| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6696 | άρματα | [ἅρματα] άρ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (παρωχ.): όπλα: Άρπαξαν/έπιασαν/ζώστηκαν/πήραν τ' ~ (= ξεσηκώθηκαν). ● ΦΡ.: στ' άρματα! (συνήθ. με επανάληψη): στα όπλα (παλαιότ. ως στρατιωτικό παράγγελμα). ● βλ. άρμα [< μεσν. άρμα] | |
| 6697 | αρματαγωγό | [ἁρματαγωγό] αρ-μα-τα-γω-γό ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. πολεμικό πλοίο ειδικό για μεταφορά αρμάτων μάχης, πολεμικού υλικού και στρατιωτικών δυνάμεων, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. σε αποβάσεις. Πβ. οχηματαγωγό. | |
| 6698 | αρματηλάτης | [ἁρματηλάτης] αρ-μα-τη-λά-της ουσ. (αρσ.): ΑΡΧ. οδηγός άρματος. Πβ. αρματοδρόμος. Βλ. -ηλάτης. ΣΥΝ. ηνίοχος (1) [< αρχ. ἁρματηλάτης] | |
| 6699 | αρματικός | , ή, ό [ἁρματικός] αρ-μα-τι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με το άρμα μάχης: ~ή: επίθεση. ~ό: δυναμικό. Βλ. αντι~. | |
| 6700 | αρματο- & αρματ- | α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών που αναφέρονται 1. ΑΡΧ. στο άρμα: αρματο-δρομία. Αρματ-ηλάτης. 2. ΣΤΡΑΤ. στα άρματα μάχης: αρματ-αγωγό. | |
| 6701 | αρματοδρομία | [ἁρματοδρομία] αρ-μα-το-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. αγώνας δρόμου με άρματα: ιπποδρομίες και ~ες. Βλ. -δρομία. [< μτγν. ἁρματοδρομία] | |
| 6702 | αρματοδρόμος | [ἁρματοδρόμος] αρ-μα-το-δρό-μος ουσ. (αρσ.): αθλητής αρματοδρομίας. Πβ. αρματηλάτης. Βλ. -δρόμος. [< μτγν. ἁρματοδρόμος] | |
| 6703 | αρματολίκι | [ἀρματολίκι] αρ-μα-το-λί-κι ουσ. (ουδ.) ΙΣΤ. 1. περιοχή που ανήκε στη δικαιοδοσία των αρματολών. Βλ. -ίκι. 2. (περιληπτ.) αρματολοί. | |
| 6704 | αρματολός | [ἀρματολός] αρ-μα-το-λός ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) ένοπλος χριστιανός, μέλος άτακτου σώματος στρατού, στο οποίο η οθωμανική κυβέρνηση ανέθετε την επιβολή της τάξης στην περιοχή της δικαιοδοσίας του: κλέφτες και ~οί. [< *αρματολόγος – παλαιότ. ορθογρ. αρματωλός] | |
| 6705 | αρματομαχία | [ἁρματομαχία] αρ-μα-το-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. πολεμική σύγκρουση με άρματα μάχης. Βλ. -μαχία. | |
| 6706 | αρμάτωμα | [ἀρμάτωμα] αρ-μά-τω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αρματώνω. ΑΝΤ. ξαρμάτωμα [< μεσν. αρμάτωμα] | |
| 6707 | αρματώνω | [ἀρματώνω] αρ-μα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {αρμάτω-σα, αρματώ-θηκα, -μένος} (λαϊκό): εξοπλίζω· (για πλεούμενο) τοποθετώ εξαρτισμό: ~σαν τα δίχτυα (: έβαλαν σχοινιά, φελλούς, βαρίδια)/το καράβι. Το φαράγγι ~θηκε (: τοποθετήθηκαν ασφάλειες και άλλος εξοπλισμός για ασφαλή διέλευση).|| (μτφ.) ~θηκε λες και πήγαινε για πόλεμο. Πβ. οπλίζω. ΑΝΤ. ξαρματώνω ● ΦΡ.: οπλισμένος/αρματωμένος σαν αστακός βλ. αστακός [< μεσν. αρματώνω, ιταλ. armare] | |
| 6708 | αρματωσιά | [ἀρματωσιά] αρ-μα-τω-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): οπλισμός· κατ' επέκτ. εξαρτισμός: ~ πολεμιστή.|| ~ ιστιοφόρου.|| (για ψάρεμα) Συρμάτινη ~. ~ καλαμιού (: πετονιά, αγκίστρι, βαρίδι, φελλός). [< μεσν. αρματωσιά] | |
| 6709 | άρμεγμα | [ἄρμεγμα] άρ-μεγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. η ενέργεια του αρμέγω: ~ των προβάτων. ~ με θήλαστρο/μηχανή (= αμελκτική)/τα χέρια. 2. (μτφ.) απομύζηση: ~ της πατρικής περιουσίας. ΣΥΝ. αφαίμαξη (1), μάδημα, ξεζούμισμα, ξεπουπούλιασμα | |
| 6710 | αρμέγω | [ἀρμέγω] αρ-μέ-γω ρ. (μτβ.) {άρμε-ξα, αρμέ-χτηκε, -γμένος, αρμέγ-οντας} 1. βγάζω το γάλα από τους μαστούς γαλακτοφόρου ζώου, τραβώντας τις θηλές του προς τα κάτω: ~ει τις αγελάδες/κατσίκες. 2. (μτφ.) αποσπώ χρηματικά ποσά από κάποιον, τον εκμεταλλεύομαι: Τους ~ουν οι κερδοσκόποι. ΣΥΝ. απομυζώ (1), αφαιμάσσω, μαδώ (2), ξεζουμίζω (1), ξεπουπουλιάζω (2) ● ΦΡ.: άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες: για αδιέξοδες, άσκοπες ή αναποτελεσματικές καταστάσεις. Πβ. πάρ'/πιάσ' τ' αβγό και κούρευ' το. [< μεσν. αρμέγω] | |
| 6711 | αρμεκτήριο | [ἀρμεκτήριο] αρ-με-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): μηχάνημα ή εγκατάσταση για το άρμεγμα των ζώων: περιστροφικά ~α. Βλ. -τήριο. ΣΥΝ. αμελκτήριο | |
| 6712 | αρμεκτικός | , ή, ό [ἀρμεκτικός] αρ-με-κτι-κός επίθ. & (προφ.) αρμεχτικός: που αναφέρεται ή χρησιμοποιείται στο άρμεγμα: ~ές: μηχανές. ΣΥΝ. αμελκτικός | |
| 6713 | άρμενα | [ἄρμενα] άρ-με-να ουσ. (ουδ.) (τα): ΝΑΥΤ. πανιά ιστιοφόρου πλοίου και γενικότ. τα εξαρτήματά του (ιστοί, σχοινιά, κεραίες)· συνεκδ. τα ίδια τα ιστιοφόρα. [< μεσν. άρμενον] | |
| 6714 | αρμενίζω | [ἀρμενίζω] αρ-με-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {αρμένι-σα, αρμενίζ-οντας} (λογοτ.) 1. (συνήθ. για ιστιοφόρα και τους επιβάτες τους) πλέω στη θάλασσα. 2. (μτφ.) ταξιδεύω νοερά, ονειροπολώ: ~ει σε πελάγη ευτυχίας. Πού ~ει ο νους σου; Πβ. ρεμβάζω. ● ΦΡ.: εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν βλ. καράβι, ή στραβός είν' ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε βλ. γιαλός [< μτγν. ἀρμενίζω] | |
| 6715 | αρμενικός | , ή, ό [ἀρμενικός] αρ-με-νι-κός επίθ. & (προφ.) αρμένικος: που σχετίζεται με την Αρμενία ή/και τους Αρμένιους. ● ΣΥΜΠΛ.: αρμένικη βίζιτα (προφ.): επίσκεψη μεγάλης διάρκειας και, συνεπώς, κουραστική. [< μεσν. αρμενικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ