| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6591 | αριέτα | [ἀριέτα] α-ρι-έ-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. μικρή, σύντομη άρια σε απλό στιλ. Βλ. -έτα. [< ιταλ. arietta] | |
| 6593 | αριθμ. | βλ. αρ. | |
| 6594 | αρίθμηση | [ἀρίθμηση] α-ρίθ-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. κατάταξη ομοειδών πραγμάτων με αύξοντα αριθμό: αυτόματη/ενιαία/προοδευτική/συνεχής ~. ~ των ενοτήτων/οδών/παραγράφων/σελίδων (= σελιδ~). 2. ΜΑΘ. μέτρημα, λογάριασμα: ~ (= καταμέτρηση) των ψήφων. Δυαδικό/τριαδικό σύστημα ~ης. Βλ. απ~, συν~. 3. σύστημα μέτρησης: αραβική/ελληνική/λατινική ~. [< αρχ. ἀρίθμησις] | |
| 6595 | αριθμήσιμος | , η, ο [ἀριθμήσιμος] α-ριθ-μή-σι-μος επίθ. 1. (επιστ.) που μπορεί να αριθμηθεί: ~ο: πλήθος τιμών. Βλ. μετρήσιμος. ΑΝΤ. αναρίθμητος, άπειρος1 (2) 2. ΜΑΘ. (για σύνολο) που τα στοιχεία του αντιστοιχίζονται με σχέση ένα προς ένα με τους φυσικούς αριθμούς (Ν). [< αγγλ. (de)numerable] | |
| 6596 | αριθμητήρας | [ἀριθμητήρας] α-ριθ-μη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): μηχάνημα αυτόματης αρίθμησης και αποτύπωσης αριθμών. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. numéroteur] | |
| 6597 | αριθμητήριο | [ἀριθμητήριο] α-ριθ-μη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. & αριθμητήρι: (κυρ. παλαιότ.) εκπαιδευτικό όργανο για τη διδασκαλία της αριθμητικής, άβακας: ~ με κρίκους/χάντρες. Πολύχρωμο ξύλινο ~ με μπίλιες. Βλ. -τήριο. 2. οτιδήποτε φέρει αύξοντα αριθμό: αυτοκόλλητα ~α. | |
| 6598 | αριθμητής | [ἀριθμητής] α-ριθ-μη-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΘ. ο όρος του κλάσματος που βρίσκεται πάνω από την κλασματική γραμμή. Βλ. παρονομαστής. 2. (σπάν.) αριθμητήρας. [< πβ. αρχ. ἀριθμητής ‘μετρητής’ 1: γαλλ. numérateur] | |
| 6599 | αριθμητικά | [ἀριθμητικά] α-ριθ-μη-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αριθμητικό}: ΓΡΑΜΜ. ονόματα ή επιρρήματα που δηλώνουν αριθμητική ποσότητα, αριθμητικές έννοιες ή σχέσεις: αναλογικά (: διπλάσιος)/απόλυτα (: δύο)/περιληπτικά (: δεκαριά)/πολλαπλασιαστικά (: διπλός)/τακτικά (: δεύτερος) ~. [< γαλλ. numéraux] | |
| 6600 | αριθμητική | [ἀριθμητική] α-ριθ-μη-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΘ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τη φύση, τις ιδιότητες και τις πράξεις των αριθμών (πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμός, διαίρεση)· συνεκδ. το αντίστοιχο σχολικό μάθημα και βιβλίο: βασική/πρακτική ~. Τετράδιο ~ής. 2. παρουσίαση των αριθμητικών δεδομένων ενός θέματος: η ~ των εκλογών. [< αρχ. ἀριθμητική (τέχνη ή ἐπιστήμη), γαλλ. arithmétique, αγγλ. arithmetic, γερμ. Arithmetik] | |
| 6601 | αριθμητικός | , ή, ό [ἀριθμητικός] α-ριθ-μη-τι-κός επίθ. 1. ΜΑΘ. που αναφέρεται στους αριθμούς, την αρίθμηση ή την αριθμητική: ~ός: μέσος όρος/τύπος/υπολογισμός. ~ή: λύση/μεταβλητή/τιμή. ~ό: λάθος/παράδειγμα/πρόβλημα/σύνολο/σύστημα. ~ά: δεδομένα. 2. που αξιολογείται με αριθμούς: ~ός: στόχος. ~ή: υπεροχή. ~ό: μειονέκτημα/πλεονέκτημα. ~ά: κριτήρια. ● επίρρ.: αριθμητικά & (λογ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αριθμητική ανάλυση (και με κεφαλ. το αρχικό Α): ΜΑΘ. κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τον σχεδιασμό μεθόδων για την επίλυση διαφόρων μαθηματικών προβλημάτων: εφαρμοσμένη ~ ~. [< αγγλ. numerical analysis, 1946] , (μαθηματική/αριθμητική) πράξη βλ. πράξη, απόλυτο αριθμητικό βλ. απόλυτος, αριθμητική πρόοδος βλ. πρόοδος, αριθμητικό μέγεθος βλ. μέγεθος [< αρχ. ἀριθμητικός, γαλλ. numérique, αγγλ. arithmetic(al)] | |
| 6602 | αριθμητός | , ή, ό [ἀριθμητός] α-ριθ-μη-τός επίθ. (σπάν.): αριθμήσιμος. ΑΝΤ. αναρίθμητος [< αρχ. ἀριθμητός] | |
| 6603 | αριθμοδείκτης | [ἀριθμοδείκτης] α-ριθ-μο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. αριθμός που δείχνει το σχετικό μέγεθος μεταβλητής σε μια χρονική περίοδο, συγκριτικά με το μέγεθός της σε κάποια προκαθορισμένη περίοδο: ~ αποδοτικότητας/δαπανών/ρευστότητας/ταχύτητας κυκλοφορίας/τιμών. Επενδυτικοί/χρηματοοικονομικοί ~ες. ~ες δραστηριότητας/κλάδου. Ανάλυση ~ών/με ~ες. Βλ. -δείκτης. [< αγγλ. index number, ratio] | |
| 6604 | αριθμοδότηση | [ἀριθμοδότηση] α-ριθ-μο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): (συνήθ. στις ΤΗΛΕΠ.) παροχή αριθμού: δεκαψήφια/ενιαία ~. Εθνικό Σχέδιο ~ης.|| Υπηρεσίες διεθνών ~ήσεων βιβλίων (ΙSBΝ), περιοδικών εκδόσεων (ΙSSΝ), μουσικής (ΙSMΝ). Βλ. -δότηση. [< γαλλ. numérotation, numérotage] | |
| 6605 | αριθμολαγνεία | [ἀριθμολαγνεία] α-ριθ-μο-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): η εμμονή με τους αριθμούς, τους δείκτες, τα νούμερα και τα χρηματοοικονομικά ή στατιστικά δεδομένα και με τη σημασία που ενδεχομένως έχουν σε τομείς της ιδιωτικής ή δημόσιας σφαίρας: Παρασυρόμαστε από μια ατέρμονα ~, αλλά οι αριθμοί από μόνοι τους δεν λένε τίποτα. Βλ. εξουσιο-, θεσμο-, τρομο-λαγνεία. | |
| 6606 | αριθμολογία | [ἀριθμολογία] α-ριθ-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. μελέτη της απόκρυφης σημασίας των αριθμών και της (υποτιθέμενης) επιρροής τους στην ανθρώπινη ζωή (βασίζεται στην αριθμητική ανάλυση προσωπικών στοιχείων): αστρολογία και ~ (= νουμερολογία). Πβ. αριθμο-μαντεία, -σοφία. Βλ. ονοματολογία, -λογία. 2. (παρωχ.) επιστήμη των αριθμών: πυθαγόρεια ~. [< 1: γαλλ. numérologie, 1952, αγγλ. numerology, 1911, 2: γαλλ. arithmologie, αγγλ. arithmology] | |
| 6607 | αριθμολογικός | , ή, ό [ἀριθμολογικός] α-ριθ-μο-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην αριθμολογία: ~ή: ανάλυση/αξία (μιας λέξης)/ερμηνεία. ~ές: προβλέψεις. ● επίρρ.: αριθμολογικά [< γαλλ. numérologique, αγγλ. numerological] | |
| 6608 | αριθμολόγος | [ἀριθμολόγος] α-ριθ-μο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται με την αριθμολογία: αστρολόγος ~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. numérologue, αγγλ. numerologist] | |
| 6609 | αριθμομαντεία | [ἀριθμομαντεία] α-ριθ-μο-μα-ντεί-α ουσ. (θηλ.): μέθοδος μαντικής που βασίζεται στην αριθμολογία. Βλ. -μαντεία. [< γαλλ. arithmomancie, αγγλ. arithm(om)ancy] | |
| 6610 | αριθμομηχανή | [ἀριθμομηχανή] α-ριθ-μο-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συσκευή που εκτελεί αυτόματα αριθμητικές πράξεις: ενσωματωμένη/επιτραπέζια/ηλεκτρονική ~. ~ γραφείου/τσέπης. Κινητό με ~. Ταμειακές μηχανές και ~ές. Πβ. κομπιουτεράκι. Βλ. υπολογιστική μηχανή, -μηχανή. [< γαλλ. calculatrtice, 1960] | |
| 6611 | αριθμομνήμων | [ἀριθμομνήμων] α-ριθ-μο-μνή-μων ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αριθμομνήμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.) & αριθμομνήμονας: πρόσωπο που έχει την ικανότητα να απομνημονεύει αριθμούς και να κάνει με το μυαλό του πολύπλοκες αριθμητικές πράξεις. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ