| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6484 | αργιλο- & αργιλό- & αργιλ- | : α΄συνθετικό ουσιαστικών ή επιθέτων με αναφορά στον άργιλο: αργιλο-πυριτικός. Αργιλό-χωμα. Αργιλ-ούχος. | |
| 6485 | αργιλοπυριτικός | , ή, ό [ἀργιλοπυριτικός] αρ-γι-λο-πυ-ρι-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει αργίλιο και πυρίτιο: ~ό: άλας/ασβέστιο/ορυκτό (βλ. άστριοι). ~ές: ενώσεις. ~ά: κεραμικά. [< αγγλ. aluminosilicate] | |
| 6486 | άργιλος | [ἄργιλος] άρ-γι-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αργίλ-ου | συνήθ. στο θηλ.}: ΓΕΩΛ. υλικό του εδάφους, το οποίο αποτελείται από λεπτούς κόκκους αργιλίου, χαρακτηρίζεται από υψηλή απορροφητικότητα νερού και έχει ευρύτατη χρήση στην κεραμική: αμμώδης/λευκή ~. Πβ. πηλός. [< αρχ. ἄργιλ(λ)ος, γαλλ. argile, αγγλ. argil] | |
| 6487 | αργιλούχος | , ος/α, ο [ἀργιλοῦχος] αρ-γι-λού-χος επίθ.: ΓΕΩΛ. που περιέχει άργιλο: ~α: ιζήματα/υλικά. Βλ. -ούχος2. ΣΥΝ. αργιλώδης | |
| 6488 | αργιλόχωμα | [ἀργιλόχωμα] αρ-γι-λό-χω-μα ουσ. (ουδ.): χώμα που περιέχει άργιλο. Πβ. ασπρόχωμα. Βλ. -χωμα. | |
| 6489 | αργιλώδης | , ης, ες [ἀργιλώδης] αρ-γι-λώ-δης επίθ. {αργιλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΓΕΩΛ. που περιέχει ή μοιάζει με άργιλο: ~ης: πηλός. ~ης: άμμος. ~ες: έδαφος. ~η: πετρώματα/υλικά. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. αργιλούχος [< αρχ. ἀργιλλώδης, γαλλ. argileux, αγγλ. argillaceous] | |
| 6490 | αργινίνη | [ἀργινίνη] αρ-γι-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αμινοξύ (σύμβ. C6H14N4O2) που υπάρχει σε ζωικές πρωτεΐνες και φυτικούς ιστούς και είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη των ζωντανών οργανισμών: L-~. Βλ. -ίνη. [< γερμ. Arginin] | |
| 6491 | Αργίτης, Αργίτισσα | [Ἀργίτης] Αρ-γί-της επίθ./ουσ. & (λόγ.) Αργείος, Αργεία: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Άργος. | |
| 6492 | αργίτικος | , η, ο [ἀργίτικος] αρ-γί-τι-κος επίθ. & αργείτικος: που σχετίζεται με το Άργος ή/και τους Αργίτες: ~ο: πεπόνι. Βλ. -ίτικος. [< μεσν. Aργίτικος] | |
| 6493 | αργκό | [ἀργκό] αρ-γκό ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΓΛΩΣΣ. ιδιόλεκτος κοινωνικής ή επαγγελματικής ομάδας που παρουσιάζει απόκλιση από την καθομιλουμένη και θεωρείται ακατάλληλη σε επίσημες περιστάσεις επικοινωνίας: αθλητική/δημοσιογραφική/νεανική/ποδοσφαιρική/στρατιωτική ~. Η ~ του διαδικτύου/υποκόσμου. Πβ. ζαργκόν, κοινωνιόλεκτος, σλανγκ, συνθηματική γλώσσα. [< γαλλ. argot] | |
| 6501 | αργό(ν) | [ἀργό] αρ-γό ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο και άγευστο ευγενές αέριο (σύμβ. Αr, Ζ 18), που περιέχεται στον ατμοσφαιρικό αέρα και χρησιμοποιείται σε λαμπτήρες. [< γαλλ.-αγγλ. argon < νεολατ. ~ < αρχ. ἀργὸς ‘αδρανής’] | |
| 6494 | αργο- & αργό- | : α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του αργού ή άσκοπου: αργο-κίνητος. Αργο-πορία.|| Αργό-μισθος/~σχολος. | |
| 6495 | αργοκίνητος | , η, ο [ἀργοκίνητος] αρ-γο-κί-νη-τος επίθ.: που κινείται με αργούς ρυθμούς: ~η: χελώνα. ~ο: πλοίο (ΑΝΤ. γοργο-κίνητο, -τάξιδο)/τρένο.|| (μτφ.) ~ος: κρατικός μηχανισμός. ~η: γραφειοκρατία. Πβ. νυσταλέος, νωθρός. Βλ. -κίνητος. ΣΥΝ. βραδυκίνητος ΑΝΤ. γρήγορος (1), σβέλτος, ταχυκίνητος ● ΣΥΜΠΛ.: αργοκίνητο καράβι βλ. καράβι [< μεσν. αργοκίνητος] | |
| 6496 | αργοκυλά & αργοκυλάει | [ἀργοκυλᾷ] αρ-γο-κυ-λά ρ. (αμτβ.) {αργοκύλ-ησε} (μτφ.-λογοτ.): κυλά, περνά αργά: ~ούν οι μέρες. ~ησε ένα δάκρυ στο μάγουλό της. | |
| 6497 | αργολιθοδομή | [ἀργολιθοδομή] αρ-γο-λι-θο-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. τεχνική τοιχοποιίας με συνδετικό κονίαμα και πλίνθους: ισχυρή ~. ~ και ασβεστοκονίαμα. Θεμέλια από ~. | |
| 6498 | αργολικός | , ή, ό [ἀργολικός] αρ-γο-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Αργολίδα. [< αρχ. ἀργολικός] | |
| 6499 | αργομισθία | [ἀργομισθία] αρ-γο-μι-σθί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η κατάσταση του αργόμισθου και συνεκδ. η αμοιβή του: Κατηγορούνται για ~. Σκάνδαλο ~ών. | |
| 6500 | αργόμισθος | , η, ο [ἀργόμισθος] αρ-γό-μι-σθος επίθ./ουσ.: που αμείβεται χωρίς να παράγει έργο ανάλογο της θέσης του: Βολεμένοι και ~οι υπάλληλοι. Πβ. αργόσχολος.|| (ως ουσ.) Κρατικοδίαιτοι/υψηλόμισθοι ~οι. | |
| 6502 | αργοναυτικός | , ή, ό [ἀργοναυτικός] αρ-γο-ναυ-τι-κός επίθ.: ΜΥΘ. που σχετίζεται με τους Αργοναύτες: ~ή: εκστρατεία. [< μτγν. ουδ. πληθ. Ἀργοναυτικά] | |
| 6503 | αργοπεθαίνω | [ἀργοπεθαίνω] αρ-γο-πε-θαί-νω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ' πρόσ.}: πεθαίνω, χάνομαι σιγά σιγά: Ο ασθενής ~ει.|| (μτφ.) Η σχέση τους ~ει. Έθιμα/θεσμοί που ~ουν (= αργοσβήνουν, παρακμάζουν). Πβ. πνέει τα λοίσθια, ψυχορραγώ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ