Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7420-7440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6504αργοπορημένος, η, ο [ἀργοπορημένος] αρ-γο-πο-ρη-μέ-νος επίθ.: που έχει καθυστερήσει: ~η: άνοιξη (= όψιμη). ~ο: δώρο/ξύπνημα. Έτρεχε ~ να προλάβει το μάθημά του. Έφτασε ~ στη δουλειά/στο ραντεβού. ΑΝΤ. έγκαιρος ● επίρρ.: αργοπορημένα ● βλ. αργοπορώ
6505αργοπορία[ἀργοπορία] αρ-γο-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καθυστέρηση: αδικαιολόγητη ~. ~ μεταφορικών μέσων/παράδοσης (δέματος). ~ στην εξυπηρέτηση/στο μάθημα. Έφτασε τελικά με ~ μιας ημέρας. Ετοιμάσου χωρίς ~. Συγγνώμη για την ~. Πβ. βραδυπορία, χρονοτριβή. Βλ. βραδύτητα, χασομέρι. [< μεσν. αργοπορία]
6506αργοπορώ[ἀργοπορῶ] αρ-γο-πο-ρώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αργοπορ-είς ... | αργοπόρ-ησα, αργοπορ-ήσει, -ημένος} 1. φτάνω κάπου αργότερα από την καθορισμένη ώρα, δεν κάνω κάτι εγκαίρως: ~ αδικαιολόγητα/δέκα λεπτά. Έχει ~ήσει η υλοποίηση του έργου. Έτρεχε, γιατί είχε ~ήσει (= αργήσει). ~εί στη δουλειά του. Πβ. χρονοτριβώ. ΣΥΝ. καθυστερώ (1) ΑΝΤ. σπεύδω (1) 2. χασομερώ κάποιον: Μου έπιασε την κουβέντα και με ~ησε. ● βλ. αργοπορημένος [< μεσν. αργοπορώ]
6507αργός, ή, ό [ἀργός] αρ-γός επίθ. 1. που κινείται, ενεργεί ή γίνεται με μικρή ταχύτητα, βραδύς: ~ός: υπάλληλος (πβ. νωθρός, ΑΝΤ. δραστήριος, σβέλτος). ~ή: αναπνοή/εκκίνηση. ~ό: αυτοκίνητο/βήμα/περπάτημα/τρένο (= αργοκίνητο). Απελπιστικά/βασανιστικά/τρομερά ~ στη δουλειά. Με ~ές (ΑΝΤ. αστραπιαίες) κινήσεις. Βλ. σιγανός.|| (μτφ.) Eίναι ~ στις αντιδράσεις/στην αντίληψη/στις αποφάσεις/στο μυαλό (= αργόστροφος, βραδύνους). ΑΝΤ. γρήγορος (1), ταχύς (1) 2. που εξελίσσεται με χαλαρούς ρυθμούς: ~ός: αγώνας/χορός/χρόνος (απόκρισης). ~ή: ανάπτυξη/διαδικασία/εξέλιξη/πρόοδος. ~ό: (κινηματογραφικό) έργο. Η εργασία προχωρά με ~ούς ρυθμούς. ΑΝΤ. γρήγορος (2), ταχύς (1) 3. που βρίσκεται στη φυσική κατάσταση εξαγωγής του, ακατέργαστος: (ΓΕΩΛ.) ~ός: λίθος. ΑΝΤ. κατεργασμένος ● Υποκ.: αργούτσικος , η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: αργό(ν) μέλος: ΜΟΥΣ. στο οποίο μια συλλαβή του κειμένου αντιστοιχεί σε περισσότερους μουσικούς φθόγγους., αργό πετρέλαιο βλ. πετρέλαιο, αργός θάνατος βλ. θάνατος ● ΦΡ.: σε αργή κίνηση: (σε κινηματογράφο, τηλεόραση, βίντεο) αναπαραγωγή κινούμενης εικόνας σε μικρότερη ταχύτητα από την κανονική: πλάνο/σκηνή/στιγμιότυπο/φάση ~ ~. ΑΝΤ. σε γρήγορη κίνηση [< αγγλ. (in) slow motion, 1924] ● βλ. αργά [< 1: αρχ. ἀργός, μεσν. αργός 2: γαλλ. lent 3: αγγλ. crude]
6508αργοσαλεύει[ἀργοσαλεύει] αρ-γο-σα-λεύ-ει ρ. (αμτβ.) {σπάν. αργοσάλεψε} (λογοτ.): κινείται με αργές κινήσεις: Μια σκιά ~ μες στο σκοτάδι.
29449αργοσβήνω

μα-ρα-ζώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μαράζω-σα, -σει, -μένος, μαραζών-οντας}: έχω ή προκαλώ μαράζι, κατάθλιψη: Κάθεται κλεισμένη στο σπίτι και ~ει. Η καρδιά της ~σε. Ο καημός της πατρίδας τον ~σε. Πβ. αργοσβήνω, βαλαντώνω, λιώνω.μαραζώνει (μτφ.): χάνει την ακμή του, παρακμάζει: Πόλεις που ~ουν οικονομικά και κοινωνικά.|| (σπάν. για φυτά) Τα λουλούδια μαραίνονται και ~ουν (= μαραγκιάζουν, ξεραίνονται).

6509αργοσβήνω[ἀργοσβήνω] αρ-γο-σβή-νω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στο ενεστ. θ. κ. στο γ' πρόσ.}: σβήνω με αργούς ρυθμούς· κατ' επέκτ. πεθαίνω ή χάνομαι σιγά σιγά: Το τσιγάρο/η φωτιά ~ει.|| (μτφ.) ~ει στο κρεβάτι του πόνου (= αργοπεθαίνει). Τα μικρά χωριά ~ουν (= παρακμάζουν). Πβ. είναι στα τελευταία του, πνέει τα λοίσθια, ψυχορραγώ.
6510Αργοστολιώτης, Αργοστολιώτισσα[Ἀργοστολιώτης] Αρ-γο-στο-λιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Αργοστόλι.
6511αργόστροφος, η, ο [ἀργόστροφος] αρ-γό-στρο-φος επίθ. ΑΝΤ. πολύστροφος 1. (λόγ.) που αργεί να καταλάβει, να αντιδράσει ή να ενεργήσει: Είναι λίγο ~ (: αργός στο μυαλό), δεν τα πιάνει αμέσως. Νωθρός και ~. ΣΥΝ. βραδύνους ΑΝΤ. εύστροφος 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. που λειτουργεί με αργές στροφές: ~ος: ανεμιστήρας/κινητήρας. ~η: αντλία/μηχανή. ~ο: μοτέρ. Βλ. -στροφος.
6512αργόσυρτος, η, ο [ἀργόσυρτος] αρ-γό-συρ-τος επίθ.: που κινείται, περνάει ή γίνεται αργά: ~ος: ρυθμός/χορός/χρόνος. ~η: διαδικασία/πορεία/φωνή. ~ο: βήμα/τραγούδι. ~ες: μελωδίες. Ταινία με ~α πλάνα. Πβ. μακρόσυρτος.
6513αργόσχολος, η, ο [ἀργόσχολος] αρ-γό-σχο-λος επίθ. (μειωτ.): που περνάει τον καιρό του άσκοπα, χωρίς να κάνει τίποτα: ~οι: εισοδηματίες/υπάλληλοι/φοιτητές (πβ. αιώνιος φοιτητής). Ανέμελος και ~.|| (ως ουσ.) Οι ~οι των καφενείων. Πβ. καφενόβιος, σουλατσαδόρος, τεμπέλης, χασομέρης.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ζωή. ΑΝΤ. πολυάσχολος
6514αργότεραβλ. αργά
6515αργυρ-βλ. αργυρο-
6516αργυραμοιβός[ἀργυρομοιβός] αρ-γυ-ρα-μοι-βός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): επαγγελματίας που ασχολείται με την εξαργύρωση ξένων νομισμάτων, κρατώντας σαν αμοιβή τη διαφορά μεταξύ της τιμής που τα αγοράζει και αυτής που τα πουλά. [< μτγν. ἀργυραμοιβός]
6517αργύριο[ἀργύριο] αρ-γύ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {αργυρί-ου | -ων}: ΙΣΤ. αργυρό νόμισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: τριάκοντα αργύρια & τα αργύρια της προδοσίας: η αμοιβή του Ιούδα, για να προδώσει τον Χριστό· γενικότ. το τίμημα μιας προδοσίας ή το αντίτιμο για ευτελή οφέλη και ανταλλάγματα: Τον "πούλησε" για ~ ~! [< αρχ. ἀργύριον]
6518αργυρο- & αργυρό- & αργυρ-α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται 1. στον άργυρο, το ασήμι: αργυρο-ποίκιλτος/~χοΐα. 2. στο νόμισμα, το χρήμα: αργυρ-αμοιβός/~ώνητος. 3. στο ασημένιο χρώμα: αργυρό-λευκος.
6519αργυρόλευκος, η, ο [ἀργυρόλευκος] αρ-γυ-ρό-λευ-κος επίθ.: που έχει το λευκό χρώμα του αργύρου: ~α: φύλλα. Το αλουμίνιο και το νικέλιο είναι ~α μέταλλα. Πβ. ασημής, χρωμέ. [< μεσν. αργυρόλευκος]
6520αργυροπελεκάνος[ἀργυροπελεκάνος] αρ-γυ-ρο-πε-λε-κά-νος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. υδρόβιο πουλί (επιστ. ονομασ. Pelecanus crispus) με αργυρόλευκο φτέρωμα, το πιο μεγαλόσωμο από τα είδη πελεκάνων: Οι ~οι απειλούνται παγκοσμίως με εξαφάνιση. Βλ. ροδοπελεκάνος.
6521αργυροποίκιλτος, η, ο [ἀργυροποίκιλτος] αρ-γυ-ρο-ποί-κιλ-τος επίθ. (λόγ.): που είναι στολισμένος με ασήμι: ~ος: σταυρός. ~η: εικόνα Αγίου.
6522άργυρος[ἄργυρος] άρ-γυ-ρος ουσ. (αρσ.) {αργύρ-ου}: ΧΗΜ. χημικό στοιχείο (συμβ. Ag, Z 47), πολύτιμο μέταλλο λευκού-γκρι χρώματος· ασήμι: νιτρικός ~. Βλ. χαλκός, χρυσός, ψευδ~. [< αρχ. ἄργυρος, γαλλ. argent]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.