες/χιλιάδες ~ες/~ες επί ~ων (= πάρα πολλά) για ... Πώς να εκφράσω μέσα σε λίγες ~ες αυτό που νιώθω; 2. ευθυγραμμισμένη κυρ. σειρά: Έβαλε τα παιδιά στην ~ (= γραμμή). Πβ. παράταξη, στοίχος. 3. (ως επίρρ.) διαρκώς, συνεχώς: Μου λες ψέματα ~. ● ΦΡ.: αν είσαι και παπάς, με την αράδα σου θα πας (παροιμ.): για την τήρηση της σειράς προτεραιότητας, ανεξάρτητα από την ιδιότητα κάποιου και γενικότ. για την αποφυγή διακρίσεων., στην αράδα & με την αράδα: στη σειρά και συνήθ. χωρίς διάκριση: Πήρε τα σπίτια ~ ~ (πβ. παίρνω σβάρνα). Όλοι με την ~., διαβάζω ανάμεσα στις/πίσω (/κάτω/μέσα) από τις γραμμές (/αράδες) βλ. γραμμή, της σειράς βλ. σειρά [< μεσν. αράδα] | |
| 6424 | αραδιάζω | [ἀραδιάζω] α-ρα-διά-ζω ρ. (μτβ.) {αράδια-ζε, -σε, -στηκε, -σμένος, αραδιάζ-οντας} (προφ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) λέω, παραθέτω ή απαριθμώ κάτι, συνήθ. με κουραστικές ή ενοχλητικές λεπτομέρειες: Μας ~σε ένα σωρό παραμύθια/ψευτιές. Θες ν' αρχίσω να ~ ονόματα/στοιχεία; Πβ. αναφέρω. 2. (κυρ. για πράγμα, σπανιότ. για πρόσ.) τοποθετώ συνήθ. πρόχειρα, τυχαία: Προϊόντα ~σμένα στα ράφια/στη σειρά. ~σμένοι εκεί, ο ένας δίπλα στον άλλο. Πβ. παρατάσσω. Βλ. απλώνω, στοιβάζω. 3. (παλαιότ.-αρνητ. συνυποδ.) γεννοβολώ: ~ζαν παιδιά. [< μεσν. αραδιάζω] | |
| 6425 | αράδιασμα | [ἀράδιασμα] α-ρά-δια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) λεπτομερής παράθεση, απαρίθμηση που ενοχλεί ή κουράζει: ~ αριθμών/δικαιολογιών/ονομάτων. 2. (κυρ. για πράγμα) πρόχειρη συνήθ. τοποθέτηση: ~ της πραμάτειας στον δρόμο. | |
| 6426 | αράζω | [ἀράζω] α-ρά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άρα-ξα, -γμένος, αράζ-οντας} 1. (μτφ.-λαϊκό) κάθομαι χαλαρά, αδρανώ, ξεκουράζομαι: ~ στο γρασίδι/μπροστά στην τηλεόραση (πβ. θρονιάζομαι, στρογγυλοκάθομαι, στρώνομαι). ~ουν με τις ώρες στις καφετέριες. ~γμένος με τα πόδια πάνω στο γραφείο. Επιτέλους, να πάω ν' ~ξω στο σπιτάκι μου. Κάτσε κι ~ξε! (πβ. κουλάρω, χαλαρώνω)|| Η καρδιά μου ψάχνει ένα απάνεμο λιμάνι ν' ~ξει (= να βρει καταφύγιο). 2. οδηγώ σκάφος σε ασφαλές μέρος, ώστε να αγκυροβολήσει· (κατ' επέκτ. για όχημα) παρκάρω: ~ξε τη βάρκα σε απάνεμο μέρος. Πβ. ελλιμεν-, προσορμ-ίζω. Βλ. προσ~.|| (προφ.) Τα αυτοκίνητα ήταν ~γμένα στο γκαράζ (= παρκαρισμένα, σταθμευμένα). ● αράζει: (για πλεούμενο) ρίχνει άγκυρα: Το πλοίο ~ξε έξω από το λιμάνι. Το καΐκι ~ξε στην παραλία. Πβ. ελλιμενίζεται, ναυλοχεί, προσορμίζεται. ● ΦΡ.: άραξε στα κυβικά σου! (νεαν. αργκό): μην ξεπερνάς τα όρια, τις δυνατότητές σου: Όπα, μεγάλε, δεν σε παίρνει! ~ ~!, την αράζω (μτφ.-λαϊκό): κάθομαι αναπαυτικά, συνήθ. για μεγάλο χρονικό διάστημα: ~ ~ξε στον καναπέ και δεν σηκωνόταν., σία κι αράξαμε βλ. σία [< μεσν. αράζω] | |
| 6427 | αράθυμος | , η, ο [ἀράθυμος] α-ρά-θυ-μος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.) 1. οξύθυμος, ευέξαπτος, νευρικός. 2. ράθυμος. ● επίρρ.: αράθυμα [< μεσν. αράθυμος] | |
| 6428 | αραιο- | : το επίθετο αραιός ως α' συνθετικό με τη σημασία της έλλειψης πυκνότητας: ~κατοικημένος. | |
| 6429 | αραιοδομημένος | , η, ο [ἀραιοδομημένος] α-ραι-ο-δο-μη-μέ-νος επίθ.: που έχει αραιή δόμηση: ~ος: οικισμός. ~η: περιοχή. ~ες: εκτάσεις. Βλ. αδόμητος. ΑΝΤ. πυκνοδομημένος | |
| 6430 | αραιοκατοικημένος | , η, ο [ἀραιοκατοικημένος] α-ραι-ο-κα-τοι-κη-μέ-νος επίθ.: (για τόπο) που έχει λίγους κατοίκους συγκριτικά με την έκτασή του: ~ος: νομός. ~η: περιοχή/χώρα. ΑΝΤ. πυκνοκατοικημένος [< γαλλ. peu peuplé] | |
| 6431 | αραιόμετρο | [ἀραιόμετρο] α-ραι-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της πυκνότητας υγρών πιο αραιών από το νερό: ~α αλκοόλης. Πβ. γράδο, πυκνόμετρο. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. aréomètre, αγγλ. areometer] | |
| 6432 | αραιομηνόρροια | [ἀραιομηνόρροια] α-ραι-ο-μη-νόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της εμμήνου ρύσεως (όταν οι περιοδικοί κύκλοι είναι λιγότεροι από οκτώ τον χρόνο): ~ και σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Βλ. α-, δυσ-μηνόρροια, -ρροια | |
| 6433 | αραιός | , ή, ό [ἀραιός] α-ραι-ός επίθ. ΑΝΤ. πυκνός 1. που χαρακτηρίζεται από κενά μεταξύ των στοιχείων του ή που δεν έχει μεγάλη πυκνότητα: ~ός: πληθυσμός (= λιγοστός). ~ή: βλάστηση/δόμηση/συγκέντρωση/ύφανση. ~ό: δάσος/τρίχωμα/ύφασμα (= ανάριο)/φύλλωμα. ~ά: γένια/δόντια/μαλλιά.|| (για υγρά) ~ός: καφές (πβ. νερουλός)/χυλός. ~ή: σάλτσα/σούπα. ~ό: γάλα/διάλυμα (πβ. υδαρές)/μείγμα/σιρόπι ΑΝΤ. πηχτός.|| (για αέρια) ~ός: καπνός. ~ή: ατμόσφαιρα/ομίχλη. ~ές: νεφώσεις. 2. που δεν έχει μεγάλη συχνότητα: ~ή: εμφάνιση/κίνηση/κυκλοφορία. ~ό: πότισμα. ~ές: επισκέψεις/συναντήσεις/χιονοπτώσεις/ψιχάλες. ~ά: χειροκροτήματα (= λίγα). Σε ~ά χρονικά διαστήματα. Πβ. σπάνιος, σποραδικός. ΑΝΤ. συχνός, τακτικός (1) ● επίρρ.: αραιά ● ΦΡ.: αραιά και πού: πότε πότε, σπάνια: Εμφανίζεται/συναντιούνται ~ ~. Πβ. κάπου κάπου, κατά καιρούς. ΣΥΝ. αργά και πού, μια (φορά) στις τόσες/στα τόσα, πού και πού [< αρχ. ἀραιός] | |
| 6434 | αραιότητα | [ἀραιότητα] α-ραι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αραιού: ~ της ατμόσφαιρας/του πληθυσμού. Βλ. αραίωση, -ότητα. ΑΝΤ. πυκνότητα (1) [< αρχ. ἀραιότης ‘έλλειψη πυκνότητας, πορώδης σύσταση’] | |
| 6435 | αραίωμα | [ἀραίωμα] α-ραί-ω-μα ουσ. (ουδ.): αραίωση. ΑΝΤ. πύκνωμα, πύκνωση (1) [< μτγν. ἀραίωμα ‘διάκενο, ρωγμή’] | |
| 6436 | αραιώνω | [ἀραιώνω] α-ραι-ώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αραίω-σα, αραιώ-σει, -θηκε, -μένος, αραιών-οντας} ΑΝΤ. πυκνώνω 1. αφήνω κενά, αυξάνω τα διαστήματα μεταξύ των στοιχείων που αποτελούν ένα σύνολο ή κάνω κάτι λιγότερο πυκνό: ~ την παράταξη/τις σειρές των μαθητών. ~σαν τα δέντρα στο δάσος για πυρασφάλεια.|| ~ το γάλα/την κόλλα/το κρασί με νερό (= νερώνω)/την μπογιά με νέφτι. Το μείγμα ~θηκε σε αναλογία 1:2. ~μένος: χυμός. ~μένη: χλωρίνη. ~μένο: διάλυμα/ούζο. ΑΝΤ. συμπτύσσω (1), συμπυκνώνω (1) 2. ελαττώνω, μειώνω κάτι (ως προς τη συχνότητα): ~ τις εμφανίσεις/επισκέψεις. ΣΥΝ. λιγοστεύω, περιορίζω (1) ● αραιώνει: λιγοστεύει, ελαττώνεται, γίνεται λιγότερο πυκνός ή συχνός: ~ η κίνηση/ο κόσμος/η κυκλοφορία/η πελατεία. ~ουν τα μαλλιά/τα σύννεφα. Το πλήθος ~σε μετά τα μεσάνυχτα. Ο πληθυσμός των νησιών ~σε λόγω της μετανάστευσης. ~ η ομίχλη/το οξυγόνο. Σε μεγάλο υψόμετρο ο αέρας ~.|| ~ουν (= μειώνονται, περιορίζονται) τα δρομολόγια/οι έλεγχοι/οι έξοδοι/οι επαφές/οι παραστάσεις/οι συναντήσεις/τα τηλεφωνήματα. (οικ.) ~σε, τη βλέπαμε όλο και πιο σπάνια, μέχρι που χάθηκε εντελώς. ● ΦΡ.: αραίωνε! (προφ.): φύγε, εξαφανίσου. ΣΥΝ. σπάσε! [< αρχ. ἀραιῶ, γαλλ. raréfier, espacer] | |
| 6437 | αραίωση | [ἀραίωση] α-ραί-ω-ση ουσ. (θηλ.): (κυρ. ως διαδικασία) μείωση της πυκνότητας ουσίας, αερίου, υγρού: ~ του αέρα/του δείγματος/των λυμάτων/του όζοντος/των ρύπων. Έλαια ~ης. Συμπύκνωση και ~. ~ με νερό. Προβλήματα ~ης του τριχωτού της κεφαλής.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του αίματος/ορού. Μέτρηση βακτηριακών κυττάρων µε τη µέθοδο των διαδοχικών ~ώσεων. Οστική ~ (πβ. οστεοπόρωση). ΣΥΝ. αραίωμα ΑΝΤ. πύκνωμα [< πβ. μτγν. ἀραίωσις ‘πορώδης σύσταση, πλαδαρότητα’, γαλλ. dilution, raréfaction, espacement] | |
| 6438 | αραιωτικός | , ή, ό [ἀραιωτικός] α-ραι-ω-τι-κός επίθ.: που συμβάλλει στην αραίωση: ~ή: ουσία. ~ό: διάλυµα/μέσο. Διαλυτικά και ~ά προϊόντα. ● Ουσ.: αραιωτικό (το): υγρό που διατηρεί σε ρευστή μορφή κάποιο μείγμα: ~ βαφής/χρωμάτων. Χρησιμοποιήστε νέφτι ως ~. Πβ. διαλυτικό. [< μτγν. ἀραιωτικός ‘αυτός που αραιώνει’, γαλλ. raréfactif] | |
| 6439 | αράκ | [ἀράκ] α-ράκ ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. άχρωμο και άγλυκο οινοπνευματώδες ποτό χωρών κυρ. της Μέσης Ανατολής (Συρίας, Ιορδανίας, Λιβάνου), προϊόν ζύμωσης κυρ. ρυζιού, σταφυλιών αλλά και ζαχαροκάλαμου, χουρμάδων, στο οποίο προστίθεται εκχύλισμα γλυκάνισου. [< γαλλ. arak] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ