| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6460 | άραχλος | , η, ο βλ. άραχνος | |
| 6461 | αράχνη | [ἀράχνη] α-ρά-χνη ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία των αρθρόποδων που ανήκουν στην τάξη των αραχνοειδών, έχουν οκτώ πόδια και υφαίνουν ιστό, ο οποίος λειτουργεί ως φωλιά ή παγίδα εντόμων: δηλητηριώδης ~. Βλ. μαύρη χήρα, μυγαλή, ταραντούλα.|| (συνεκδ.) Το ταβάνι γέμισε ~ες (= ιστούς ~ης).|| (μτφ., ως παραθετικό σύνθ.) Άνθρωπος-~ (: ήρωας σειράς κινουμένων σχεδίων). (μτφ.) Γυναίκα-~ (= δαιμόνια, πανούργα). 2. ΠΛΗΡΟΦ. υπολογιστικό πρόγραμμα που ανιχνεύει νέες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο και τις μεταβιβάζει στα ευρετήρια των μηχανών αναζήτησης. 3. ΒΟΤ. είδος διακοσμητικού φυτού: σπαράγγι/χρυσάνθεμο ~. ● Υποκ.: αραχνάκι (το), αραχνίτσα (η), αραχνούλα (η): Ξύλινη ~ούλα με χρωματιστά πόδια (: είδος παιχνιδιού). ● ΦΡ.: πιάνει αράχνες (μτφ.): για κάτι που δεν καθαρίζεται, δεν χρησιμοποιείται, δεν ανανεώνεται: Το σπίτι κοντεύει να πιάσει ~. Το προϊόν αποσύρθηκε, γιατί είχε πιάσει ~ στα ράφια των καταστημάτων. Πβ. αραχνιάζει. [< αρχ. ἀράχνη, γαλλ. araignée 2: αγγλ. spider] | |
| 6462 | αραχνιάζει | [ἀραχνιάζει] α-ρα-χνιά-ζει ρ. (αμτβ.) {αράχνια-σε, -σμένος} 1. σκεπάζεται με ιστούς αράχνης: ~σμένο: σπίτι/ταβάνι. ΑΝΤ. ξαραχνιάζω (1) 2. (μτφ.) έχει παραμεληθεί, εγκαταλειφθεί: Ο υπολογιστής ~ στην αποθήκη. ~σμένες: ιδέες (= απαρχαιωμένες, ξεπερασμένες). Η υπόθεση παραμένει καταχωνιασμένη και ~σμένη στα συρτάρια των αρμοδίων. Πβ. πιάνει αράχνες. Βλ. ρημάζω. ● αραχνιάζω (σπάν.-μτφ.-προφ.): παραμένω αδρανής: ~ουμε στη ρουτίνα. ~σα να περιμένω. Πβ. μουχλ-, σκουρ-ιάζω. [< μεσν. αραχνιάζω] | |
| 6463 | αραχνοειδή | [ἀραχνοειδῆ] α-ρα-χνο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. ομοταξία αρθρόποδων (επιστ. ονομασ. Arachnida) που περιλαμβάνει τις αράχνες, τους σκορπιούς, τους κρότωνες και τα ακάρεα. [< γαλλ. arachnides] | |
| 6464 | αραχνοειδής | , ής, ές [ἀραχνοειδής] α-ρα-χνο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με την αράχνη ή τον ιστό της: ~ές: δίκτυο.|| (ΙΑΤΡ.) ~ής: κύστη/μεμβράνη/μήνιγγα (: ο λεπτός υμένας ανάμεσα στη σκληρή και τη χοριοειδή)/σύμφυση. ~ές: αγγείωμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ές: γράφημα. Βλ. -ειδής. [< αρχ. ἀραχνοειδής, γαλλ. arachnoidien, αγγλ. arachnoid] | |
| 6465 | άραχνος | , η, ο [ἄραχνος] ά-ρα-χνος επίθ. & (λαϊκό) άραχλος: που βρίσκεται σε άθλια κατάσταση, εγκαταλελειμμένος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: μαύρος και άραχνος βλ. μαύρος | |
| 6466 | αραχνοΰφαντος | , η, ο [ἀραχνοΰφαντος] α-ρα-χνο-ΰ-φα-ντος επίθ.: που η ύφανσή του είναι τόσο λεπτή σαν του ιστού της αράχνης: ~η: κουρτίνα/μπλούζα. ~ο: πέπλο/ύφασμα/φόρεμα. Πβ. αέρινος. | |
| 6467 | αραχνοφοβία | [ἀραχνοφοβία] α-ρα-χνο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. παθολογικός φόβος για τις αράχνες. Βλ. -φοβία. [< αγγλ. arachnophobia, γαλλ. arachnophobie, 1991] | |
| 6468 | αραχτός | , ή, ό [ἀραχτός] α-ρα-χτός επίθ. (αργκό): που κάθεται αναπαυτικά και ανέμελα: ~ στον καναπέ/στην παραλία. Βλέπει ~ και ξέγνοιαστος τηλεόραση. ● επίρρ.: αραχτά ● ΦΡ.: αραχτός και λάιτ βλ. λάιτ | |
| 6469 | Αρβανίτης, Αρβανίτισσα | [Ἀρβανίτης] Αρ-βα-νί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (παλαιότ.) Έλληνας αρβανιτόφωνος. 2. (μτφ.-μειωτ.) για πεισματάρη, ανυποχώρητο άνθρωπο. [< μεσν. Aρβανίτης] | |
| 6470 | αρβανίτικος | , η, ο [ἀρβανίτικος] αρ-βα-νί-τι-κος επίθ.: που αναφέρεται στους Αρβανίτες. Βλ. -ίτικος. ● Ουσ.: αρβανίτικα (τα): η διάλεκτος των Αρβανιτών. ● ΣΥΜΠΛ.: αγύριστο/ξερό/αρβανίτικο κεφάλι βλ. κεφάλι [< μεσν. αρβανίτικος] | |
| 6471 | αρβανιτόφωνος | , η, ο βλ. -φωνος | |
| 6472 | αρβύλα & άρβυλο | [ἀρβύλα] αρ-βύ-λα ουσ. (θηλ. + ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: παπούτσι με κορδόνια και ύψος ως τη μέση περ. της κνήμης, που κατασκευάζεται από χοντρό δέρμα: ορειβατικές/στρατιωτικές ~ες (πβ. μπότες). (ΣΤΡΑΤ.) Ελεύθερος ~ών (: όταν αδυνατεί για ιατρικούς λόγους να φορέσει αρβύλες).|| (ουδ.) Αδιάβροχα/ελαφριά/εύκαμπτα/τρακτερωτά ~α. ~α κυνηγιού/πεζοπορίας. Βλ. γαλότσα. ● ΣΥΜΠΛ.: ράδιο-αρβύλα βλ. ράδιο1 [< αρχ. ἀρβύλη] | |
| 6473 | αργά | [ἀργά] αρ-γά επίρρ. {συγκρ. αργότερα} 1. σιγά, χωρίς βιασύνη, με χαλαρούς ρυθμούς: ~ και με προσοχή. Γράφω/κινούμαι/οδηγώ ~. Πολύ ~ περνάει σήμερα η ώρα. Κατευθύνθηκε ~ ~ προς το μέρος της. Προσθέτουμε ~ ~ αλεύρι στη ζύμη (ΣΥΝ. λίγο-λίγο, σταδιακά). Πβ. βραδέως. ΑΝΤ. γρήγορα (1), ταχέως (1) 2. σε περασμένη ώρα: ~ το απόγευμα/τη νύχτα/το πρωί. Ξύπνησα ~. Γύρισα σπίτι ~ (= το βράδυ). Φτάσαμε ~ και είχαν ήδη φύγει (= καθυστερημένα· ΑΝΤ. έγκαιρα). Θα δουλεύω μέχρι ~. ΑΝΤ. νωρίς (2) 3. (κυρ. στον συγκρ.) μετά από την καθορισμένη ώρα ή γενικότ. στο μέλλον: Δέκα λεπτά/χρόνια αργότερα. Συναντήθηκαν το μεσημέρι και αργότερα πήγαν για φαγητό. Η εκδήλωση αναβλήθηκε για αργότερα. Καν' το τώρα, για να μην το μετανιώσεις αργότερα. ● Υποκ.: αργούτσικα ● ΦΡ.: αργά ή γρήγορα: δηλώνει βεβαιότητα πως κάποια στιγμή θα επιβεβαιωθούν τα λεγόμενα του ομιλητή: ~ ~ θα συναντηθούν/τιμωρηθεί., αργά και πού: σπάνια, σε ειδικές ή έκτακτες περιπτώσεις. ΣΥΝ. αραιά και πού, αργά, αλλά σταθερά: λέγεται συνήθ. για να δηλωθεί ότι δεν υπάρχουν απότομες διακυμάνσεις ή για να μετριαστεί η καθυστέρηση που παρατηρείται: ~ ~ εξελίσσεται η κατάσταση της υγείας του/προχωρούν τα έργα., είναι αργά: έχει περάσει η καθορισμένη ώρα ή το κατάλληλο χρονικό διάστημα: ~ ~ για παραγγελίες/για να γυρίσει πίσω. ~ ~ και όλα τα μαγαζιά είναι κλειστά. Πήγαινε τώρα πριν να ~ ~. Ποτέ δεν ~ ~. Αύριο θα ~ ~, θα έχει πετάξει το πουλάκι. Το καταλάβαμε το λάθος όταν πια ήταν ~., τα ζώα μου αργά (ειρων.-χιουμορ.): για να δηλωθούν οι αργοί ρυθμοί, η αδράνεια ή έλλειψη ευστροφίας κάποιου: Καλά, αυτός είναι ~ ~! Δεν παίρνει στροφές, είναι ~ ~., το αργότερο: για να δηλωθεί η τελευταία προθεσμία: ~ ~ (ως) τη Δευτέρα θα έχουν ανακοινωθεί οι βαθμολογίες. Σήμερα ή ~ ~ αύριο όλα θα έχουν τελειώσει. ΑΝΤ. το νωρίτερο, κάλλιο αργά παρά ποτέ βλ. κάλλιο ● βλ. αργός [< μεσν. αργά] | |
| 6474 | αργαλειός | [ἀργαλειός] αρ-γα-λειός ουσ. (αρσ.): ΛΑΟΓΡ. οικιακό εργαλείο ύφανσης που αποτελείται κυρ. από ένα οριζόντιο στημόνι, το οποίο προσαρμόζεται σε τέσσερα στηρίγματα: κάθετος/καθιστός/ξύλινος/όρθιος/παραδοσιακός/χειροκίνητος ~.|| Μηχανικός ~. Ρούχα/στρωσίδια/χαλιά υφασμένα στον ~ό. Βλ. αντί, σαΐτα, υφάδι, χτένι. ΣΥΝ. υφαντικός ιστός [< μτγν. ἀργαλεῖον] | |
| 6475 | αργάμιση | [ἀργάμιση] αρ-γά-μι-ση επίρρ. (αργκό): πολύ αργά (στη διάρκεια μιας ημέρας), σε προχωρημένη ώρα ή καθυστερημένα: Γυρίσαμε ~ σπίτι.|| Έφτασα ~ στη δουλειά/στο ραντεβού. | |
| 6476 | αργάτης | [ἀργάτης] αρ-γά-της ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. είδος μοχλού, βαρούλκο. 2. εργάτης. [< μεσν. αργάτης] | |
| 6477 | Αργείος, Αργεία | [Ἀργεῖος] Αρ-γεί-ος επίθ./ουσ. (λόγ.): Αργίτης, Αργίτισσα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: αιδώς (Αργείοι)! βλ. αιδώς | |
| 6478 | αργεντίνικος | , η, ο [ἀργεντίνικος] αρ-γε-ντί-νι-κος επίθ. & (λόγ.) αργεντινός & (προφ.) αργεντινέζικος: που σχετίζεται με την Αργεντινή ή/και τους Αργεντινούς: ~η: υπηκοότητα. ~ο: τάνγκο. Βλ. μιλόνγκα. | |
| 6479 | Αργεντινός, Αργεντινή | [Ἀργεντινός] Αρ-γε-ντι-νός επίθ./ουσ. & (προφ.) Αργεντίνος, Αργεντινέζα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Αργεντινή ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την αργεντίνικη υπηκοότητα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ