| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6538 | αρειμάνιος | , α, ο [ἀρειμάνιος] α-ρει-μά-νι-ος επίθ. (λόγ.) 1. άγριος: ~α: όψη. ~ο: μουστάκι/ύφος. Πβ. αγριωπός, βλοσυρός. 2. (μτφ.) παθιασμένος, φανατικός: ~ος: καπνιστής (= μανιώδης). ● επίρρ.: αρειμανίως: Καπνίζει ~. [< μτγν. ἀρειμάνιος ‘πολεμοχαρής’] | |
| 6539 | Άρειος Πάγος | [Ἄρειος Πάγος] Ά-ρει-ος Πά-γος ουσ. (αρσ.) {Αρείου Πάγου} 1. ΝΟΜ. ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο αρμόδιο για τον έλεγχο αποφάσεων ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων και συνεκδ. το κτίριο στέγασής του: Καταθέτω ένσταση στον ~ο ~ο. Προσέφυγε κατά της πρωτόδικης απόφασης στον ~ο ~ο. 2. ΑΡΧ. ανώτατο δικαστήριο της αρχαίας Αθήνας και συνεκδ., σήμερα, ο αντίστοιχος αρχαιολογικός χώρος. [< 2: αρχ. Ἄρειος Πάγος] | |
| 6541 | αρένα | [ἀρένα] α-ρέ-να ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) πεδίο όπου λαμβάνουν χώρα κοινωνικοί, πολιτικοί, ιδεολογικοί αγώνες, ανταγωνισμοί, αντιδικίες, αντιπαραθέσεις: επαγγελματική/επιχειρηματική/οικονομική/προεκλογική/τηλεοπτική ~. ~ συμφερόντων. Η ~ της ζωής. Διαπρέπουν στη(ν) διεθνή/παγκόσμια ~. Στην ~ της αγοράς/του κέρδους. Πβ. κονίστρα, παλαίστρα, στίβος, τερέν. 2. ο χώρος του γηπέδου στον οποίο διεξάγονται αγώνες ή διοργανώνονται πολιτιστικές εκδηλώσεις: ισπανική (: για ταυρομαχίες)/κεντρική/(ΙΣΤ.) ρωμαϊκή (: για μονομαχίες και θηριομαχίες) ~. Κλειστή ~ (προπόνησης). Πβ. στάδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: εισιτήρια αρένας: (κυρ. για συναυλία) που είναι φτηνά και δεν αντιστοιχούν σε αριθμημένες θέσεις στην κερκίδα, αλλά παρέχουν πρόσβαση στον κεντρικό, ανοιχτό χώρο του γηπέδου. [< ιταλ. arena 1: γαλλ. arène 2: ισπαν. arena] | |
| 6543 | αρεοπαγίτης | [ἀρεοπαγίτης] α-ρε-ο-πα-γί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. ανώτατος δικαστικός λειτουργός, μέλος του Αρείου Πάγου. Βλ. -ίτης1. [< αρχ. ἀρεοπαγίτης] | |
| 6544 | αρεοπαγιτικός | , ή, ό [ἀρεοπαγιτικός] α-ρε-ο-πα-γι-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που αναφέρεται στον αρεοπαγίτη ή τον Άρειο Πάγο: ~ή: απόφαση/εισήγηση/νομολογία. [< αρχ. ἀρεοπαγιτικός] | |
| 6545 | άρες | [ἄρες] ά-ρες ουσ. (θηλ.) (οι): μόνο στη ● ΦΡ.: άρες μάρες (κουκουνάρες) (προφ.): ανοησίες, κουταμάρες, ασυναρτησίες. Πβ. άλλα αντ' άλλων. | |
| 6546 | αρέσκεια | [ἀρέσκεια] α-ρέ-σκει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προτίμηση που προξενεί ευχαρίστηση: προσωπική ~. Μαθήματα ανάλογα με την κλίση και τις ~ες των μαθητών. Ενεργεί/επιλέγει κατ' ~. Πβ. γούστο. Βλ. αυτ~, ευ~. ΑΝΤ. απαρέσκεια, δυσαρέσκεια ● ΦΡ.: της αρεσκείας μου (λόγ.): της προτίμησής μου, του γούστου μου: Φτιάξτε το μενού ~ ~ σας. Οι παρέες του δεν είναι της απολύτου αρεσκείας μου (: δεν μου αρέσουν, δεν τις εγκρίνω ανεπιφύλακτα). [< μτγν. ἀρέσκεια ‘προσπάθεια να αρέσει κανείς, φιλοφροσύνη’] | |
| 6547 | αρέσκομαι | [ἀρέσκομαι] α-ρέ-σκο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αρεσκ-όμενος | μόνο στο ενεστ. θ.} (λόγ.): μου αρέσει, ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι με κάτι: ~εται στην άσκηση εξουσίας/στα κοπλιμέντα. Όπως ~όταν να λέει ο αείμνηστος ... [< αρχ. ἀρέσκω] | |
| 6548 | αρεστός | , ή, ό [ἀρεστός] α-ρε-στός επίθ. (λόγ.): που αρέσει: Σε άλλους είναι ~, σε άλλους όχι. Κάνει τα πάντα, για να γίνει/φανεί ~ή. Η στάση σου δεν μου είναι ~ή. Βλ. ευ-, θε-άρεστος. ΣΥΝ. ευχάριστος ΑΝΤ. δυσάρεστος [< αρχ. ἀρεστός] | |
| 6549 | αρέσω | [ἀρέσω] α-ρέ-σω ρ. (αμτβ.) {άρεσα}: ανταποκρίνομαι στο γούστο, στις προτιμήσεις (κάποιου), προκαλώ θετικά συναισθήματα (ευχαρίστησης, ικανοποίησης): Μου ~εις γιατί … Θέλει να ~ει (πβ. ελκύω, θέλγω). Οι εκδηλώσεις άρεσαν (= είχαν απήχηση) ιδιαίτερα στον κόσμο/στο κοινό.|| (στο γ' πρόσ.) Μου ~ει εδώ/η λογοτεχνία/να περπατάω/που είσαι ευγενικός. Σου άρεσε το βιβλίο/το έργο/η ταινία; Δεν μου ~ει αυτό το χρώμα. Μου ~ει πολύ αυτή η κοπέλα. Μου ~ουν οι εκδρομές. Πάμε όπου σου ~ει! Έτσι μου ~ει!(= γουστάρω). Είτε μας ~ει είτε όχι. Θα μου ~σε να ... Σου ~σει, δεν σου ~σει πρέπει να το δεχτείς. Βλ. ψιλοαρέσει. ● ΦΡ.: μ' αρέσει που ... (προφ.-ειρων.): ως έκφραση δυσαρέσκειας: ~ ~ επέμενες να έρθουμε εδώ και τώρα θες να φύγεις! [< μεσν. αρέσω] | |
| 6550 | αρετή | [ἀρετή] α-ρε-τή ουσ. (θηλ.) 1. {μόνο στον εν.} σταθερή βούληση για επιτέλεση ηθικών πράξεων· ηθική τελειότητα: βραβείο/δείγμα/έλλειψη/έργα ~ής. Ο αγώνας για την ~ (: για την κατάκτησή της). ~ και πατριωτισμός/τόλμη. Αποτελεί/είναι πρότυπο/σύμβολο/υπόδειγμα ~ής. Πβ. ηθική, ηθικότητα, ήθος. ΑΝΤ. ανηθικότητα, κακία (1) 2. θετική ιδιότητα, χάρισμα, προτέρημα: ανθρώπινη/πνευματική/πολεμική/πολιτική/υπέρτατη/ύψιστη/χριστιανική/ψυχική ~. Η ~ της αγάπης/της ανδρείας/της δημοκρατίας/του μέτρου/της ταπεινοφροσύνης. Οι διανοητικές/καλλιτεχνικές/παιδαγωγικές ~ές. Διαθέτει (μοναδικές/σπάνιες) ~ές. Αξίες και ~ές. Στερείται ~ών και ικανοτήτων.|| (για άψυχα) Οι ~ές του βιβλίου/του γραπτού λόγου (= τα πλεονεκτήματα) ... Πβ. προσόν. ΑΝΤ. ελάττωμα. ● ΣΥΜΠΛ.: επιχείρηση-αρετή/επιχείρηση αρετής (μτφ.): που γίνεται από την Αστυνομία σε περιοχές με αυξημένη εγκληματικότητα και συνήθ. συνοδεύεται από μαζικές συλλήψεις: εκτεταμένη ~ ~ (σε στέκια παρανόμων). ● ΦΡ.: ο δρόμος/η οδός της αρετής/του Κυρίου: το αγαθό, το καλό: Ακολουθώ τον (δύσκολο) δρόμο της ~. [< αρχ. ἀρετή] | |
| 6551 | αρετσίνωτο | [ἀρετσίνωτο] α-ρε-τσί-νω-το επίθ./ουσ.: κρασί χωρίς ρετσίνι. ΑΝΤ. ρετσινάτο | |
| 6552 | αρζάν | [ἀρζάν] αρ-ζάν επίθ. {άκλ.}: ασημής, κυρ. στο: γκρι ~ (= το µεταλλικό γκρι). [< γαλλ. (gris) argent] | |
| 6553 | Άρης | [ Ἄρης] Ά-ρης ουσ. (αρσ.) {-η (λόγ.) -εως}: ΑΣΤΡΟΝ. ο τέταρτος από τον Ήλιο πλανήτης του ηλιακού συστήματος, του οποίου η επιφάνεια έχει χαρακτηριστικά κοκκινωπό χρώμα: οι συνθήκες στον Άρη. Εξωγήινοι από τον Άρη (= αρειανοί).|| (ΑΣΤΡΟΛ.) Ανάδρομος ~. Ο ~ στον Αιγόκερω (: στον αστρολογικό χάρτη). ● ΦΡ.: από τον Άρη κατέβηκε;/στον Άρη ζει; (οικ.-ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι εκτός πραγματικότητας. [< αρχ. Ἄρης] | |
| 6557 | αρθραλγία | [ἀρθραλγία] αρ-θραλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πόνος στις αρθρώσεις που δυσχεραίνει τις κινήσεις: ~ και μυαλγία. ~ες στα δάκτυλα των χεριών. Πβ. ρευματισμοί. Βλ. -αλγία, αρθρίτιδα, αρθροπάθεια. [< γαλλ. arthralgie, αγγλ. arthralgia] | |
| 6558 | αρθρικός | , ή, ό [ἀρθρικός] αρ-θρι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται στις ή σχετίζεται με τις αρθρώσεις: ~ός: θύλακας/πόνος/υμένας/χόνδρος. ~ή: απόφυση/επιφάνεια/κινητικότητα/κοιλότητα/φλεγμονή. ~ό: υγρό. Βλ. ενδο~, εξω~, οστεο~, περι~. [< μτγν. ἀρθρικός] | |
| 6559 | αρθρίτιδα | [ἀρθρίτιδα] αρ-θρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των αρθρώσεων: εκφυλιστική (= οστεοαρθρίτιδα)/νεανική ιδιοπαθής/οξεία/παραμορφωτική/σηπτική/χρόνια/ψωριασική ~. Ρευματισμοί και ~ες. Πβ. αρθριτικά. Βλ. αρθροπάθεια, οστεο~, περι~, πολυ~, σπονδυλ~, -ίτιδα. ● ΣΥΜΠΛ.: ουρική αρθρίτιδα βλ. ουρικός, ρευματοειδής αρθρίτιδα βλ. ρευματοειδής [< αρχ. ἀρθρῖτις, γαλλ. arthrite, αγγλ. arthritis] | |
| 6560 | αρθριτικά | [ἀρθριτικά] αρ-θρι-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): αρθρίτιδα: Έχω ~. Με πιάνουν τα ~ μου. Μασάζ/υδροθεραπεία για τα ~. Πβ. ρευματικά. [< αρχ. ἀρθριτικά] | |
| 6561 | αρθριτικός | , ή, ό [ἀρθριτικός] αρ-θρι-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αρθρίτιδα ή καταχρ. τις αρθρώσεις: ~ός: πόνος. ~ές: αλλοιώσεις/παθήσεις.|| (σπάν. ως ουσ.) Οι ~οί (: που πάσχουν από αρθρίτιδα).|| ~ές: ενώσεις (= αρθρικές). Βλ. αντι~. [< αρχ. ἀρθριτικός, γαλλ. arthritique, αγγλ. arthritic] | |
| 6562 | άρθρο | [ἄρθρο] άρ-θρο ουσ. (ουδ.) 1. κείμενο δημοσιευμένο κυρ. σε εφημερίδα ή περιοδικό, στο οποίο αναπτύσσεται ειδικό θέμα: αναλυτικό/ανώνυμο/βαρυσήμαντο/εκτενές/ενυπόγραφο/επίμαχο/επιστημονικό/κριτικό/οικονομικό/πολιτικό/τεκμηριωμένο ~. ~ανασκόπησης/άποψης/γνώμης/σε εγκυκλοπαίδεια/λεξικό (= λήμμα). ~ στο διαδίκτυο. Ανάγνωση/καταχώριση/υποβολή ~ου. Σχολιάζω/(υπο)γράφω ένα ~. 2. αριθμημένο μέρος, υποδιαίρεση επίσημου κειμένου: ακροτελεύτιο ~. ~ κανονισμού/καταστατικού/του Συντάγματος. Αναθεωρείται/καταργείται/(κατα)ψηφίζεται/τροποποιείται ένα ~. Το ~ 13 του νόμου αναφέρεται σε ... Σύμφωνα με το ~ ... παράγραφος ... Κατ' ~ ερμηνεία των ποινικών διατάξεων.|| ~ του Συμβόλου της Πίστεως. 3. ΓΡΑΜΜ. μέρος του λόγου που χρησιμοποιείται για τη διάκριση του γραμματικού γένους (αρσ., θηλ., ουδ.) των ουσιαστικών: Οριστικό (: ο, η, το) και αόριστο (: ένας, μία, ένα) ~. 4. ΖΩΟΛ. κάθε τμήμα του σώματος των αρθρόποδων. ● Υποκ.: αρθράκι (το): στις σημ. 1, 2., αρθρίδιο (λόγ.-ειρων.): βλ. -ίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: άρθρο πίστεως: άποψη ή θεωρία την οποία υποστηρίζει κάποιος δογματικά. [< γαλλ. article de foi] , κύριο άρθρο: δημοσίευμα εφημερίδας που αναφέρεται στο πιο σημαντικό θέμα της ημέρας: πρωτοσέλιδο ~ ~. Βλ. εντιτόριαλ. [< 1,2,4: αγγλ.-γαλλ. article, γερμ. Artikel 3: αρχ. ἄρθρον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ