| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6440 | αρακάς | [ἀρακάς] α-ρα-κάς ουσ. (αρσ.) (περιληπτ.): ΒΟΤ. οι χλωροί λοβοί της μπιζελιάς και κυρ. οι πράσινοι σφαιρικοί σπόροι τους· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο φαγητό: κατεψυγμένος/φρέσκος ~.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ λαδερός/(με πατάτες) γιαχνί/με καρότα. Κρέας με ~ά. Βλ. όσπρια. ΣΥΝ. μπιζέλι [< μεσν. αρακάς] | |
| 6443 | αράλια | [ἀράλια] α-ρά-λι-α ουσ. (θηλ.) & αραλία: ΒΟΤ. είδος καλλωπιστικού φυτού (οικογ. Araliaceae) με πλούσιο φύλλωμα. Βλ. σεφλέρα. [< γαλλ.-αγγλ. aralia] | |
| 6444 | αραλίκι | [ἀραλίκι] α-ρα-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τεμπελιά, καθισιό: Όλη μέρα ~ στην παραλία. Καλοκαιράκι/ξάπλα κι ~. Το 'χει ρίξει στο ~. Πβ. απραξία, άραγμα, οκνηρία, ραχάτι, ρεμπελιό. Βλ. -ίκι. [< τουρκ. aralιk] | |
| 6445 | αραμαϊκός | , ή, ό [ἀραμαϊκός] α-ρα-μα-ϊ-κός επίθ.: που έχει σχέση με τους Αραμαίους: ~ή: γραφή. Πβ. χαλδαϊκός. ● Ουσ.: Αραμαϊκά (τα) & (επίσ.) Αραμαϊκή (η): σημιτική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι Αραμαίοι. [< γαλλ. araméen] | |
| 6446 | αραμπάς | [ἀραμπάς] α-ρα-μπάς ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): δίτροχο ή τετράτροχο μεταφορικό μέσο που το έσερναν άλογα ή βόδια. Πβ. άμαξα, κάρο. ● ΦΡ.: με τον αραμπά (μτφ.-ειρων.): πολύ αργά, με οκνηρία: ~ ~ πηγαίνουν/προχωρούν οι έρευνες. [< τουρκ. araba] | |
| 6447 | αραμπέσκ | [ἀραμπέσκ] α-ρα-μπέσκ επίθ. {άκλ.}: που έχει χαρακτηριστικά αραβουργήματος: μοτίβα ~. ~ και έθνικ στοιχεία. [< γαλλ. arabesque] | |
| 6448 | αραμπέσκ | [ἀραμπέσκ] α-ρα-μπέσκ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. στάση στο μπαλέτο στην οποία η στήριξη του χορευτή γίνεται στο ένα πόδι, ενώ το άλλο είναι σηκωμένο προς τα πίσω. 2. ΜΟΥΣ. {κ. ουδ.} μουσικό κομμάτι διανθισμένο με μελωδικά στοιχεία. [< γαλλ. arabesque] | |
| 6449 | αραμπιάτα | [ἀραμπιάτα] α-ρα-μπιά-τα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. σάλτσα από σκόρδο, ντομάτες και τσίλι μαγειρεμένα σε λάδι: πένες ~. [< ιταλ. arrabbiata] | |
| 6450 | αραξοβόλι | [ἀραξοβόλι] α-ρα-ξο-βό-λι ουσ. (ουδ.): απάνεμο μέρος για την αγκυροβόληση σκαφών: ασφαλές/φυσικό ~. Πβ. αγκυροβόλιο, ράδα.|| (μτφ.) ~ια της ζωής (= καταφύγια, στηρίγματα). Πβ. απάγκιο, αποκούμπι, λιμάνι. [< μεσν. αραξοβόλιον] | |
| 6451 | αράουτ | [ἀράουτ] α-ρά-ουτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (παλαιότ., στο ποδόσφαιρο) πλάγιο άουτ. | |
| 6452 | αράπης, αραπίνα | [ἀράπης] α-ρά-πης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {Αράπηδες (προφ.-μειωτ.) Αραπάδες | κ. θηλ. αράπισσα} 1. (προφ.-μειωτ.) που ανήκει στη μαύρη ή (συνήθ. παλαιότ.) στην αραβική φυλή. Πβ. μαύρος, νέγρος. Βλ. λευκός. 2. (μτφ.) πολύ μελαχρινός ή μαυρισμένος: Κατάμαυρος από τον ήλιο σαν ~. ● Υποκ.: αραπάκι (το) ● ΦΡ.: καπνίζει σαν αράπης: είναι μανιώδης καπνιστής. ΣΥΝ. καπνίζει σαν φουγάρο (1), τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς (παροιμ.): είναι μάταιο να προσπαθεί κάποιος να αλλάξει τον χαρακτήρα του ανθρώπου. ΣΥΝ. σαπουνίζοντας γουρούνι χάνεις χρόνο και σαπούνι [< τουρκ. Arap] | |
| 6453 | αράπικος | , η, ο [ἀράπικος] α-ρά-πι-κος επίθ. (λαϊκό): που αναφέρεται στον αράπη ή στην Αραβία. Πβ. αραβικός, νέγρικος. ● Ουσ.: αράπικα (τα): τα αραβικά. ● ΣΥΜΠΛ.: αράπικα φιστίκια βλ. φιστίκι [< μεσν. αράπικος] | |
| 6454 | αραποσίτι | [ἀραποσίτι] α-ρα-πο-σί-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): καλαμπόκι. ΣΥΝ. αραβόσιτος | |
| 6457 | αρασέ | [ἀρασέ] α-ρα-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. κίνηση της άρσης βαρών με την οποία ο αρσιβαρίστας σηκώνει την μπάρα πάνω από το κεφάλι με τα χέρια τεντωμένα και με μία μόνο κίνηση. Βλ. ζετέ. [< γαλλ. arraché, 1894] | |
| 6458 | αραχίδα | [ἀραχίδα] α-ρα-χί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. τροπικό φυτό (επιστ. ονομασ. Αrachis hypogaea), που καλλιεργείται για τον εδώδιμο καρπό του (αράπικο φιστίκι). [< γαλλ. arachide, αγγλ. arachis] | |
| 6459 | αραχιδέλαιο | [ἀραχιδέλαιο] α-ρα-χι-δέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λάδι που εξάγεται από τους καρπούς της αραχίδας. Βλ. -έλαιο. [< γαλλ. huile d'arachide] | |
| 6460 | άραχλος | , η, ο βλ. άραχνος | |
| 6461 | αράχνη | [ἀράχνη] α-ρά-χνη ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία των αρθρόποδων που ανήκουν στην τάξη των αραχνοειδών, έχουν οκτώ πόδια και υφαίνουν ιστό, ο οποίος λειτουργεί ως φωλιά ή παγίδα εντόμων: δηλητηριώδης ~. Βλ. μαύρη χήρα, μυγαλή, ταραντούλα.|| (συνεκδ.) Το ταβάνι γέμισε ~ες (= ιστούς ~ης).|| (μτφ., ως παραθετικό σύνθ.) Άνθρωπος-~ (: ήρωας σειράς κινουμένων σχεδίων). (μτφ.) Γυναίκα-~ (= δαιμόνια, πανούργα). 2. ΠΛΗΡΟΦ. υπολογιστικό πρόγραμμα που ανιχνεύει νέες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο και τις μεταβιβάζει στα ευρετήρια των μηχανών αναζήτησης. 3. ΒΟΤ. είδος διακοσμητικού φυτού: σπαράγγι/χρυσάνθεμο ~. ● Υποκ.: αραχνάκι (το), αραχνίτσα (η), αραχνούλα (η): Ξύλινη ~ούλα με χρωματιστά πόδια (: είδος παιχνιδιού). ● ΦΡ.: πιάνει αράχνες (μτφ.): για κάτι που δεν καθαρίζεται, δεν χρησιμοποιείται, δεν ανανεώνεται: Το σπίτι κοντεύει να πιάσει ~. Το προϊόν αποσύρθηκε, γιατί είχε πιάσει ~ στα ράφια των καταστημάτων. Πβ. αραχνιάζει. [< αρχ. ἀράχνη, γαλλ. araignée 2: αγγλ. spider] | |
| 6462 | αραχνιάζει | [ἀραχνιάζει] α-ρα-χνιά-ζει ρ. (αμτβ.) {αράχνια-σε, -σμένος} 1. σκεπάζεται με ιστούς αράχνης: ~σμένο: σπίτι/ταβάνι. ΑΝΤ. ξαραχνιάζω (1) 2. (μτφ.) έχει παραμεληθεί, εγκαταλειφθεί: Ο υπολογιστής ~ στην αποθήκη. ~σμένες: ιδέες (= απαρχαιωμένες, ξεπερασμένες). Η υπόθεση παραμένει καταχωνιασμένη και ~σμένη στα συρτάρια των αρμοδίων. Πβ. πιάνει αράχνες. Βλ. ρημάζω. ● αραχνιάζω (σπάν.-μτφ.-προφ.): παραμένω αδρανής: ~ουμε στη ρουτίνα. ~σα να περιμένω. Πβ. μουχλ-, σκουρ-ιάζω. [< μεσν. αραχνιάζω] | |
| 6463 | αραχνοειδή | [ἀραχνοειδῆ] α-ρα-χνο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. ομοταξία αρθρόποδων (επιστ. ονομασ. Arachnida) που περιλαμβάνει τις αράχνες, τους σκορπιούς, τους κρότωνες και τα ακάρεα. [< γαλλ. arachnides] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ