Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7620-7640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6716αρμένισμα[ἀρμένισμα] αρ-μέ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): πλεύση, ταξίδι.
6717άρμηβλ. άλμη
6718αρμίδι[ἁρμίδι] αρ-μί-δι ουσ. (ουδ.) ΝΑΥΤ. 1. λεπτό νήμα με πυκνή πλέξη, στο άκρο του οποίου δένεται το αγκίστρι. Πβ. πετονιά. ΣΥΝ. ορμιά 2. λεπτό σκοινί που χρησιμοποιείται για να σέρνει τον βαρύ κάβο για την πρόσδεση του πλοίου στην αποβάθρα. Βλ. -ίδι. [< μεσν. ορμίδι]
6719αρμογή[ἁρμογή] αρ-μο-γή ουσ. (θηλ.) (επιστ.): σύνδεση δύο επιφανειών· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) το σημείο της ένωσης: ~ των πλακών (= συν~).|| Οι ~ές (= αρμοί) των δοκαριών. Βλ. προσ~. [< μτγν. ἁρμογή]
6720αρμόδιος, α, ο [ἁρμόδιος] αρ-μό-δι-ος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ. -ίου)}: υπεύθυνος σε συγκεκριμένο τομέα: ~ος: οργανισμός/υπάλληλος/υπουργός. ~α: Αρχή/επιτροπή/υπηρεσία. ~ο: γραφείο/όργανο. Είναι ο πλέον ~ να ... (πβ. ειδικός, κατάλληλος). Σύσκεψη των ~ων φορέων. Ενώπιον παντός -ίου δικαστηρίου. Βλ. συν~.|| (ως ουσ.) Ο ~ για/σε θέματα ... Οι ~οι της εταιρείας/κυβέρνησης. Απευθυνθείτε στους ~ίους. ΑΝΤ. αναρμόδιος ● επίρρ.: αρμοδίως (λόγ.) ● ΦΡ.: ο καθ΄ύλην αρμόδιος (επίσ.): ειδικός σε ορισμένο τομέα: Είναι ~ ~ να μιλήσει. [< αρχ. ἁρμόδιος, γαλλ. compétent]
6721αρμοδιότητα[ἁρμοδιότητα] αρ-μο-δι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): νόμιμη εξουσία, δικαιοδοσία που εκπορεύεται από τη θέση ή την ειδικότητα κάποιου· καταλληλότητα για κάτι: αποκλειστική/γενική/γνωμοδοτική/διαιτητική/ελεγκτική/κύρια/πειθαρχική/συλλογική/συντρέχουσα ~. Υπηρεσίες και φορείς ~ας του Υπουργείου. Ο χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός αποτελεί ~ του κράτους. Λόγω ~ας. Είναι (εκτός) της ~ός μου. Δεν έχω ~ για/σε κάτι (ή να κάνω κάτι). Υπερβαίνει την ~ά μου. (Ένα θέμα) ανήκει/εμπίπτει/παραμένει/περιλαμβάνεται/υπάγεται στην ~ κάποιου. Βλ. -ότητα, συν~. ΑΝΤ. αναρμοδιότητα ● αρμοδιότητες (οι): καθήκοντα, υποχρεώσεις: ορισμένες/συγκεκριμένες ~. ~ του Γενικού Γραμματέα/του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου/προέδρου. Ανάθεση/ανάληψη/άσκηση/αφαίρεση/διαχωρισμός/διεύρυνση/εκχώρηση/καθορισμός/κατανομή/μεταβίβαση/σύγχυση ~ήτων. Οι ~ του Προέδρου της Δημοκρατίας οριοθετούνται ρητά από το Σύνταγμα. Στο πεδίο/στο πλαίσιο/στη σφαίρα των ~ήτων του. Βλ. υπερ-. ● ΣΥΜΠΛ.: δέσμια αρμοδιότητα: ΝΟΜ. υποχρέωση διοικητικού οργάνου να εκδώσει σχετική πράξη: Η κήρυξη αναδάσωσης αποτελεί ~ ~ του Δήμου. ΑΝΤ. διακριτική ευχέρεια, σύγκρουση αρμοδιοτήτων/δικαιοδοσίας βλ. σύγκρουση ● ΦΡ.: καθ' ύλη(ν) αρμοδιότητα (λόγ.) & υλική αρμοδιότητα: ΝΟΜ. δικαιοδοσία δικαστηρίου ή φορέα, που καθορίζεται από τη φύση υπόθεσης ή ζητήματος: ~ ~ πολυμελούς πρωτοδικείου/τριμελούς εφετείου/υπηρεσιών., κατά λόγο αρμοδιότητας: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. σύμφωνα με την αρμοδιότητα κάποιου: Κατόπιν των προαναφερθέντων, παρακαλείστε για τις ~ ~ ενέργειές σας., κατά τόπο(ν) αρμοδιότητα (λόγ.) & τοπική αρμοδιότητα: ΝΟΜ. δικαιοδοσία δικαστηρίου ή φορέα, που καθορίζεται από τον τόπο στον οποίο εδρεύει: ~ ~ αστυνομικής διεύθυνσης/υποκαταστημάτων του ΙΚΑ. Πβ. δωσιδικία. [< μεσν. αρμοδιότης, γαλλ. compétence, γερμ. Zuständigkeit]
6722αρμόζει[ἁρμόζει] αρ-μό-ζει ρ. (μτβ.) {λόγ. μτχ. αρμόζων, -ουσα, -ον, αρμο-σμένος} 1. συμβαδίζει, ταιριάζει: Τέτοια λόγια δεν ~ουν στην (= συνάδουν με την) ανατροφή σου.|| Πήρε τη θέση που της ~ (= αξίζει). Τον τίμησε, όπως του άρμοζε (= έπρεπε). Πβ. προσήκει, προσιδιάζει. 2. εφαρμόζει: Λαξευτές, καλά ~σμένες πέτρες. Πβ. μοντάρω, συναρμόζω. Βλ. προσαρμόζω. [< αρχ. ἁρμόζει, ἁρμόττει]
6723αρμόζων, ουσα, ον [ἁρμόζων] αρ-μό-ζων επίθ. (λόγ.): που πρέπει ή ταιριάζει: η ~ουσα στάση/συμπεριφορά. Το ~ον ύφος. ΣΥΝ. δέων, πρέπων, προσήκων ΑΝΤ. ανάρμοστος [< αρχ. ἁρμόζων]
6724αρμοκάλυπτρο[ἁρμοκάλυπτρο] αρ-μο-κά-λυ-πτρο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. κατασκευή (π.χ. πηχάκι, πλάκα) από ποικίλα υλικά που χρησιμοποιείται για την κάλυψη αρμών: ~ πάγκου. Κάσα αλουμινίου με ενσωματωμένο ~. Διακοσμητικά ~α. Οι βίδες καλύπτονται με μεταλλικό ~. Βλ. σοβατεπί. [< γαλλ. couvre-joint]
6725αρμοκόπτης[ἁρμοκόπτης] αρ-μο-κό-πτης & (προφ.) αρμοκόφτης: ΤΕΧΝΟΛ. κοπτικό μηχάνημα για δημιουργία αρμών σε άσφαλτο, σκυρόδεμα ή άλλες επιφάνειες οδοστρωμάτων. Βλ. πριόνι.
6726αρμολόγημα[ἁρμολόγημα] αρ-μο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. αρμολόγηση. Βλ. ένεμα.
6727αρμολόγηση[ἁρμολόγηση] αρ-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΔ. έγχυση κονιάματος στους αρμούς μεταξύ δομικών στοιχείων: ~ πέτρας/πλακιδίων. Βλ. στοκάρισμα, τσιμεντένεση. ΣΥΝ. αρμολόγημα 2. (λόγ.) συναρμολόγηση. ΣΥΝ. άρμοση [< μεσν. αρμολόγησις]
6728αρμολογώ[ἁρμολογῶ] αρ-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {αρμολογ-εί | αρμολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. ΟΙΚΟΔ. κάνω αρμολόγηση: Οι τοίχοι σοβατίζονται και ~ούνται. ~ημένες: πλάκες. Βλ. στοκάρω, -λογώ. 2. (λόγ.) συναρμολογώ. [< μτγν. ἁρμολογῶ]
6729αρμονία[ἁρμονία] αρ-μο-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. συμμετρία, ισορροπία, αναλογία μεταξύ των στοιχείων ενός συνόλου, αντιθετικών ή μη: αισθητική/πνευματική/σωματική/ψυχική ~. Η ~ του Σύμπαντος/της φύσης (πβ. ευρυθμία). ~ του πνεύματος και της ύλης/της ψυχής και του σώματος. ~ του προσώπου (πβ. ομορφιά). ~ κινήσεων (πβ. ρυθμός). Χρωματικές ~ες. ΑΝΤ. δυσαρμονία 2. ομόνοια: η ~ της οικογενειακής ζωής (: οικογενειακή ~). ~ στις σχέσεις. Επικρατεί ~. Η ~ αποκαθίσταται/διαταράσσεται/καταστρέφεται. Πβ. σύμπνοια. 3. ΜΟΥΣ. συνήχηση φθόγγων· συνεκδ. μελέτη της διαδοχής και της σχέσης των συγχορδιών σε μια σύνθεση: ~ και μελωδία. Βλ. παραφωνία. ● ΦΡ.: σε αρμονία με ...: σε συμφωνία με: ~ ~ το περιβάλλον. Για να είναι κανείς ~ ~ τους άλλους, πρέπει να βρίσκεται ~ ~ τον εαυτό του. [< γαλλ. en harmonie avec] [< αρχ. ἁρμονία, γαλλ. harmonie, αγγλ. harmony]
6730αρμόνικα[ἁρμόνικα] αρ-μό-νι-κα ουσ. (θηλ.): φυσαρμόνικα. [< ιταλ. armonica]
6731αρμονικός, ή, ό [ἁρμονικός] αρ-μο-νι-κός επίθ. 1. συμμετρικός, ισόρροπος: ~ός: κόσμος/συνδυασμός. ~ή: σχέση. ~ό: σύνολο/σχήμα. ~ές: αναλογίες. Πβ. κανονικός.|| (ΜΑΘ.) ~ή: ανάλυση/διαίρεση (ευθύγραμμου τμήματος)/πρόοδος/σειρά.|| (ΦΥΣ.) ~ός: ταλαντωτής (π.χ. απλό εκκρεμές). ~ή: κίνηση/παραμόρφωση. ~ές: συχνότητες. 2. που διέπεται από ομόνοια, σύμπνοια: ~ός: γάμος. ~ή: ένταξη/συμβίωση/συνύπαρξη/σχέση μεταξύ των συντρόφων (πβ. ειρηνική, εύρυθμη, ισόρροπη). ~ό: ζευγάρι/περιβάλλον. 3. ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με την αρμονία· γενικότ. ευχάριστος στο άκουσμα: ~ή: κλίμακα.|| ~ός: ρυθμός. ~ή: μελωδία/μουσική. ● Ουσ.: αρμονική (η): ΦΥΣ. ενν. συχνότητα: ~ ρεύματος/τάσης. ● επίρρ.: αρμονικά ● ΣΥΜΠΛ.: αρμονική ταλάντωση: ΦΥΣ. κατά την οποία η τροχιά είναι ευθύγραμμη και το πλάτος της ταλάντωσης ημιτονοειδής συνάρτηση του χρόνου: απλή/γραμμική/ελεύθερη ~ ~. [< αρχ. ἁρμονικός, γαλλ. harmonique, αγγλ. harmonic, γερμ. harmonisch]
6732αρμονικότητα[ἁρμονικότητα] αρ-μο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αρμονικού: ~ των ήχων/χρωμάτων. ~ στις σχέσεις. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αρμονία (1)
6733αρμόνιο[ἁρμόνιο] αρ-μό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΜΟΥΣ. φορητό πληκτροφόρο όργανο που αντικαθιστά το εκκλησιαστικό όργανο και το οποίο παράγει μεγάλη ποικιλία ηχοχρωμάτων: πιάνο και ~. Βλ. συνθεσάιζερ. [< ιταλ. armonio, γαλλ.-αγγλ. harmonium]
6734αρμονίστας[ἁρμονίστας] αρ-μο-νί-στας ουσ. (αρσ.): μουσικός που παίζει αρμόνιο. [< γαλλ. harmoniste, αγγλ. harmonist]
6735αρμός[ἁρμός] αρ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΔ. μικρό κενό που αφήνεται ηθελημένα μεταξύ των τμημάτων επιφάνειας ή των δομικών στοιχείων κατασκευής, με σκοπό την αποτροπή πρόκλησης βλαβών, κυρ. εξαιτίας συστολών και διαστολών, και συνήθ. γεμίζεται με κονίαμα: αντισεισμικός ~. Κατασκευαστικοί ~οί. ~οί γεφυρών/πλακιδίων. ~οί μεταξύ κουφώματος και τοίχου. Κάλυψη/πλήρωση/στεγανοποίηση/στοκάρισμα/σφράγιση ~ών (: με αρμόστοκο). 2. σημείο σύνδεσης των μερών ενός συνόλου· γενικότ. συνδετικό στοιχείο: Έτριζαν οι ~οί του κρεβατιού/σκάφους. Πβ. σύνδεσμος.|| (μτφ.) Οι ~οί του κορμιού (= κλειδώσεις)/συστήματος. Συνεκτικοί (κοινωνικοί) ~οί. Πβ. δεσμός, κρίκος. [< αρχ. ἁρμός, γαλλ. joint]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.