| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6436 | αραιώνω | [ἀραιώνω] α-ραι-ώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αραίω-σα, αραιώ-σει, -θηκε, -μένος, αραιών-οντας} ΑΝΤ. πυκνώνω 1. αφήνω κενά, αυξάνω τα διαστήματα μεταξύ των στοιχείων που αποτελούν ένα σύνολο ή κάνω κάτι λιγότερο πυκνό: ~ την παράταξη/τις σειρές των μαθητών. ~σαν τα δέντρα στο δάσος για πυρασφάλεια.|| ~ το γάλα/την κόλλα/το κρασί με νερό (= νερώνω)/την μπογιά με νέφτι. Το μείγμα ~θηκε σε αναλογία 1:2. ~μένος: χυμός. ~μένη: χλωρίνη. ~μένο: διάλυμα/ούζο. ΑΝΤ. συμπτύσσω (1), συμπυκνώνω (1) 2. ελαττώνω, μειώνω κάτι (ως προς τη συχνότητα): ~ τις εμφανίσεις/επισκέψεις. ΣΥΝ. λιγοστεύω, περιορίζω (1) ● αραιώνει: λιγοστεύει, ελαττώνεται, γίνεται λιγότερο πυκνός ή συχνός: ~ η κίνηση/ο κόσμος/η κυκλοφορία/η πελατεία. ~ουν τα μαλλιά/τα σύννεφα. Το πλήθος ~σε μετά τα μεσάνυχτα. Ο πληθυσμός των νησιών ~σε λόγω της μετανάστευσης. ~ η ομίχλη/το οξυγόνο. Σε μεγάλο υψόμετρο ο αέρας ~.|| ~ουν (= μειώνονται, περιορίζονται) τα δρομολόγια/οι έλεγχοι/οι έξοδοι/οι επαφές/οι παραστάσεις/οι συναντήσεις/τα τηλεφωνήματα. (οικ.) ~σε, τη βλέπαμε όλο και πιο σπάνια, μέχρι που χάθηκε εντελώς. ● ΦΡ.: αραίωνε! (προφ.): φύγε, εξαφανίσου. ΣΥΝ. σπάσε! [< αρχ. ἀραιῶ, γαλλ. raréfier, espacer] | |
| 6437 | αραίωση | [ἀραίωση] α-ραί-ω-ση ουσ. (θηλ.): (κυρ. ως διαδικασία) μείωση της πυκνότητας ουσίας, αερίου, υγρού: ~ του αέρα/του δείγματος/των λυμάτων/του όζοντος/των ρύπων. Έλαια ~ης. Συμπύκνωση και ~. ~ με νερό. Προβλήματα ~ης του τριχωτού της κεφαλής.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του αίματος/ορού. Μέτρηση βακτηριακών κυττάρων µε τη µέθοδο των διαδοχικών ~ώσεων. Οστική ~ (πβ. οστεοπόρωση). ΣΥΝ. αραίωμα ΑΝΤ. πύκνωμα [< πβ. μτγν. ἀραίωσις ‘πορώδης σύσταση, πλαδαρότητα’, γαλλ. dilution, raréfaction, espacement] | |
| 6438 | αραιωτικός | , ή, ό [ἀραιωτικός] α-ραι-ω-τι-κός επίθ.: που συμβάλλει στην αραίωση: ~ή: ουσία. ~ό: διάλυµα/μέσο. Διαλυτικά και ~ά προϊόντα. ● Ουσ.: αραιωτικό (το): υγρό που διατηρεί σε ρευστή μορφή κάποιο μείγμα: ~ βαφής/χρωμάτων. Χρησιμοποιήστε νέφτι ως ~. Πβ. διαλυτικό. [< μτγν. ἀραιωτικός ‘αυτός που αραιώνει’, γαλλ. raréfactif] | |
| 6439 | αράκ | [ἀράκ] α-ράκ ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. άχρωμο και άγλυκο οινοπνευματώδες ποτό χωρών κυρ. της Μέσης Ανατολής (Συρίας, Ιορδανίας, Λιβάνου), προϊόν ζύμωσης κυρ. ρυζιού, σταφυλιών αλλά και ζαχαροκάλαμου, χουρμάδων, στο οποίο προστίθεται εκχύλισμα γλυκάνισου. [< γαλλ. arak] | |
| 6440 | αρακάς | [ἀρακάς] α-ρα-κάς ουσ. (αρσ.) (περιληπτ.): ΒΟΤ. οι χλωροί λοβοί της μπιζελιάς και κυρ. οι πράσινοι σφαιρικοί σπόροι τους· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο φαγητό: κατεψυγμένος/φρέσκος ~.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ λαδερός/(με πατάτες) γιαχνί/με καρότα. Κρέας με ~ά. Βλ. όσπρια. ΣΥΝ. μπιζέλι [< μεσν. αρακάς] | |
| 6443 | αράλια | [ἀράλια] α-ρά-λι-α ουσ. (θηλ.) & αραλία: ΒΟΤ. είδος καλλωπιστικού φυτού (οικογ. Araliaceae) με πλούσιο φύλλωμα. Βλ. σεφλέρα. [< γαλλ.-αγγλ. aralia] | |
| 6444 | αραλίκι | [ἀραλίκι] α-ρα-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τεμπελιά, καθισιό: Όλη μέρα ~ στην παραλία. Καλοκαιράκι/ξάπλα κι ~. Το 'χει ρίξει στο ~. Πβ. απραξία, άραγμα, οκνηρία, ραχάτι, ρεμπελιό. Βλ. -ίκι. [< τουρκ. aralιk] | |
| 6445 | αραμαϊκός | , ή, ό [ἀραμαϊκός] α-ρα-μα-ϊ-κός επίθ.: που έχει σχέση με τους Αραμαίους: ~ή: γραφή. Πβ. χαλδαϊκός. ● Ουσ.: Αραμαϊκά (τα) & (επίσ.) Αραμαϊκή (η): σημιτική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι Αραμαίοι. [< γαλλ. araméen] | |
| 6446 | αραμπάς | [ἀραμπάς] α-ρα-μπάς ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): δίτροχο ή τετράτροχο μεταφορικό μέσο που το έσερναν άλογα ή βόδια. Πβ. άμαξα, κάρο. ● ΦΡ.: με τον αραμπά (μτφ.-ειρων.): πολύ αργά, με οκνηρία: ~ ~ πηγαίνουν/προχωρούν οι έρευνες. [< τουρκ. araba] | |
| 6447 | αραμπέσκ | [ἀραμπέσκ] α-ρα-μπέσκ επίθ. {άκλ.}: που έχει χαρακτηριστικά αραβουργήματος: μοτίβα ~. ~ και έθνικ στοιχεία. [< γαλλ. arabesque] | |
| 6448 | αραμπέσκ | [ἀραμπέσκ] α-ρα-μπέσκ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. στάση στο μπαλέτο στην οποία η στήριξη του χορευτή γίνεται στο ένα πόδι, ενώ το άλλο είναι σηκωμένο προς τα πίσω. 2. ΜΟΥΣ. {κ. ουδ.} μουσικό κομμάτι διανθισμένο με μελωδικά στοιχεία. [< γαλλ. arabesque] | |
| 6449 | αραμπιάτα | [ἀραμπιάτα] α-ρα-μπιά-τα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. σάλτσα από σκόρδο, ντομάτες και τσίλι μαγειρεμένα σε λάδι: πένες ~. [< ιταλ. arrabbiata] | |
| 6450 | αραξοβόλι | [ἀραξοβόλι] α-ρα-ξο-βό-λι ουσ. (ουδ.): απάνεμο μέρος για την αγκυροβόληση σκαφών: ασφαλές/φυσικό ~. Πβ. αγκυροβόλιο, ράδα.|| (μτφ.) ~ια της ζωής (= καταφύγια, στηρίγματα). Πβ. απάγκιο, αποκούμπι, λιμάνι. [< μεσν. αραξοβόλιον] | |
| 6451 | αράουτ | [ἀράουτ] α-ρά-ουτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (παλαιότ., στο ποδόσφαιρο) πλάγιο άουτ. | |
| 6452 | αράπης, αραπίνα | [ἀράπης] α-ρά-πης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {Αράπηδες (προφ.-μειωτ.) Αραπάδες | κ. θηλ. αράπισσα} 1. (προφ.-μειωτ.) που ανήκει στη μαύρη ή (συνήθ. παλαιότ.) στην αραβική φυλή. Πβ. μαύρος, νέγρος. Βλ. λευκός. 2. (μτφ.) πολύ μελαχρινός ή μαυρισμένος: Κατάμαυρος από τον ήλιο σαν ~. ● Υποκ.: αραπάκι (το) ● ΦΡ.: καπνίζει σαν αράπης: είναι μανιώδης καπνιστής. ΣΥΝ. καπνίζει σαν φουγάρο (1), τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς (παροιμ.): είναι μάταιο να προσπαθεί κάποιος να αλλάξει τον χαρακτήρα του ανθρώπου. ΣΥΝ. σαπουνίζοντας γουρούνι χάνεις χρόνο και σαπούνι [< τουρκ. Arap] | |
| 6453 | αράπικος | , η, ο [ἀράπικος] α-ρά-πι-κος επίθ. (λαϊκό): που αναφέρεται στον αράπη ή στην Αραβία. Πβ. αραβικός, νέγρικος. ● Ουσ.: αράπικα (τα): τα αραβικά. ● ΣΥΜΠΛ.: αράπικα φιστίκια βλ. φιστίκι [< μεσν. αράπικος] | |
| 6454 | αραποσίτι | [ἀραποσίτι] α-ρα-πο-σί-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): καλαμπόκι. ΣΥΝ. αραβόσιτος | |
| 6457 | αρασέ | [ἀρασέ] α-ρα-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. κίνηση της άρσης βαρών με την οποία ο αρσιβαρίστας σηκώνει την μπάρα πάνω από το κεφάλι με τα χέρια τεντωμένα και με μία μόνο κίνηση. Βλ. ζετέ. [< γαλλ. arraché, 1894] | |
| 6458 | αραχίδα | [ἀραχίδα] α-ρα-χί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. τροπικό φυτό (επιστ. ονομασ. Αrachis hypogaea), που καλλιεργείται για τον εδώδιμο καρπό του (αράπικο φιστίκι). [< γαλλ. arachide, αγγλ. arachis] | |
| 6459 | αραχιδέλαιο | [ἀραχιδέλαιο] α-ρα-χι-δέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λάδι που εξάγεται από τους καρπούς της αραχίδας. Βλ. -έλαιο. [< γαλλ. huile d'arachide] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ