| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6567 | αρθροπάθεια | [ἀρθροπάθεια] αρ-θρο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οποιαδήποτε νόσος των αρθρώσεων: διαβητική/εκφυλιστική/νευροπαθητική ~. Φλεγμονώδεις/χρόνιες ~ες. ~ες και ρευματοπάθειες. Μυοσκελετικές παθήσεις και ~ες. Βλ. αρθρίτιδα, -πάθεια. [< γαλλ. arthropathie, αγγλ. arthropathy] | |
| 6568 | αρθροπλαστική | [ἀρθροπλαστική] αρ-θρο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλαστική χειρουργική αποκατάσταση ή αντικατάσταση άρθρωσης: ολική/ρομποτική ~. ~ γόνατος/ισχίου/ώμου. Έχει υποβληθεί σε ~. Βλ. οστεοσύνθεση, -πλαστική. [< γαλλ. arthroplastie, αγγλ. arthroplasty] | |
| 6569 | αρθρόποδα | [ἀρθρόποδα] αρ-θρό-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -όδων}: ΖΩΟΛ. συνομοταξία ασπόνδυλων ζώων (επιστ. ονομασ. Arthropoda) με αρθρωτά πόδια και σώμα το οποίο αποτελείται από τμήματα (δακτυλίους), διατεταγμένα σε ευθεία γραμμή, και σκληρό εξωσκελετό: Στα ~ ανήκουν τα έντομα, τα καρκινοειδή, τα αραχνοειδή και τα μαλακόστρακα. Βλ. αμφί-, γαστερό-, κεφαλό-ποδα. [< γαλλ. arthropodes, γερμ. Arthropoden] | |
| 6570 | αρθροσκόπηση | [ἀρθροσκόπηση] αρ-θρο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξέταση του εσωτερικού άρθρωσης με τη χρήση αρθροσκοπίου: διαγνωστική/χειρουργική ~. ~ γόνατος/καρπού/μηνίσκου/ποδοκνημικής/ώμου. Βλ. -σκόπηση. [< αγγλ. arthroscopy, 1931, γαλλ. arthroscopie, περ. 1970] | |
| 6571 | αρθροσκοπικός | , ή, ό [ἀρθροσκοπικός] αρ-θρο-σκο-πι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που γίνεται με αρθροσκόπηση ή αναφέρεται σε αυτή: ~ός: καθαρισμός. ~ή: αποκατάσταση/επέμβαση/χειρουργική. ~ό: ράμμα. ● επίρρ.: αρθροσκοπικά [< αγγλ. arthroscopic] | |
| 6572 | αρθροσκόπιο | [ἀρθροσκόπιο] αρ-θρο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ειδικό εύκαμπτο σωληνοειδές όργανο με οπτικές ίνες και ψυχρό φωτισμό στο άκρο του, που εισάγεται διαμέσου μικρών τομών στο εσωτερικό άρθρωσης για την εξέταση ή τη χειρουργική αποκατάστασή της. Βλ. ενδοσκόπιο, -σκόπιο. [< αγγλ. arthroscope, 1925] | |
| 6573 | αρθρώνω | [ἀρθρώνω] αρ-θρώ-νω ρ. (μτβ.) {άρθρω-σα, -θηκε, -μένος, αρθρών-οντας} 1. συνδέω φθόγγους, για να εκφέρω λέξεις ή φράσεις και γενικότ. εκφράζω, διατυπώνω: Το μωρό ~σε τα πρώτα του λογάκια. Από το σοκ δεν μπορούσα να ~σω κουβέντα/λέξη. Πβ. λέω, προφέρω.|| ~ει αντίλογο/άποψη/(πολιτικό) λόγο/πρόταση. 2. ενώνω τμήματα συνόλου, συναρμολογώ και γενικότ. δομώ: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) Το οστό του βραχίονα προς τα πάνω ~εται με την ωμοπλάτη.|| (μτφ.) Το πρόγραμμα του συνεδρίου ~θηκε γύρω από δύο άξονες. Πβ. δι~, συγκροτώ, συν~. Βλ. εξ~. [< αρχ. ἀρθρῶ, γαλλ. articuler] | |
| 6574 | άρθρωση | [ἄρθρωση] άρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. τρόπος σύνδεσης των τμημάτων ενός συνόλου (συνήθ. των οστών) και συνεκδ. η ίδια η σύνδεση ή το σημείο στο οποίο ενώνονται: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ποδοκνημική ~. ~ αγκώνα/αστραγάλου/γνάθου/γονάτου/ισχίου/καρπού/ώμου. ~ώσεις δακτύλων/ποδιών/σπονδυλικής στήλης/χεριών. Πόνος/τραυματισμός στις ~ώσεις. Πάθηση/φλεγμονή των ~ώσεων. Πβ. κλείδωση. Βλ. εξ~, ψευδ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) (Περι)στροφική/πρισματική ~. ~ μπροστινής ανάρτησης. Σπαστή ~ συσκευής. Εσωτερική ~ κατοικίας.|| (μτφ.) Η ~ των σκηνών του θεατρικού έργου. Πβ. αρμός, συναρμογή. Βλ. δι~, συν~. 2. ΓΛΩΣΣ. εκφορά και εκφώνηση φθόγγων, συλλαβών και λέξεων, με συγκεκριμένη διάταξη και κινήσεις των φωνητικών οργάνων και γενικότ. ο τρόπος προφοράς: άριστη/καθαρή/σωστή ~. ~ συμφώνων/φωνηέντων. Μηχανισμός/προβλήματα/τρόπος ~ης. Εξαίρετη ~ ηθοποιού. 3. διατύπωση, έκφραση: ~ αιτήματος/πολιτικού λόγου. ● ΣΥΜΠΛ.: διπλή άρθρωση: ΓΛΩΣΣ. η διπλή συγκρότηση της ανθρώπινης γλώσσας από μονάδες ήχου με νόημα (πρώτη άρθρωση: μονήματα, μορφήματα), που αναλύονται σε μονάδες ήχου χωρίς νόημα (δεύτερη άρθρωση: φωνήματα): Η ~ ~ χαρακτηρίζει αποκλειστικά την ανθρώπινη ομιλία. [< μτγν. ἄρθρωσις, γαλλ. articulation] | |
| 6575 | αρθρωτήρας | [ἀρθρωτήρας] αρ-θρω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. οδοντιατρικό μηχάνημα στο οποίο στερεώνονται εκμαγεία της άνω και κάτω γνάθου και με τον τρόπο αυτόν αναπαράγονται οι καταγραφείσες θέσεις της κάτω γνάθου σε σχέση με την άνω γνάθο. | |
| 6576 | αρθρωτής | [ἀρθρωτής] αρ-θρω-τής ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. οποιοδήποτε από τα φωνητικά όργανα εμπλέκεται στην παραγωγή φθόγγων: ενεργητικοί (: τα χείλη, η γλώσσα, η κάτω γνάθος, οι φωνητικές χορδές)/παθητικοί (: δεν κινούνται κατά την παραγωγή των φθόγγων: ο ουρανίσκος, τα δόντια) ~ές. [< αγγλ. articulator] | |
| 6577 | αρθρωτικός | , ή, ό [ἀρθρωτικός] αρ-θρω-τι-κός επίθ. 1. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την άρθρωση των φθόγγων: ~ή: φωνητική. ~ές: διαταραχές/δυσκολίες/κινήσεις. ~ά: όργανα/χαρακτηριστικά (των συμφώνων). Βλ. φωνολογικός. 2. που δομεί, συνδέει. Πβ. δι~. ● επίρρ.: αρθρωτικά [< αγγλ. articulatory] | |
| 6578 | αρθρωτός | , ή, ό [ἀρθρωτός] αρ-θρω-τός επίθ. 1. που απαρτίζεται από τμήματα συνδεδεμένα μεταξύ τους με αρθρώσεις: ~ός: άξονας/βραχίονας/μηχανισμός/σκελετός/σύνδεσμος. ~ή: βάση/γέφυρα/κατασκευή/σχεδίαση. ~ό: καπάκι/λεωφορείο (ΣΥΝ. διπλό, πβ. φυσαρμόνικα). Ψευδοροφές ~ής τοποθέτησης. Πβ. πτυσσόμενος.|| (μτφ.) ~ό σύστημα εκπαίδευσης. 2. ΠΛΗΡΟΦ. (για υλικό ή λογισμικό) που αποτελείται από αυτοτελείς υπομονάδες ή ενότητες, ώστε το σύνολο να μην επηρεάζεται από μεταβολές σε κάποια από αυτές: ~ός: προγραμματισμός. ~ή: αρχιτεκτονική/δομή. 3. που αρθρώνεται γλωσσικά, έναρθρος: ~ός: λόγος. [< 1,3: γαλλ. articulé 2: αγγλ. modular, 1936] | |
| 6580 | άρια | [ἄρια] ά-ρι-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. λυρικό τραγούδι για μία φωνή με συνοδεία ορχήστρας, κυρ. σε όπερα, ορατόριο, καντάτα: ~ σοπράνο/τενόρου. Ερωτικές/οπερατικές ~ες. [< ιταλ. aria] | |
| 6584 | αριάνι | [ἀριάνι] α-ριά-νι ουσ. (ουδ.) & αϊράνι 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δροσιστικό ποτό τουρκικής προέλευσης από γιαούρτι, νερό και λίγο αλάτι. Πβ. ξινόγαλο. Βλ. κεφίρ. 2. ΟΙΚΟΔ. αραιό διάλυμα τσιμέντου. [< τουρκ. ayran] | |
| 6585 | αριβάρω | [ἀριβάρω] α-ρι-βά-ρω ρ. (μτβ.) {αριβάρι-σα} (προφ.): (συνήθ. για ταξίδι με πλοίο) φτάνω, καταφθάνω· (καταχρ.) φεύγω: Υπομονή! Σε λίγο ~ουμε στο νησί. Ξαφνικά ~σε (= ήρθε) η ...|| Τον άλλο μήνα ~ για διακοπές (= αναχωρώ). [< ιταλ. arrivare] | |
| 6586 | αριβισμός | [ἀριβισμός] α-ρι-βι-σμός ουσ. (αρσ.): καιροσκοπισμός. Πβ. τυχοδιωκτισμός. [< γαλλ. arrivisme, 1903, ιταλ. arrivismo, 1905] | |
| 6587 | αριβίστας | [ἀριβίστας] α-ρι-βί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. αριβίστρια} & αριβιστής: καιροσκόπος. Πβ. τυχοδιώκτης. Βλ. -ίστας. [<γαλλ. arriviste, 1893, ιταλ. arrivista, 1908] | |
| 6588 | αριβίστικος | , η, ο [ἀριβίστικος] α-ρι-βί-στι-κος επίθ. & αριβιστικός, ή, ό: καιροσκοπικός. Πβ. τυχοδιωκτικός. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: αριβιστικά [ιταλ. arrivistico, πριν από το 1926] | |
| 6589 | αρίδα | [ἀρίδα] α-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό) η γάμπα ή ολόκληρο το πόδι: Μάζεψε την ~/τις ~ες σου! ΣΥΝ. ποδάρα, ποδάρι 2. ΤΕΧΝΟΛ. τρυπάνι για ξυλουργικές συνήθ. εργασίες: περιστρεφόμενη/υδραυλική ~. ~ες διάτρησης δομικών υλικών/μετάλλου. ΣΥΝ. αρίδι ● ΦΡ.: απλώνω/τεντώνω την αρίδα/τις αρίδες μου (οικ.): κάθομαι άνετα και ιδ. αράζω, τεμπελιάζω: ~σαν ~ τους στον καναπέ/στο μπαλκόνι. ~ουν ~ τους και τα περιμένουν όλα έτοιμα. [< μεσν. αρίδα] | |
| 6590 | αρίδι | [ἀρίδι] α-ρί-δι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. τρυπάνι: χειροκίνητο ~. Βλ. -ίδι. ΣΥΝ. αρίδα (2) [< μτγν. ἀρίδιον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ