| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6636 | αριστερόστροφος | , η, ο [ἀριστερόστροφος] α-ρι-στε-ρό-στρο-φος επίθ. ΑΝΤ. δεξιόστροφος. 1. που στρέφεται ή περιστρέφεται προς τα αριστερά: ~ος: κοχλίας. ~η: έλικα/κατεύθυνση/κίνηση/λειτουργία. ~ο: σπείρωμα. ~ο σύστημα γραφής/(ΜΑΘ.) συντεταγµένων. Βλ. -στροφος. 2. (μτφ.) που τείνει προς τις αριστερές πολιτικές θέσεις: ~η: ιδεολογία/ρητορική. 3. ΧΗΜ. που έχει την ιδιότητα να στρέφει το επίπεδο πόλωσης του φωτός προς τα αριστερά: ~α: αμινοξέα/ισομερή/υλικά (: με αρνητικό δείκτη διάθλασης). ● επίρρ.: αριστερόστροφα [< 3: γαλλ. lévogyre] | |
| 6637 | αριστεροτίμονος | , η, ο [ἀριστεροτίμονος] α-ρι-στε-ρο-τί-μο-νος επίθ. (προφ.): (για όχημα) που έχει το τιμόνι και τη θέση οδήγησης στα αριστερά. ΑΝΤ. δεξιοτίμονος | |
| 6638 | αριστερόχειρας | [ἀριστερόχειρας] α-ρι-στε-ρό-χει-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λόγ.) αριστερόχειρ & (σπάν.) αριστερόχειρος: πρόσωπο που χρησιμοποιεί με μεγαλύτερη ευχέρεια το αριστερό του χέρι, συνήθ. στο γράψιμο. Πβ. ζερβοκουτάλας,ζερβός, ζερβοχέρης. ΑΝΤ. δεξιόχειρας [< μτγν. ἀριστερόχειρ] | |
| 6639 | αριστεροχειρία | [ἀριστεροχειρία] α-ρι-στε-ρο-χει-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον αριστερόχειρα. | |
| 6640 | αρίστευση | [ἀρίστευση] α-ρί-στευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επίτευξη υψηλής επίδοσης και ειδικότ. βαθμολόγηση με άριστα: ~ στις εξετάσεις. Βλ. πρωτεία. [< μεσν. αρίστευσις] | |
| 6641 | αριστεύω | [ἀριστεύω] α-ρι-στεύ-ω ρ. (αμτβ.) {αρίστευ-σα (λόγ. μτχ. αριστεύ-σας, -σασα, -σαν)}: πρωτεύω, διαπρέπω και ειδικότ. παίρνω άριστα: ~σαν στις εξετάσεις/στο σχολείο. ~σε και τιμήθηκε με το βραβείο ... ~σαντες: απόφοιτοι/μαθητές/πτυχιούχοι/φοιτητές.|| Το αυτοκίνητο ~σε σε όλες τις μετρήσεις. Πβ. πρωτεύω. ΑΝΤ. πατώνω (2) ● ΦΡ.: αιέν αριστεύειν (αρχαιοπρ.): (ως προτροπή) πάντα να αριστεύεις, να διακρίνεσαι. [< αρχ. ἀριστεύω] | |
| 6642 | αριστίνδην | [ἀριστίνδην] α-ρι-στίν-δην επίρρ. {κυρ. ως επίθ.} (αρχαιοπρ.): με επιλογή μεταξύ των αρίστων ή βάσει της αρίστευσης σε κάποιον τομέα, χωρίς ψηφοφορία: ~ μέλη/υποψήφιοι. Βλ. -δην. [< αρχ. ἀριστίνδην ‘ανάλογα με την ανδρεία’] | |
| 6643 | αριστοκράτης, αριστοκράτισσα | [ἀριστοκράτης] α-ρι-στο-κρά-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (συχνά ειρων.) πρόσωπο που ανήκει στην υψηλότερη κοινωνικά και οικονομικά τάξη ή συμπεριφέρεται, όπως τα μέλη αυτής της τάξης, με εκλεπτυσμένο ή υπεροπτικό τρόπο: ξεπεσμένος/πλούσιος ~. ~ από καταγωγή (πβ. γαλαζοαίματος, ευ-γενής, -πατρίδης).|| (ειρων.) Παριστάνει τον ~η. Απλησίαστη/ελαφρόμυαλη ~ισσα (πβ. ακατάδεχτη, ψηλομύτα). Δεν είμαι τόσο ~, κοιμάμαι και στο πάτωμα (πβ. καλο-μαθημένος, -περασάκιας). Βλ. κεφαλαιο-, πλουτο-κράτης. 2. εξέχουσα φυσιογνωμία, ελίτ: ~ του πνεύματος/της πολιτικής. [< μτγν. ἀριστοκράτης, γαλλ. aristocrate] | |
| 6644 | αριστοκρατία | [ἀριστοκρατία] α-ρι-στο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ανώτερη κοινωνική τάξη προσώπων που κατέχουν ιδιαίτερα προνόμια, συνήθ. λόγω καταγωγής ή χρημάτων: αστική/κληρονομική/στρατιωτική/(ΙΣΤ.) φεουδαρχική ~. Η ~ του νησιού/τόπου (πβ. αρχοντολόι, ευγενής). Η ~ των γαιοκτημόνων/του πλούτου (= πλουτοκρατία). Στους κύκλους της ~ας (πβ. στα σαλόνια). Πβ. υψηλή/καλή κοινωνία, τζετ σετ. Βλ. λαουτζίκος, πλέμπα, προλεταριάτο.|| Εργατική ~ (: προνομιακό τμήμα της εργατικής τάξης, το οποίο απαρτίζεται από υψηλόμισθους εργαζομένους ή/και συνδικαλιστές). 2. ελίτ, αφρόκρεμα, ανθός: η ~ της διανόησης/του πνεύματος/της τέχνης.|| (ειρων.) Βαριά ~. Πβ. ανφάν γκατέ. 3. ΙΣΤ. μορφή διακυβέρνησης σύμφωνα με την οποία την υπέρτατη εξουσία κατέχει μικρός αριθμός προσώπων και ιδ. μια τάξη ευγενών με κληρονομικά προνόμια. Βλ. κεφαλαιοκρατία, -κρατία. [< 1,2: γαλλ. aristocratie, αγγλ. aristocracy 3: αρχ. ἀριστοκρατία] | |
| 6645 | αριστοκρατικός | , ή, ό [ἀριστοκρατικός] α-ρι-στο-κρα-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται, ανήκει ή αρμόζει στην αριστοκρατία ή τον αριστοκράτη: ~ός: θεσμός. ~ή: καταγωγή (ΣΥΝ. ευγενής)/οικογένεια/συνοικία/τάξη/φινέτσα. ~ό: περιβάλλον/πολίτευμα/στιλ (= αρχοντικό)/ύφος. ~οί: τρόποι. ~ές: αντιλήψεις. Κομψός, καλαίσθητος, ~ στην εμφάνιση. 2. που απορρέει από ή αφορά μια περιορισμένη μειοψηφία: ~ή: παιδεία/τέχνη (= ελιτίστικη). ● επίρρ.: αριστοκρατικά [< 1: αρχ. ἀριστοκρατικός 2: γαλλ. aristocratique, αγγλ. aristocratic] | |
| 6646 | αριστοκρατικός | [ἀριστοκρατικότητα] α-ρι-στο-κρα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το σύνολο των χαρακτηριστικών που καθιστούν κάποιον ή κάτι αριστοκρατικό: ~ (= αρχοντιά) και ευγένεια. Η ~ ενός ανακαινισμένου αρχοντικού. Βλ. -ότητα. | |
| 6647 | αριστοκρατισμός | [ἀριστοκρατισμός] α-ρι-στο-κρα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. σύνολο αντιλήψεων που εκπορεύονται από ή αφορούν μια μικρή μειοψηφία: γλωσσικός/πνευματικός/τεχνοκρατικός ~. 2. μίμηση του αριστοκρατικού τρόπου ζωής. Βλ. ελιτ-, σνομπ-ισμός. 3. πολιτική θεωρία περί αριστοκρατικού πολιτεύματος. [< γαλλ. aristocratisme, αγγλ. aristocratism] | |
| 6648 | άριστον | [ἄριστον] ά-ρι-στον ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): μεσημεριανό (κυρ. στο στρατό). Βλ. προάριστο(ν). [< αρχ. ἄριστον ‘πρόγευμα, γεύμα’] | |
| 6649 | αριστοποίηση | [ἀριστοποίηση] α-ρι-στο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): επίτευξη του άριστου: αυτόματη/δυναμική/ενεργειακή/στατική ~. ~ της απόδοσης/λειτουργίας/παραγωγής/ποιότητας. (ΜΑΘ.) ~ συναρτήσεων (μιας ή πολλών μεταβλητών). ΣΥΝ. βελτιστοποίηση, τελειοποίηση | |
| 6650 | άριστος | , η, ο [ἄριστος] ά-ρι-στος επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. αρίστη}: που, συγκριτικά με τους ομοίους του, φέρει στον ύψιστο βαθμό θετικές ιδιότητες· (πάρα) πολύ καλός, ο καλύτερος: ~ος: επιστήμονας/ηγέτης. ~οι: επαγγελματίες. ~ γνώστης της Ελληνικής. ~ στο αντικείμενό του/(ειρων.) στα ψέματα (= πρώτος). Είναι (απλά) ~ (= τέλειος).|| ~η: ακουστική/γνώση (υπολογιστή)/εξυπηρέτηση/λειτουργία/συνεργασία. ~ο: αποτέλεσμα (: το καλύτερο δυνατό)/(εργασιακό) περιβάλλον. ~οι: βαθμοί (: οι υψηλότεροι)/όροι (εργασίας). ~ες: επιδόσεις (= κορυφαίες)/συνθήκες/σχέσεις/υπηρεσίες. Προϊόντα αρίστης ποιότητας. Η αρίστη των επιλογών. Σε ~ο κλίμα. Σπίτι σε ~η κατάσταση/σε ~ο σημείο. Δουλειά με ~ες προοπτικές.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ος: φόρος (πβ. βέλτιστος). (ΜΑΘ.) Θεωρία του ~ου ελέγχου. ΣΥΝ. εξαίρετος (1) ΑΝΤ. χείριστος ● Ουσ.: άριστο (το): με μέτρο σύγκρισης το ~. Στόχος μας είναι να πετύχουμε το ~., άριστοι (οι): οι καλύτεροι από πλευράς επιδόσεων: οι ~ των αθλητών/φοιτητών. Βράβευση των ~ων/αρίστων (ενν. μαθητών). Πβ. αριστούχος. ● επίρρ.: άριστα: άψογα, τέλεια: ~ εκπαιδευμένο προσωπικό. Έπραξες ~! Γνωρίζει/κατέχει ~ την Αγγλική. ΣΥΝ. άπταιστα.|| (για βαθμολογία) Έγραψε ~. Πβ. περίφημα, κάλλιστα. ● ΦΡ.: οι άριστοι των αρίστων (λόγ.-επιτατ.): οι καλύτεροι (στον τομέα τους): Επιλέχθηκαν ~ ~., εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης βλ. οιωνός, μέτρον άριστον βλ. μέτρο ● βλ. άριστα [< αρχ. ἄριστος] | |
| 6651 | Αριστοτέλειο | [Ἀριστοτέλειο] Α-ρι-στο-τέ-λει-ο ουσ. (ουδ.) (προφ.): το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. [< μτγν. Ἀριστοτέλειος] | |
| 6652 | αριστοτελικός | , ή, ό [ἀριστοτελικός] α-ρι-στο-τε-λι-κός επίθ. & (λόγ.) αριστοτέλειος: που σχετίζεται με τον Αριστοτέλη: ~ός: ορισμός της τραγωδίας. ~ή: ηθική/κάθαρση/λογική. ~ό: έργο. ● Ουσ.: αριστοτελικοί (οι): οι μαθητές του Αριστοτέλη, οι οπαδοί της διδασκαλίας του· αριστοτελικοί φιλόσοφοι: πλατωνιστές και ~. [< μτγν. Ἀριστοτελικός] | |
| 6653 | αριστοτελισμός | [ἀριστοτελισμός] α-ρι-στο-τε-λι-σμός ουσ. (αρσ.) ΦΙΛΟΣ. 1. το αριστοτελικό φιλοσοφικό σύστημα. Βλ. πλατωνισμός. 2. το σύνολο των φιλοσοφικών ρευμάτων ή θέσεων που επηρεάστηκαν από την αριστοτελική φιλοσοφία: αραβικός/χριστιανικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. aristotélisme, γερμ. Aristotelismus] | |
| 6654 | αριστοτέχνημα | [ἀριστοτέχνημα] α-ρι-στο-τέ-χνη-μα ουσ. (ουδ.) {αριστοτεχνήμ-ατα}: έργο υψηλής τέχνης: κτίρια αληθινά ~ατα. Δημιούργησε ~ατα από μάρμαρο. Πβ. καλλι-, κομψο-, φιλο-τέχνημα.|| Λογοτεχνικά ~ατα. ΣΥΝ. αριστούργημα (1) | |
| 6655 | αριστοτέχνης | [ἀριστοτέχνης] α-ρι-στο-τέ-χνης επίθ./ουσ.: μεγάλος δεξιοτέχνης: ~ του βιολιού (= βιρτουόζος)/λόγου (πβ. τεχνίτης). ~ες (= μετρ) στο είδος/του είδους.|| (ειρων.) ~ στα ψέματα (= εξπέρ).|| (ως επίθ.) ~ σκηνοθέτης. ΣΥΝ. μάστορας (3) [< αρχ. ἀριστοτέχνης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ