| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6656 | αριστοτεχνία | [ἀριστοτεχνία] α-ρι-στο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. εξαιρετική δεξιοτεχνία ή (καλλιτεχνική) ικανότητα· επιδεξιότητα: Αντιμετώπισε με ~ το πρόβλημα (= αριστοτεχνικό τρόπο). ΑΝΤ. κακοτεχνία (2) 2. απαράμιλλη τέχνη: μνημείο/(μουσική) σύνθεση ~ίας. Πβ. καλλι-, κομψο-τεχνία. ΑΝΤ. κακοτεχνία (2) [< μεσν. αριστοτεχνία] | |
| 6657 | αριστοτεχνικός | , ή, ό [ἀριστοτεχνικός] α-ρι-στο-τε-χνι-κός επίθ. (λόγ.) 1. εξαιρετικά δεξιοτεχνικός· επιδέξιος: ~ή: εκτέλεση. ~ό: παίξιμο.|| ~οί: χειρισμοί. Κατάφερε να ξεφύγει με ~ό τρόπο/με μια ~ή κίνηση. 2. αριστουργηματικός, περίτεχνος: ~ή: γραφή/κατασκευή/πλοκή. ● επίρρ.: αριστοτεχνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 6658 | αριστούργημα | [ἀριστούργημα] α-ρι-στούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.) {αριστουργήμ-ατα} 1. κάθε αξεπέραστο, κυρ. καλλιτεχνικό, δημιούργημα: αρχιτεκτονικά/κινηματογραφικά/κλασικά/μοναδικά ~ατα. Δημιούργησε/έφτιαξε ένα ~. Τα (αθάνατα) ~ατα της παγκόσμιας λογοτεχνίας/τέχνης.|| ~ατα της φύσης. Βλ. -ούργημα. ΣΥΝ. αριστοτέχνημα 2. (γενικότ.) καθετί έξοχο, υπέροχο: (Σκέτο) ~ το φαγητό σου (πβ. όνειρο, ποίημα)! Δημιουργίες που είναι αληθινά/πραγματικά ~ατα. 3. (ως επιφών.) υπέροχα, καταπληκτικά, θαύμα: -Πήρα προαγωγή! -~ (= έξοχα, περίφημα)! [< μεσν. αριστούργημα] | |
| 6659 | αριστουργηματικός | , ή, ό [ἀριστουργηματικός] α-ρι-στουρ-γη-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που μπορεί να θεωρηθεί αριστούργημα: ~ή: γραφή/μουσική/σκηνοθεσία/ταινία. ~ό: βιβλίο. ~ές: δημιουργίες. ΣΥΝ. αριστοτεχνικός (1) ● επίρρ.: αριστουργηματικά | |
| 6660 | αριστούχος, αριστούχα | , α/ος, ο [ἀριστοῦχος] α-ρι-στού-χος επίθ./ουσ.: που έχει αριστεύσει: ~ος: μαθητής. ~α/ος: φοιτήτρια.|| (ως ουσ.) Βράβευση (των) ~ων. | |
| 6661 | αριστοφανικός | , ή, ό [ἀριστοφανικός] α-ρι-στο-φα-νι-κός επίθ. & (λόγ.) αριστοφάνειος: που σχετίζεται με τον Αριστοφάνη ή τα έργα του: ~ός: ηθοποιός. ~ή: κωμωδία.|| ~ή: σάτιρα (= καυστική, σκωπτική). [< μτγν. ἀριστοφάνειος, αγγλ. Aristophanic] | |
| 6662 | αρίφνητος | , η, ο [ἀρίφνητος] α-ρίφ-νη-τος επίθ. (λόγ.-λογοτ.): αμέτρητος, αναρίθμητος. [< μεσν. αρίφνητος] | |
| 6663 | αρκαδικός | , ή, ό [ἀρκαδικός] αρ-κα-δι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την Αρκαδία ή/και τους Αρκάδες. 2. ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που αναφέρεται στον αρκαδισμό: το ~ό ιδεώδες. [< 1: μτγν. Ἀρκαδικός 2: γαλλ. arcadien, αγγλ. arcadian] | |
| 6664 | αρκαδισμός | [ἀρκαδισμός] αρ-κα-δι-σμός ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα που πρόβαλλε το ιδεώδες της ειδυλλιακής βουκολικής ζωής. Βλ. φυσιολατρία, -ισμός. [< αγγλ. arcadianism] | |
| 6665 | αρκαδοκυπριακός | , ή, ό [ἀρκαδοκυπριακός] αρ-κα-δο-κυ-πρι-α-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Αρκαδοκυπριακή (διάλεκτος): ΓΛΩΣΣ. αρχαιοελληνική διάλεκτος που μιλιόταν στην Αρκαδία και την Κύπρο. [< αγγλ. Arcado-Cyprian] | |
| 6666 | αρκαντάσης | βλ. καρντάσης | |
| 6667 | αρκεί | [ἀρκεῖ] αρ-κεί ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {άρκεσε (λόγ.) ήρκεσε, σπάν. στο α΄κ. β΄πρόσ. | -ούμαι, αρκέ-στηκα, αρκούμενος}: φτάνει (ποσοτικά), ώστε να εξυπηρετήσει κάποιο σκοπό: Ο μισθός δεν/μόλις που (του) ~, για/ώστε να συντηρήσει την οικογένειά του. Μισή ώρα (σου) ~ και με το παραπάνω για να τελειώσεις. Δεν ~ να έχεις μόνο ταλέντο (για να πετύχεις). ~ να σημειωθεί ότι … ΣΥΝ. επ~. || (ως παρηγοριά σε περιπτώσεις αποτυχίας:) ~ η προσπάθεια! || Άρκεσε μια λέξη του, για να ξεσπάσει καβγάς (: δεν χρειάστηκε παρά ...)! || (σπάν., ως έκφραση δυσαρέσκειας) Φαίνεται πως δεν σου ~ούσα εγώ (: δεν σου ήμουν αρκετός), ήθελες κι άλλους! || (ως επιφών.) ~ (= αρκετά, ως εδώ)! Δεν θέλω ν' ακούσω άλλο! ● Παθ.: αρκούμαι 1. αισθάνομαι ότι κάτι είναι αρκετό, για να ικανοποιηθεί κάποια ανάγκη μου· μένω ικανοποιημένος από κάτι: ~είται (και μόνο) στη σκέψη ότι ... ~ούνται στα λίγα (: είναι ολιγαρκείς). || Όσο κι αν προσπάθησαν, αρκέστηκαν (τελικά) στη δεύτερη θέση. 2. περιορίζομαι σε κάτι, επειδή το θεωρώ επαρκές, δεν προχωρώ σε κάτι περισσότερο: ~ σε ό,τι ελέχθη. Αρκούμενος να δηλώσει ότι ... Δεν πρέπει να ~ούμαστε απλώς και μόνο στα λόγια, αλλά να προχωρούμε και σε πράξεις. ~στηκε (στο) να με κοιτάζει. Πβ. μένω. ● Μτχ.: αρκών , ούσα, ούν (σπάν.-λόγ.): αρκετός, επαρκής ή απαραίτητος: Δόθηκε η ~ούσα βοήθεια. Δεν ελήφθησαν τα ~ούντα μέτρα. ● ΦΡ.: αρκεί να: με την προϋπόθεση να ...· φτάνει να: Θα είμαι πάντα στη διάθεσή σου, ~ ~ μου το ζητήσεις! Όλα θα ξεπεραστούν, ~ ~ είμαστε μαζί! || Κάτσε, ~ (μόνο) να μην κάνεις φασαρία!, αρκεί που: είναι αρκετό ότι: ~ ~ ήσουν εδώ! Μου ~ούσε (απλώς) που θα συμμετείχα. [< αρχ. ἀρκεῖ] | |
| 6668 | άρκεσα | βλ. αρκεί | |
| 6669 | αρκετός | , ή, ό [ἀρκετός] αρ-κε-τός επίθ. 1. που αρκεί, που φτάνει για κάτι: Χρειάζομαι ~ό ύπνο, για να ξεκουραστώ. Έχεις ~ή βενζίνη για το ταξίδι; Βγάζεις ~ά λεφτά από τη δουλειά σου; Πβ. επαρκής, ικανοποιητικός.|| Μου είναι ~ό που νοιάστηκες. 2. περισσότερος από το κανονικό, το συνηθισμένο ή το αναμενόμενο: ~ό: θάρρος/θράσος. ~ές: έγνοιες. ~ά: προβλήματα. Έχει περάσει ~ καιρός από τότε. ~οί νομίζουν ότι … Πβ. κάμποσος. Βλ. υπερ~. ● Υποκ.: αρκετούτσικος , η, ο ● επίρρ.: αρκετά: Είμαι ~ καλά (πβ. πολύ). ~ καλή ταινία. Πβ. αρκούντως.|| (ως επιφών. για δήλωση αγανάκτησης) ~ με αυτήν την κουβέντα! Δεν θα ανεχτώ άλλη σκηνή, ~ πια! Πβ. δεν πάει άλλο, φτάνει πια, ως εδώ ήταν. [< μτγν. ἀρκετός] | |
| 6670 | άρκευθος | [ἄρκευθος] άρ-κευ-θος ουσ. (θηλ.) {-ου (λόγ.) -εύθου}: ΒΟΤ. κωνοφόρος αρωματικός δενδρώδης συνήθ. θάμνος (επιστ. ονομασ. Juniperus communis) με χρήση στη φαρμακευτική (διουρητικό και τονωτικό), τη μαγειρική (μπαχαρικό), τη ζαχαροπλαστική, την αρωματοποιία και την ξυλουργία. ΣΥΝ. αγριοκυπάρισσο [< αρχ. ἄρκευθος] | |
| 6671 | αρκοσόλιο | [ἀρκοσόλιο] αρ-κο-σό-λι-ο ουσ. (ουδ.) {αρκοσολί-ου}: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. αψιδωτός τάφος λαξευμένος σε τοίχωμα στοάς παλαιοχριστιανικής κατακόμβης ή σε τοίχο βυζαντινής εκκλησίας. Βλ. σαρκοφάγος. [< μτγν. ἀρκοσόλιον] | |
| 6672 | αρκούδα | [ἀρκούδα] αρ-κού-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία κάθε μεγαλόσωμου παμφάγου χερσαίου θηλαστικού της οικογ. Ursidae με περ. τριγωνικό κεφάλι, πλούσιο τρίχωμα, μικρό στρογγυλοειδές ρύγχος και υποτυπώδη ουρά· κυρ. με αναφορά στην καφέ ή κοινή αρκούδα (επιστ. ονομασ. Ursus arctus): άγρια/εξημερωμένη ~. Η γκρίζα/μαύρη ~. Βλ. χειμερία νάρκη. 2. (μτφ.-μειωτ.) ως χαρακτηρισμός για παχύ (και μεγαλόσωμο) άνδρα ή παχιά (και ψηλή) γυναίκα. Βλ. αλόγα, ελέφαντας, φάλαινα. 3. (μτφ.-προφ.) η Ρωσία (ως υπερδύναμη). ● Υποκ.: αρκουδίτσα (η), αρκουδάκι (το): (ως παιχνίδι) ~ες και κουκλίτσες. ● ΣΥΜΠΛ.: πολική αρκούδα & λευκή αρκούδα: η μεγαλύτερη σε διαστάσεις αρκούδα του πλανήτη, η οποία έχει λευκό τρίχωμα, ζει στις αρκτικές περιοχές και τρέφεται με ψάρια και μικρά θηλαστικά, κυρ. φώκιες: προστασία της ~ής ~ας. [< αγγλ. polar bear, γαλλ. ours polaire] ● ΦΡ.: σαν αρκούδα (προφ.-εμφατ.): πάρα πολύ: δυνατός/πεινασμένος/χοντρός ~ ~. Κοιμάται/μουγκρίζει ~ ~., της αρκούδας (προφ.-εμφατ.): για κάτι που γίνεται σε μεγάλο βαθμό: Έφαγε το ξύλο ~ ~ (= τον χτύπησαν πολύ. Πβ. της χρονιάς του)! Έπεσε το γέλιο ~ ~! Κάνει το κρύο ~ ~ (: πάρα πολύ)! [< μεσν. αρκούδα] | |
| 6673 | αρκουδάκι | [ἀρκουδάκι] αρ-κου-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρή αρκούδα-παιχνίδι από διάφορα υλικά: λούτρινο/πάνινο ~. Πβ. αρκούδος. 2. απεικόνιση μικρής αρκούδας σε οποιαδήποτε μορφή: σοκολατένια ~ια. Σεντόνια με ~ια. | |
| 6674 | αρκούδι | [ἀρκούδι] αρ-κού-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μικρή συνήθ. αρκούδα. ● ΦΡ.: νηστικό αρκούδι δεν χορεύει (παροιμ.): όποιος πεινά, δεν είναι δυνατόν να εργαστεί· γενικότ. όταν δεν εξασφαλίζονται οι απαραίτητες προϋποθέσεις, δεν μπορεί να γίνει μια δουλειά. [< μεσν. αρκούδι(ν)] | |
| 6675 | αρκουδιάρης | [ἀρκουδιάρης] αρ-κου-διά-ρης ουσ. (αρσ.) 1. (παλαιότ.) πλανόδιος εκγυμναστής αρκούδων που τις παρουσίαζε ως δημόσιο θέαμα, κερδίζοντας χρήματα. 2. (μτφ.-μειωτ.) για αγροίκο, βρόμικο ή τριχωτό άνδρα. Βλ. -ιάρης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ