Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7580-7600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6676αρκουδίζω[ἀρκουδίζω] αρ-κου-δί-ζω ρ. (αμτβ.) (κυρ. για μωρό): περπατώ στα τέσσερα, μπουσουλώ. [< μεσν. αρκουδίζω]
6677αρκουδίσιος, ια, ιο [ἀρκουδίσιος] αρ-κου-δί-σιος επίθ.: που χαρακτηρίζει την αρκούδα ή ανήκει σε αυτή: ~ιες: πατούσες. ~ια: μάτια. Βλ. -ίσιος.
6678αρκούδος[ἀρκοῦδος] αρ-κού-δος ουσ. (αρσ.) 1. αρσενική αρκούδα. 2. παιχνίδι-ομοίωμα αρκούδας, συνήθ. μεγάλο σε μέγεθος: λούτρινος ~. Πβ. αρκουδάκι. [< 1: μεσν. αρκούδος]
6679αρκούντως[ἀρκούντως] αρ-κού-ντως επίρρ. (λόγ.): αρκετά, επαρκώς: μέτρα ~ (= πλήρως) αποτελεσματικά. Τα κατάφερε ~ καλά.|| (ειρων.) Δηλώσεις ~ αποκαλυπτικές. [< αρχ. ἀρκούντως]
6680αρκτικόλεξο[ἀρκτικόλεξο] αρ-κτι-κό-λε-ξο ουσ. (ουδ.): ακρωνύμιο.
6681αρκτικός1, ή, ό [ἀρκτικός] αρ-κτι-κός επίθ.: που βρίσκεται στον ή γύρω από τον Βόρειο Πόλο ή σχετίζεται με αυτόν: ~ή: αλεπού/ζώνη/θάλασσα/τούνδρα. ~ό: κλίμα. ~οί: πάγοι. ~ές: χώρες. Πβ. βόρειος, πολικός. Βλ. αντ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αρκτικός κύκλος & βόρειος πολικός κύκλος: ΓΕΩΓΡ. ο βορειότερος νοητός γεωγραφικός παράλληλος του ισημερινού της Γης. [< αρχ. ἀρκτικός, γαλλ. arctique, αγγλ. arctic]
6682αρκτικός2, ή, ό [ἀρκτικός] αρ-κτι-κός επίθ. (λόγ.): αρχικός: ~ό: γράμμα. Βλ. εναρκτήριος. ΑΝΤ. ληκτικός ● ΣΥΜΠΛ.: αρκτικοί χρόνοι (παλαιότ.): ΓΡΑΜΜ. ενεστώτας, μέλλοντας και παρακείμενος. Βλ. ιστορικοί χρόνοι. [< μτγν. ἀρκτικός]
6683άρκτος[ἄρκτος] άρ-κτος ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αρκούδα. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Άρκτος: ΑΣΤΡΟΝ. αστερισμός στο βόρειο ημισφαίριο (επιστ. ονομασ. Ursa Major), οι επτά πιο λαμπεροί αστέρες του οποίου σχηματίζουν άροτρο., Μικρή Άρκτος: ΑΣΤΡΟΝ. αστερισμός στο βόρειο ημισφαίριο (επιστ. ονομασ. Ursa Minor), οι πιο φωτεινοί αστέρες του οποίου σχηματίζουν κουτάλα. Βλ. πολικός αστέρας. [< αρχ. ἄρκτος
6684Αρκτούρος[Ἀρκτοῦρος] Αρ-κτού-ρος ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. ένας από τους φωτεινότερους αστέρες (επιστ. ονομασ. Arcturus) του βορείου ημισφαιρίου, στην προέκταση της ουράς της Μεγάλης Άρκτου.
6685αρλεκίνος[ἀρλεκίνος] αρ-λε-κί-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΘΕΑΤΡ. παιχνιδιάρης και ερωτιάρης χαρακτήρας της κομέντια ντελ άρτε με μάσκα και φορεσιά με πολύχρωμους ρόμβους· συνεκδ. η αντίστοιχη αποκριάτικη αμφίεση: ~ και κολομπίνα. Ντύθηκε ~. Βλ. πιερότος. 2. (μτφ.-μειωτ.) θεατρίνος, καραγκιόζης. [< ιταλ. arlecchino]
6686αρλούμπα[ἀρλούμπα] αρ-λού-μπα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ., συνήθ. για λόγο, σπάν. για πράξη): ανοησία, σαχλαμάρα: Την πέταξε πάλι την ~ του! Τι ~ες (= κουραφέξαλα, μπούρδες) είναι αυτά που γράφεις/λες; Μας αράδιασε ένα σωρό ~ες (= βλακείες). Πβ. μπαρούφα. [< πιθ. ιταλ. burla]
6687αρλουμπολογία[ἀρλουμπολογία] αρ-λου-μπο-λο-γί-α  ουσ. (θηλ.) (προφ.): μπαρουφολογία.
6688αρμ[ἄρμ] επιφών.: ΣΤΡΑΤ. τμήμα παραγγέλματος για την εκτέλεση ασκήσεων με όπλο: Επ' ώμου, ~! Παρά πόδα, ~! Παρουσιάστε, ~! [< γαλλ. φρ. (présentez) armes!]
6689άρμα[ἅρμα] άρ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ανοιχτό ρυμουλκούμενο όχημα που στολίζεται και χρησιμοποιείται σε εορταστικές παρελάσεις, συνήθ. αποκριάτικες: καρναβαλικά ~ατα. 2. ΑΡΧ. ξύλινο όχημα που το έσερναν άλογα και χρησιμοποιούνταν κυρ. στον πόλεμο ή σε αθλητικούς αγώνες: δίτροχο/τετράτροχο/δρεπανηφόρο ~. Βλ. συνωρίδα, τέθριππο. ● ΣΥΜΠΛ.: άρμα Θέσπιδος: ΑΡΧ. θίασος που έκανε περιοδείες· έκφραση προερχόμενη από την πληροφορία ότι ο ποιητής Θέσπις παρουσίαζε τα έργα του πάνω σε άρμα, με το οποίο περιόδευε στους δήμους της Αττικής., άρμα μάχης & (προφ.) άρμα: ΣΤΡΑΤ. τανκ: βαρύ/ελαφρύ/μέσο ~ ~. Το πλήρωμα του ~ατος ~ης (π.χ. οδηγός, πυροβολητής-ασυρματιστής). Επιλαρχία/φάλαγγα ~άτων ~.|| Άρμα περισυλλογής (: για ρυμούλκηση μηχανημάτων). ΣΥΝ. τεθωρακισμένο [< γαλλ. char de combat] ● ΦΡ.: δένομαι/προσδένομαι/σέρνομαι πίσω από το/στο άρμα (κάποιου) (αρνητ. συνυποδ.): εξαρτώμαι απόλυτα από κάποιον: Δεν (προσ)δέθηκε ~ ~ κανενός κομματικού μηχανισμού. ● βλ. άρματα [< 1: γαλλ. char 2: αρχ. ἅρμα]
6690Αρμαγεδώνας[Ἁρμαγεδώνας] Αρ-μα-γε-δώ-νας ουσ. (αρσ.) & Αρμαγεδδώνας & (λόγ.) Αρμαγεδ(δ)ών (μτφ.) 1. ολοκληρωτική καταστροφή: εργασιακός/κοινωνικός/οικονομικός/πυρηνικός ~. 2. μεγάλη αιματοχυσία: Προανήγγειλε τον ~α. [< μτγν. Ἁρμαγεδών, αγγλ. Armageddon]
6691αρμάδα[ἀρμάδα] αρ-μά-δα ουσ. (θηλ.) 1. (παλαιότ.) μεγάλη ναυτική δύναμη, πολεμικός στόλος. 2. (μτφ.) ισχυρή αθλητική, συνήθ. ποδοσφαιρική, ομάδα. [< μεσν. αρμάδα]
6692αρμαθιά[ἁρμαθιά] αρ-μα-θιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) & (ιδιωμ.) αρμάθα: σύνολο ομοειδών πραγμάτων που έχουν συνδεθεί με σπάγγο ή σύρμα: μια ~ κλειδιά. ~ιές σκόρδα. Βλ. δέσμη, δεσμίδα, μάτσο, τσαμπί. [< μεσν. αρμαθιά]
6693αρμάθιασμα[ἁρμάθιασμα] αρ-μά-θια-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): φτιάξιμο αρμαθιάς: ~ του καπνού.
6694αρμάριβλ. ερμάριο
6695αρματ-βλ. αρματο- & αρματ-

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.