| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6519 | αργυρόλευκος | , η, ο [ἀργυρόλευκος] αρ-γυ-ρό-λευ-κος επίθ.: που έχει το λευκό χρώμα του αργύρου: ~α: φύλλα. Το αλουμίνιο και το νικέλιο είναι ~α μέταλλα. Πβ. ασημής, χρωμέ. [< μεσν. αργυρόλευκος] | |
| 6520 | αργυροπελεκάνος | [ἀργυροπελεκάνος] αρ-γυ-ρο-πε-λε-κά-νος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. υδρόβιο πουλί (επιστ. ονομασ. Pelecanus crispus) με αργυρόλευκο φτέρωμα, το πιο μεγαλόσωμο από τα είδη πελεκάνων: Οι ~οι απειλούνται παγκοσμίως με εξαφάνιση. Βλ. ροδοπελεκάνος. | |
| 6521 | αργυροποίκιλτος | , η, ο [ἀργυροποίκιλτος] αρ-γυ-ρο-ποί-κιλ-τος επίθ. (λόγ.): που είναι στολισμένος με ασήμι: ~ος: σταυρός. ~η: εικόνα Αγίου. | |
| 6522 | άργυρος | [ἄργυρος] άρ-γυ-ρος ουσ. (αρσ.) {αργύρ-ου}: ΧΗΜ. χημικό στοιχείο (συμβ. Ag, Z 47), πολύτιμο μέταλλο λευκού-γκρι χρώματος· ασήμι: νιτρικός ~. Βλ. χαλκός, χρυσός, ψευδ~. [< αρχ. ἄργυρος, γαλλ. argent] | |
| 6523 | αργυρός | , ή, ό [ἀργυρός] αρ-γυ-ρός επίθ. & (αρχαιοπρ.) αργυρούς, ά, ούν 1. που είναι φτιαγμένος από άργυρο: ~ή: επένδυση. ~ό: νόμισμα. ~ά: κοσμήματα/σκεύη. ΣΥΝ. ασημένιος (1) 2. που παίρνει το δεύτερο βραβείο ή σχετίζεται με αυτό· γενικότ. που έρχεται δεύτερος: ~ός: ολυμπιονίκης. ~ή: πρωταθλήτρια.|| ~ό: κύπελλο. (ως ουσ.) Πήρε το ~ό (ενν. μετάλλιο).|| Η εταιρεία συμμετέχει ως ~ χορηγός στην εκδήλωση (: χαρακτηρισμός ανάλογος με το ποσό της χορηγίας).|| (ως ονομασία βραβείου, συνήθ. σε φεστιβάλ) ~ός: Λέων. ~ή: Άρκτος. Βλ. χρυσός, χάλκινος. 3. (μτφ.-λογοτ.) που έχει ασημένια λάμψη ή χρώμα: ~ό: φεγγάρι. ● ΣΥΜΠΛ.: αργυρός αιώνας & (αρχαιοπρ.) αργυρούς αιών (λατ. aetas argentea): περίοδος πολιτισμικής άνθισης που όμως δεν βρίσκεται πια στο ύψιστο σημείο της ακμής της. Βλ. χρυσός αιώνας., αργυρή/ασημένια επέτειος βλ. επέτειος, αργυροί/χρυσοί/αδαμάντινοι γάμοι βλ. γάμος [< μεσν. αργυρός] | |
| 6524 | αργυρούχος | , α/ος, ο [ἀργυροῦχος] αρ-γυ-ρού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει άργυρο ή σχετίζεται με αυτόν: ~ος: μόλυβδος. ~α: απόβλητα/ορυκτά. Βλ. -ούχος2. [< γερμ. silberhaltig, γαλλ. argentifère] | |
| 6525 | αργυροχοΐα | [ἀργυροχοΐα] αρ-γυ-ρο-χο-ΐ-α ουσ. (θηλ.): η τέχνη της κατασκευής αντικειμένων από κατεργασμένο ασήμι: εκκλησιαστική/παραδοσιακή ~. Βλ. κοσμηματοποιία, μεταλλοτεχνία, χρυσοχοΐα. | |
| 6526 | αργυροχόος | [ἀργυροχόος] αρ-γυ-ρο-χό-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.): τεχνίτης που έχει ειδικευτεί στην κατεργασία του ασημιού και στην αργυροχοΐα. Βλ. κοσμηματοποιός, χρυσοχόος. [< μτγν. ἀργυροχόος] | |
| 6527 | αργυροχρυσοχοΐα | [ἀργυροχρυσοχοΐα] αρ-γυ-ρο-χρυ-σο-χο-ΐ-α ουσ. (θηλ.): η τέχνη της κατεργασίας αργύρου και χρυσού. | |
| 6528 | αργυροχρυσοχόος | [ἀργυροχρυσοχόος] αρ-γυ-ρο-χρυ-σο-χό-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.): τεχνίτης που σχεδιάζει, κατασκευάζει και επιδιορθώνει σκεύη και κοσμήματα, κυρ. από χρυσό και ασήμι. | |
| 6529 | αργυρώνητος | , η, ο [ἀργυρώνητος] αρ-γυ-ρώ-νη-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δωροδοκείται, εξαγοράζεται με χρήματα: ~α: ανδρείκελα/φερέφωνα. ΣΥΝ. εξωνημένος, πουλημένος (2) ΑΝΤ. αδέκαστος, αδιάφθορος [< αρχ. ἀργυρώνητος] | |
| 6530 | αργώ | [ἀργῶ] αρ-γώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αργ-είς ... | άργ-ησα, αργ-ήσει, -ώντας} 1. κάνω κάτι ύστερα από τον κατάλληλο χρόνο, όχι εγκαίρως, καθυστερώ ή αναγκάζω κάποιον να καθυστερήσει: Πολύ ~είς! Γιατί ~εί; Είναι πάντα συνεπής, ποτέ του δεν ~εί (= αργοπορεί). Συγγνώμη που ~ησα. Θα ~ήσω το βράδυ (: θα έρθω πιο αργά). ~ησα μια ώρα. Η απάντηση/έκδοση θα ~ήσει ένα μήνα. Φεύγω, έχω ~ήσει για τη δουλειά. ~ησα να ξεκινήσω/να ξυπνήσω και έχασα το τρένο. ~ησε να μιλήσει/περπατήσει/φανεί. Μην ~ήσεις! Βλ. ψιλο~.|| (σπανιότ.-προφ.) Μου έστειλαν ό,τι είχα παραγγείλει, αλλά με ~ησαν πολύ. Πβ. χασομερώ. 2. (+ να) κάνω κάτι με αργούς ρυθμούς, με καθυστέρηση: ~εί να γράψει/καταλάβει/πάρει μπρος. Θα ~ήσει πολύ να ξαναβρεί τη χαμένη της εμπιστοσύνη. Πβ. βραδύνω. ● αργεί 1. μένει πολύς χρόνος ακόμη για κάτι: ~ να ξημερώσει. Το γεύμα/η εκδίκαση της υπόθεσης/το καλοκαίρι ~ (= απέχει, είναι μακριά) ακόμη. Το τέλος δεν ~. Δεν ~ η μέρα που θα ... ΑΝΤ. κοντεύει, πλησιάζει. 2. (λόγ.) δεν λειτουργεί, δεν εργάζεται, έχει αργία: Η υπηρεσία ~ (ΑΝΤ. δουλεύει). [< 2: γαλλ. retarder, au repos] ● ΦΡ.: δεν αργώ να ... 1. {συνήθ. στον αόρ.} (σε αφηγήσεις ή δηλώσεις με γενική ισχύ) σε σύντομο χρονικό διάστημα: Δεν ~ησε να καταλάβει το λάθος του. Η δικαίωση/η ευκαιρία δεν ~ησε να έρθει. 2. {στον ενεστ.} (προφ.) είμαι έτοιμος να, λίγο θέλω να: ~ ~ σχολάσω., καλώς τον(α) κι ας άργησε! (οικ.): για κάποιον που είναι ευπρόσδεκτος, αν και καθυστερημένος., το καλό πρά(γ)μα αργεί να γίνει (παροιμ.): απαιτείται χρόνος για ένα καλό αποτέλεσμα: Υπομονή! ~ ~!, ο Θεός αργεί, μα δε λησμονεί βλ. θεός, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει βλ. κόκορας [< αρχ. ἀργῶ, μεσν. αργώ] | |
| 6531 | άρδευση | [ἄρδευση] άρ-δευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. ελεγχόμενη διοχέτευση νερού για πότισμα (κυρ. καλλιεργειών): αυτόματη/επιφανειακή/στάγδην (πβ. μικρο~)/υπόγεια ~. ~ γεωργικών εκτάσεων/κήπου/φυτών/χλοοτάπητα. ~ με αυλάκια/καταιονισμό/κατάκλιση/τεχνητή βροχή. Δίκτυο/σύστημα ~ης. Ύδρευση και ~. ~εύσεις-αποστραγγίσεις. 2. ΙΑΤΡ. αιμάτωση: αιματική ~. ~ των ιστών/του μυοκαρδίου. [< 1: αρχ. ἄρδευσις 2: γαλλ. irrigation] | |
| 6532 | αρδευτικός | , ή, ό [ἀρδευτικός] αρ-δευ-τι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με την άρδευση: ~ός: αγωγός/εξοπλισμός. ~ή: δεξαμενή/διώρυγα/περίοδος. ~ό: δίκτυο/κανάλι/σύστημα. ~ές: γεωτρήσεις/εγκαταστάσεις. ~ά (και υδρευτικά) έργα/μηχανήματα. [< μεσν. αρδευτικός, γαλλ. irrigateur] | |
| 13362 | αρδεύω | δι-ο-χε-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {διοχέτευ-σε, διοχετεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος} 1. {στο γ΄πρόσ.} για υγρό ή αέριο που μεταφέρεται μέσω αγωγών, δικτύων: Ηλεκτρόδια ~ουν το ρεύμα στη γη. Το φλεβικό αίμα ~εται στους πνεύμονες. Αστικά λύματα που ~ονται στη θάλασσα (βλ. μόλυνση). Πβ. μεταβιβάζω. 2. προωθώ, διανέμω: Εταιρεία που ~ει τα προϊόντα της σε μεγάλα καταστήματα. Η κίνηση ~εται στη λεωφόρο ... Πόροι ~μένοι στην έρευνα.|| (για πρόσ.) ~ουν τους νέους στην αγορά εργασίας. Πβ. διαμοιράζω. 3. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) διαδίδω κάτι (στα ΜΜΕ): Η είδηση ~θηκε στον Τύπο. Φωτογραφίες ~μένες στο διαδίκτυο. Πβ. διακινώ, διαρρέει, κυκλοφορώ. 4. (μτφ.) εκτονώνω, εξωτερικεύω: ~ει τη δημιουργικότητά του στη ζωγραφική/την ενεργητικότητά του στον αθλητισμό. [< μτγν. διοχετεύω ‘μεταφέρω με αγωγό, αρδεύομαι’, γαλλ. canaliser] | |
| 6533 | αρδεύω | [ἀρδεύω] αρ-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {άρδευ-σε, -τηκε, -τεί, -όμενος, -οντας} 1. (επίσ.) διοχετεύω νερό για πότισμα: Το αρδευτικό δίκτυο ~ει τα χωράφια. Μεγάλες γεωργικές εκτάσεις ~ονται από υπόγεια νερά/με τεχνικά μέσα. ~όμενες: καλλιέργειες. Πβ. ποτίζω. 2. ΙΑΤΡ. αιματώνω: Οι στεφανιαίες αρτηρίες ~ουν το μυοκάρδιο. 3. (μτφ.-λόγ.) (για πνευματική διεργασία) τροφοδοτώ, εμπλουτίζω: Αξίες που ~ουν τον πολιτιστικό μας χώρο. [< 1: αρχ. ἀρδεύω 2: γαλλ. irriguer] | |
| 6534 | άρδην | [ἄρδην] άρ-δην επίρρ. (λόγ.): εντελώς, ολοκληρωτικά: Η κατάσταση/το σκηνικό/το τοπίο αλλάζει ~. Οι νέες εξελίξεις ανατρέπουν ~ τα δεδομένα. Βλ. -δην. ΣΥΝ. εκ βάθρων, εκ θεμελίων (1), εξ ολοκλήρου, ριζικά [< αρχ. ἄρδην] | |
| 6535 | άρει | βλ. αίρω | |
| 6536 | αρειανισμός | [ἀρειανισμός] α-ρει-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. η αίρεση του Αρείου, που δίδασκε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, ομοούσιος με τον Πατέρα, αλλά κτίσμα του Θεού. Βλ. μονοφυσιτισμός, -ισμός. [< μτγν. ἀρειανισμός] | |
| 6537 | αρειανός | , ή, ό [ἀρειανός] α-ρει-α-νός επίθ./ουσ.: που σχετίζεται με τον πλανήτη Άρη: ~ή: ατμόσφαιρα/επιφάνεια. ~ό: έδαφος/έτος (περ. δύο γήινα έτη).|| (ως ουσ.-συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) Οι ~οί (= κάτοικοι του πλανήτη Άρη, εξωγήινοι). [< μτγν. ἀρειανός 'που αναφέρεται στον αρειανισμό', γαλλ. martien, αγγλ. martian] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ