Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7520-7540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6612αριθμός[ἀριθμός] α-ριθ-μός ουσ. (αρσ.) (συντομ. αρ. & αριθμ.) 1. βασική έννοια των μαθηματικών και κατ' επέκτ. ψηφίο, γράμμα ή διάταξη ψηφίων ή/και γραμμάτων που δηλώνει πλήθος, ποσότητα ή θέση σε μια σειρά ομοειδών πραγμάτων και συνεκδ. οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε δηλώνεται με αυτό: (ΜΑΘ.) ακέραιος/αλγεβρικός/απόλυτος/άρρητος/αρνητικός/διψήφιος/ζυγός/θετικός/καθαρός/κλασματικός/μιγαδικός/μονός/πρώτος/σύνθετος/τακτικός ~. Αραβικοί (1, 2, 3 ...)/ελληνικοί (α', β', γ'...)/λατινικοί (Ι, ΙΙ, ΙΙΙ ...) ~οί. Δύναμη/τετραγωνική ρίζα ~ού. Οι ιδιότητες των ~ών. Η μελέτη των ~ών (βλ. αριθμητική). Σύστημα ~ών (βλ. αρίθμηση). Ο ~ ένα/επτά/πενήντα. Βλ. λογάριθμος.|| (ΦΥΣ.) Κβαντικοί ~οί.|| Οδός ..., ~ 40. ~ κινητού. Απόκρυψη τηλεφωνικού ~ού. ~ κλήσης έκτακτης ανάγκης. Διεθνής ~ τυποποίησης βιβλίου (ISBN). ~ αίτησης/δημοσίευσης/δημοτολογίου/διαβατηρίου/δωματίου/καταλόγου/καταχώρισης/λογαριασμού (βλ. IBAN)/μητρώου/πιστωτικής κάρτας/ταυτότητας/τεύχους/ΦΕΚ/φύλλου. Τυχερός ~. Του έπεσε ο πρώτος ~ του λαχείου (= λαχνός).|| Κερδίζει ο ~ ... Ποιος ~ σε κάλεσε; ΣΥΝ. νούμερο (1) 2. (+ γεν.) πλήθος, σύνολο, ποσότητα (προσώπων ή πραγμάτων): εντυπωσιακός/επαρκής/ικανοποιητικός/κλειστός (= numerus clausus)/περιορισμένος/σημαντικός ~ εργαζομένων/θέσεων εργασίας. ~ εισακτέων/θυμάτων/μελών/σελίδων/τουριστών/ψήφων. Μικρός ~ ατόμων (βλ. μειοψηφία). Ο μεγάλος ~ των συμμετεχόντων ... (βλ. πλειοψηφία). Ο ακριβής/κατά προσέγγιση ~ των νεκρών και των αγνοουμένων. Ο μέσος ~ των συναλλαγών (βλ. μέσος όρος). Ο ~ των κρουσμάτων ανεβαίνει/αυξάνεται συνεχώς. Ο συνολικός ~ των εταιρειών του κλάδου ανέρχεται/φτάνει στις εκατό. Ο ~ των κατοίκων μιας χώρας (= ο πληθυσμός). Ο ~ των υπαλλήλων μιας επιχείρησης (= το δυναμικό). Ποιος ~ γευμάτων θεωρείται ιδανικός (= πόσα γεύματα); Κάποιος ~ κρατών/προσφύγων (= αρκετοί, μερικοί). Αυξάνω/μειώνω τον ~ό των δυνάμεων. Μετρώ/υπολογίζω τον ~ό των ... (= απαριθμώ). Καθορίζω τον μέγιστο ~ό των δεδομένων. 3. {συνήθ. στον πληθ.} τα χρηματικοοικονομικά ή στατιστικά στοιχεία, οι δείκτες, τα νούμερα: οι ~οί των δημοσκοπήσεων/εκλογών. Άνθρωποι και ~οί. Οι ~οί λένε ότι ... Οι ~οί δεν λένε πάντα την αλήθεια. Η καταστροφή είναι τεράστια, οι ~οί είναι αμείλικτοι (: αποδίδουν ρεαλιστικά το μέγεθός της). 4. ΓΡΑΜΜ. υποκατηγορία των κλιτών μερών του λόγου: ενικός/πληθυντικός ~. Το επίθετο συμφωνεί με το ουσιαστικό κατά/σε γένος, ~ό και πτώση. (στην αρχ. Ελληνική) Δυϊκός ~. 5. {μόνο στον πληθ., με κεφαλ. το Α} ένα από τα βιβλία της Πεντατεύχου. ● ΣΥΜΠΛ.: αντίθετοι αριθμοί: ΜΑΘ. δύο αριθμοί με άθροισμα 0: Δύο ~ ~ έχουν ίσες απόλυτες τιμές., αριθμοί/κωδικοί Ε: δηλώνουν πρόσθετες ουσίες στα τρόφιμα: π.χ. Ε100-180: χρωστικές/Ε200-297: συντηρητικές/Ε300-321: αντιοξειδωτικές/Ε322-495: ομογενοποιητές, σταθεροποιητικές, πηκτικές/Ε500-585: βοηθητικές ουσίες επεξεργασίας/Ε620-640: ενισχυτικές της γεύσης/Ε900-948: παράγοντες που βελτιώνουν την εξωτερική όψη/Ε941-948: αέρια συσκευασίας/Ε950-967: γλυκαντικές/Ε999-1518: άλλες προσθετικές. [< γερμ. E-Nummern, 1981] , αριθμός κινητήρα: διάταξη γραμμάτων και ψηφίων που αναγράφονται στον κινητήρα οχήματος., αριθμός κυκλοφορίας: ανάγλυφα γράμματα και ψηφία στην πινακίδα οχήματος που καθορίζονται από το αρμόδιο υπουργείο. [< αγγλ. (vehicle) registration number, 1903] , αριθμός πλαισίου: διάταξη γραμμάτων και ψηφίων που φέρει κάθε όχημα στο αμάξωμά του και δηλώνεται στην άδεια κυκλοφορίας του., αριθμός προτεραιότητας: αυτός που δηλώνει τη σειρά εξυπηρέτησης ενός προσώπου σε τράπεζα ή υπηρεσία και συνεκδ. το χαρτί στο οποίο αναγράφεται: Θα τηρηθεί αυστηρά ο ~ ~. Παίρνω ~ό ~. Οι πολίτες εξυπηρετούνται με ~ό ~. Βλ. λίστα αναμονής. [< αγγλ. priority number] , αριθμός των χρωμοσωμάτων: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. συγκεκριμένο νούμερο χρωμοσωμάτων, χαρακτηριστικό για κάθε ζωικό ή φυτικό οργανισμό. [< αγγλ. chromosome number, 1910] , αύξων αριθμός (συντομ. α.α. κ. αύξ. αρ. ή αριθμ.): δείχνει σειρά σε αριθμητική κατάταξη: ~ ~ αίτησης/απόδειξης/δελτίου/εγγραφής/παραστατικού. Οι εγγραφές στο πρωτόκολλο αριθμούνται κατ' ~οντα ~ό. [< γερμ. steigende Zahl] , ειδικός εκλογικός αριθμός: διάταξη από δεκατρία ψηφία, που καθιερώθηκε για την εξασφάλιση της μίας και μοναδικής, για κάθε ψηφοφόρο, εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους., θεωρία (των) αριθμών: ΜΑΘ. κλάδος που έχει εμπλουτιστεί με σύγχρονες θεωρίες και μελετά τις ιδιότητες των αριθμών: αλγεβρική ~ ~. Κρυπτογραφία και ~ ~., πραγματικός αριθμός: ΜΑΘ. στοιχείο του συνόλου που περιλαμβάνει τους ακέραιους, τους δεκαδικούς, τους ρητούς και τους άρρητους αριθμούς. [< αγγλ. real number, περ. 1909] , τριψήφιος αριθμός/τριψήφιο νούμερο: για τηλέφωνα έκτακτης ανάγκης: π.χ. 100, 166 (: το ΕΚΑΒ), 199 (: η Πυροσβεστική), 112 (: ο Ευρωπαϊκός Αριθμός Έκτακτης Ανάγκης)., χρυσός αριθμός 1. & (λόγ.) χρυσούς αριθμός: ΜΑΘ. ο αριθμός 1,618 περ. (σύμβ. φ): Στις αναλογίες του Παρθενώνα έχει χρησιμοποιηθεί ο ~ ~. Βλ. χρυσή τομή. 2. (μτφ.) κερδοφόρος λαχνός: ο ~ ~ του πρωτοχρονιάτικου λαχείου., ανάλογοι αριθμοί βλ. ανάλογος, αντίστροφοι αριθμοί βλ. αντίστροφος, αριθμός οκτανίου βλ. οκτάνιο, αριθμός οξείδωσης βλ. οξείδωση, αριθμός πρωτοκόλλου βλ. πρωτόκολλο, ατομικός αριθμός βλ. ατομικός, αφηρημένοι αριθμοί βλ. αφηρημένος, δεκαδικός (αριθμός) βλ. δεκαδικός, Διεθνής Αριθμός Τραπεζικού Λογαριασμού βλ. λογαριασμός, κωδικός αριθμός βλ. κωδικός, μαγικός αριθμός βλ. μαγικός, μαζικός αριθμός βλ. μαζικός1, μικτός αριθμός βλ. μικτός, πενταψήφια νούμερα/αριθμοί κλήσεων/τηλέφωνα, βλ. πενταψήφιος, πληθικός αριθμός βλ. πληθικός, ρητός αριθμός βλ. ρητός, σειριακός αριθμός/κωδικός βλ. σειριακός, στρογγυλό νούμερο/στρογγυλός αριθμός βλ. νούμερο, τριγωνομετρικοί αριθμοί βλ. τριγωνομετρικός, υπερβατικός αριθμός βλ. υπερβατικός, φυσικός αριθμός βλ. φυσικός ● ΦΡ.: ο νόμος των μεγάλων αριθμών: ΣΤΑΤΙΣΤ. αρχή σύμφωνα με την οποία ένα ευρύτερο δείγμα είναι πιθανότερο να συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του συνόλου απ' ό,τι ένα μικρότερο: ο ασθενής/ισχυρός ~ ~. Στα τυχερά παιχνίδια λειτουργεί ~ ~. Βλ. πιθανότητα. [< αγγλ. law of large numbers, 1937] , ο υπ' αριθμόν ... (λόγ.): που φέρει το νούμερο (που έπεται): Το ~ ~ ... βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών/... επιβατηγό αυτοκίνητο., ο υπ' αριθμόν ένα/δύο (λόγ.): ο πρώτος/δεύτερος σε σειρά, ομάδα, ιεράρχηση, λίστα: ~ ένα καταζητούμενος/κίνδυνος/στόχος. Το ~ ένα ζήτημα/πρόβλημα. ~ δύο στην ηγεσία. ~ ένα υποψήφιος (= ο επικρατέστερος). [< αγγλ. the number one/two] , σε αριθμό: ποσοτικά, σε πλήθος: Είναι τρίτος ~ ~ ψήφων., ων ουκ έστιν αριθμός: για πρόσωπα ή πράγματα αμέτρητα, ανυπολόγιστα, αναρίθμητα: Ήρθαν συγγενείς, φίλοι, γνωστοί και άλλοι ~ ~. Και άλλα πολλά κακώς κείμενα, ~ ~, επεσήμανε στο άρθρο του. [< 1-3: αρχ. ἀριθμός, αγγλ. number, γαλλ. nombre, chiffre, numéro 4: μτγν. ἀριθμός]
6613αριθμοσοφία[ἀριθμοσοφία] α-ριθ-μο-σο-φί-α ουσ. (θηλ.): γνώση που αποκτάται από τη μελέτη των αριθμών ως φορέων μιας κρυφής σημασίας: πυθαγόρεια ~. Πβ. αριθμολογία. Βλ. λεξάριθμος.
6614αριθμώ[ἀριθμῶ] α-ριθ-μώ ρ. (μτβ.) {αριθμ-είς ... | αρίθμ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, αριθμ-ώντας} 1. καθορίζω κάτι με αριθμό, κατατάσσοντάς το σε αριθμητική σειρά: ~ (= βάζω αρίθμηση) τις εικόνες/τα κεφάλαια/τις φωτοτυπίες. ~ κατά αύξουσα/φθίνουσα σειρά. Οι παράγραφοι/πίνακες ~ούνται με αραβικούς αριθμούς/με γράμματα. ~ημένος: κατάλογος. ~ημένες: σελίδες. ~ημένα: εισιτήρια/τεύχη. 2. {συνήθ. στο γ' πρόσ. της παθ. φωνής} μετρώ, υπολογίζω: Τα θύματα/οι πρόσφυγες ~ούνται σε εκατοντάδες/χιλιάδες. Πβ. λογαριάζω. Βλ. συν~.|| (σπανιότ.) Μπορώ να ~ήσω (= απαριθμήσω) ένα σωρό περιπτώσεις όπου ...αριθμεί: (για ομάδα ή σύνολο) έχει στις τάξεις του, στο ενεργητικό του: Ο σύλλογος ~ είκοσι μέλη (ΣΥΝ. έχει δύναμη, περιλαμβάνει). Το χωριό πριν τον πόλεμο ~ούσε (= είχε πληθυσμό) χίλιους κατοίκους. Η γηπεδούχος ~ δύο νίκες και τρεις ήττες. [< αρχ. ἀριθμῶ]
6619αριόζο[ἀριόζο] α-ρι-ό-ζο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. σύντομο κομμάτι που κινείται ανάμεσα στην άρια και το ρετσιτατίβο. [< ιταλ. arioso]
6620άριος, α, ο [ἄριος] ά-ρι-ος επίθ. (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αρία φυλή ΙΣΤ. 1. (καταχρ.) οι λαοί που θεωρήθηκαν από τους ναζιστές Γερμανούς ανώτεροι συγκριτικά με τους άλλους, κυρ. τους Εβραίους και τους Αφρικανούς. 2. Ινδοευρωπαίοι.
6622Άριος[Ἄριος] Ά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (παλαιότ.): πρόσωπο που έχει ινδοευρωπαϊκή καταγωγή. [< αρχ. πληθ. Ἄριοι, γαλλ. aryen, γερμ. Arier]
6623άριστα[ἄριστα] ά-ρι-στα ουσ. (ουδ.): ο ανώτατος βαθμός αξιολόγησης σε εξετάσεις ή διαγωνισμούς: μαθητής/φοιτητής του ~. Βαθμολογήθηκε με/πέρασε με/πήρε ~ (= αρίστευσε). Τελείωσε με ~ το λύκειο. Με ~ το εκατό. Λίγοι θα αγγίξουν/πιάσουν το ~. Το ~ στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι το είκοσι, ενώ στην τριτοβάθμια το δέκα. ● βλ. άριστος
6624αριστεία[ἀριστεία] α-ρι-στεί-α ουσ. (θηλ.): ανώτατη διάκριση: ακαδημαϊκή/επιστημονική/καλλιτεχνική/τεχνολογική ~. ~ στην εκπαίδευση/έρευνα. Βραβεία/δίκτυα/κέντρα/νησίδες/πρότυπο/υποτροφίες ~ας. Τάγματα Αριστείας. ● ΣΥΜΠΛ.: επιχειρηματική αριστεία & αρίστευση: ΟΙΚΟΝ. μοντέλο λειτουργίας επιχείρησης, το οποίο οδηγεί σε ισόρροπη ικανοποίηση των αναγκών όλων των εμπλεκομένων σε αυτή (πελατών, εργαζομένων, προμηθευτών, μετόχων και κοινωνίας) με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητάς της. [< αγγλ. business excellence (model)] [< αρχ. ἀριστεία ‘ανωτερότητα, ανδρεία’, γαλλ.-αγγλ. excellence]
20644Αριστείο

θε-σπί-ζω ρ. (μτβ.) {θέσπι-σε, θεσπί-στηκε, -σμένος, θεσπίζ-οντας}: συστήνω θεσμό τον οποίο καθιερώνω με νόμο: ~σε κανόνες/κριτήρια/νέα όργανα διοίκησης/νέο καθεστώς φορολογίας/νομικό πλαίσιο/ρυθμίσεις/σειρά μέτρων. ~σαν αριστείο/βραβείο/ετήσιο διαγωνισμό. Το Σύνταγμα ~ει αρχές για τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών. Πβ. θεσμο-, νομο-θετώ. ● βλ. θεσπισμένος [< αρχ. θεσπίζω ‘μαντεύω’, μτγν. ~ ‘ορίζω, διατάζω’]

6625αριστείο[ἀριστεῖο] α-ρι-στεί-ο ουσ. (ουδ.) (συχνά με κεφαλ. Α): τιμητική διάκριση που επιβραβεύει εξαίρετες πράξεις ή επιδόσεις: Ευρωπαϊκό ~ Λογοτεχνίας. ~ Ανδρείας/Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών/Κοινωνικής Προσφοράς. ~α και έπαινοι. Τιμήθηκε με ~. Απονομή ~ων.|| Μαθητικά ~α/~α προόδου (: βραβεία που απονέμονται στους μαθητές που αρίστευσαν). Πβ. άθλο, γέρας, έπαθλο. Βλ. πρωτεία. [< αρχ. ἀριστεῖον ‘βραβείο ανδρείας’]
6626αριστείς[ἀριστεῖς] α-ρι-στείς ουσ. (αρσ.) (οι) (λόγ.): οι ανώτεροι, οι κορυφαίοι σε αξία: οι ~ των γραμμάτων/του Πανεπιστημίου/του πνεύματος. Πβ. διαπρεπής. [< αρχ. ἀριστεῖς ‘αυτοί που ξεχωρίζουν (για την ανδρεία τους)]
6627Αριστερά[Ἀριστερά] Α-ρι-στε-ρά ουσ. (θηλ.) (κ. με πεζό το αρχικό α): ΠΟΛΙΤ. πολιτικός χώρος στον οποίο εντάσσονται οι υποστηρικτές του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού: ανανεωτική/αντικαπιταλιστική/επαναστατική/ρεφορμιστική/ριζοσπαστική/φοιτητική ~. Η ελληνική/ευρωπαϊκή ~. Ανήκει/πρόσκειται στην ~. Ψηφίζει ~. Κοινό μέτωπο της ~άς (= των αριστερών κομμάτων). Βλ. ευρω~, κεντρο~. ΑΝΤ. Δεξιά ● ΣΥΜΠΛ.: άκρα Αριστερά: εξωκοινοβουλευτική τάση στην Αριστερά, οι οπαδοί της οποίας υποστηρίζουν την προώθηση ριζοσπαστικών ή επαναστατικών αλλαγών στην κοινωνία· Ακροαριστερά. Βλ. αναρχοκομμουν-, λενιν-, μαρξ-, τροτσκ-ισμός. ΑΝΤ. άκρα Δεξιά [< γαλλ. extrême gauche] , εξωκοινοβουλευτική Αριστερά: αριστερές πολιτικές οργανώσεις, συνήθ. ακραίες, που δεν κατέχουν έδρα στο κοινοβούλιο. Πβ. άκρα Αριστερά. [< γαλλ. (la) gauche, 1791]
6628αριστερίζω[ἀριστερίζω] α-ρι-στε-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {μτχ. ενεστ. αριστερίζων, -ουσα, -ον}: ΠΟΛΙΤ. τείνω προς τον αριστερό πολιτικό χώρο και την ιδεολογία του: Δημοσιογράφος/οργάνωση που ~ει. ~ουσα: πολιτική/φρασεολογία. ~οντα: συνθήματα.
6629αριστερισμός[ἀριστερισμός] α-ρι-στε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. η πολιτική ιδεολογία και πρακτική της άκρας Αριστεράς, καθώς και η τάση αποδοχής των αρχών της. Βλ. αναρχ-, ριζοσπαστ-ισμός.[< γαλλ. gauchisme]
6630αριστεριστής[ἀριστεριστής] α-ρι-στε-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. αριστερίστρια}: ΠΟΛΙΤ. πρόσωπο που ασπάζεται τις θέσεις της άκρας Αριστεράς ή/και ανήκει σε κόμμα της: εξτρεμιστής ~. ΣΥΝ. ακροαριστερός, ακροαριστερή [< γαλλ. gauchiste, 1954]
6631αριστερίστικος, η, ο [ἀριστερίστικος] α-ρι-στε-ρί-στι-κος επίθ. (ειρων.-μειωτ.): ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται στον αριστερισμό ή τον αριστεριστή: ~ος: χώρος. ~η: ομάδα/οργάνωση. ~ο: κίνημα. ~ες: αντιλήψεις/δυνάμεις. Βλ. -ίστικος. [< γαλλ. gauchiste, 1954]
6632αριστεροδέξιος, α, ο [ἀριστεροδέξιος] α-ρι-στε-ρο-δέ-ξι-ος επίθ./ουσ. 1. & αριστεροδεξιός: (συνήθ. ειρων.) που σχετίζεται και με την αριστερή και με τη δεξιά πολιτική γραμμή: ~ος: επαναστάτης/πολιτικάντης/συντηρητισμός.|| (ως ουσ.) Οι ~οί. 2. (σπάν.) αμφιδέξιος.
6633αριστερόθεν[ἀριστερόθεν] α-ρι-στε-ρό-θεν επίρρ. (λόγ.) 1. από τα αριστερά, εξ αριστερών. Βλ. -θεν. ΑΝΤ. δεξιόθεν (1) 2. (σπάν.-ειρων.) από τα αριστερά κόμματα: αντιδράσεις ~. [< μεσν. αριστερόθεν]
6634αριστεροπόδαρος, η, ο [ἀριστεροπόδαρος] α-ρι-στε-ρο-πό-δα-ρος επίθ.: (για ποδοσφαιριστή) που χρησιμοποιεί κυρ. το αριστερό του πόδι: ~ος: αμυντικός/άσος/επιθετικός/χαφ.|| (ως ουσ.) Οι ~οι της ομάδας. ΑΝΤ. δεξιοπόδαρος
6635αριστερός, ή, ό [ἀριστερός] α-ρι-στε-ρός επίθ. {(λόγ.) θηλ. -ά} 1. που αναφέρεται ή βρίσκεται στη δυτική πλευρά (αντικειμένου ή χώρου) σε σχέση με έναν παρατηρητή που κοιτάζει προς τον βορρά· που αναφέρεται ή βρίσκεται στην πλευρά της καρδιάς του ανθρώπινου σώματος: ~ός: τροχός. ~ή: γωνία/στήλη/στροφή. ~ό: κλικ (στο ποντίκι υπολογιστή). Πίσω ~ό τζάμι (αυτοκινήτου).|| ~ός: λοβός (του εγκεφάλου)/μηρός/πνεύμονας. ~ή: ωμοπλάτη. ~ό: άκρο/αυτί/μάτι.|| (ως ουσ.) Γράφει με το ~ό (= ενν. χέρι). Κοντρόλ/σουτ/πάσα με το ~ό (= ενν. πόδι). Το προσπέρασμα επιτρέπεται, κατά κανόνα, από τα ~ά (= από την ~ή πλευρά).|| (κατ' επέκτ.) ~ή: γροθιά (στο μποξ).|| ~ή: κάλτσα. ~ό: γάντι. Πβ. ζερβός. ΑΝΤ. δεξιός (1) 2. ΠΟΛΙΤ. που ανήκει στον χώρο της Αριστεράς: ~ός: βουλευτής/συνασπισμός/ψηφοφόρος. ~ή: δύναμη/εφημερίδα/παράταξη/συμμαχία. ~ό: κίνημα/κόμμα.|| (ως ουσ.) Κριτική από τα ~ά (: από την ~ή οπτική, πολιτικά και ιδεολογικά). Βλ. αντι~, φιλο~. ● Ουσ.: αριστερός, αριστερή (ο/η) 1. πρόσωπο που ασπάζεται τις πολιτικές ιδέες της Αριστεράς ή/και ανήκει σε αριστερό κόμμα: Οι ~οί υπέστησαν διώξεις κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. ΑΝΤ. δεξιός, δεξιά 2. που χρησιμοποιεί περισσότερο και καλύτερα το αριστερό χέρι (ή πόδι). ΣΥΝ. αριστερόχειρας ● επίρρ.: αριστερά: ~ του δρόμου. Από ~. Κάτω/πάνω ~. Κοίτα δεξιά κι ~ προτού περάσεις απέναντι. Έστριψε ~. Κάνε ~! Πάρτο όλο ~ (: στρίψε το τιμόνι εντελώς ~)! ● ΦΡ.: δεν γνωρίζει/δεν ξέρει η αριστερά τι ποιεί η δεξιά (εκκλησ. γλ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος δεν ελέγχει τις πράξεις του, τη συμπεριφορά του., εξ αριστερών (λόγ.) 1. από αριστερά: γραφή ~ ~ προς τα δεξιά. ΣΥΝ. εξ ευωνύμων ΑΝΤ. εκ δεξιών 2. (από ιδεολογική ή πολιτική άποψη) από την αριστερή πλευρά: η ~ ~ αντιπολίτευση., βγαίνει (σε κάποιον) από (τα) αριστερά/δεξιά βλ. βγαίνω, δεξιά κι αριστερά βλ. δεξιός [< 1: αρχ. ἀριστερός 2: γαλλ. de gauche]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.