Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [7640-7660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6733αρμόνιο[ἁρμόνιο] αρ-μό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΜΟΥΣ. φορητό πληκτροφόρο όργανο που αντικαθιστά το εκκλησιαστικό όργανο και το οποίο παράγει μεγάλη ποικιλία ηχοχρωμάτων: πιάνο και ~. Βλ. συνθεσάιζερ. [< ιταλ. armonio, γαλλ.-αγγλ. harmonium]
6734αρμονίστας[ἁρμονίστας] αρ-μο-νί-στας ουσ. (αρσ.): μουσικός που παίζει αρμόνιο. [< γαλλ. harmoniste, αγγλ. harmonist]
6735αρμός[ἁρμός] αρ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΔ. μικρό κενό που αφήνεται ηθελημένα μεταξύ των τμημάτων επιφάνειας ή των δομικών στοιχείων κατασκευής, με σκοπό την αποτροπή πρόκλησης βλαβών, κυρ. εξαιτίας συστολών και διαστολών, και συνήθ. γεμίζεται με κονίαμα: αντισεισμικός ~. Κατασκευαστικοί ~οί. ~οί γεφυρών/πλακιδίων. ~οί μεταξύ κουφώματος και τοίχου. Κάλυψη/πλήρωση/στεγανοποίηση/στοκάρισμα/σφράγιση ~ών (: με αρμόστοκο). 2. σημείο σύνδεσης των μερών ενός συνόλου· γενικότ. συνδετικό στοιχείο: Έτριζαν οι ~οί του κρεβατιού/σκάφους. Πβ. σύνδεσμος.|| (μτφ.) Οι ~οί του κορμιού (= κλειδώσεις)/συστήματος. Συνεκτικοί (κοινωνικοί) ~οί. Πβ. δεσμός, κρίκος. [< αρχ. ἁρμός, γαλλ. joint]
6736άρμοση[ἅρμοση] άρ-μο-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συναρμολόγηση. [< μτγν. ἅρμοσις]
6737αρμοστεία[ἁρμοστεία] αρ-μο-στεί-α ουσ. (θηλ.) & αρμοστία (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΣΤ. διοίκηση προστατευόμενης ή υποτελούς περιοχής· συνεκδ. το αντίστοιχο αξίωμα: ~ των Ιονίων Νήσων/της Σμύρνης. Συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Ύπατη Αρμοστεία (του ΟΗΕ): ΠΟΛΙΤ. ανώτατος διπλωματικός θεσμός· συνεκδ. το αντίστοιχο αξίωμα ή το κτίριο όπου στεγάζονται οι σχετικές υπηρεσίες: ~ ~ για τα ανθρώπινα δικαιώματα/τους Πρόσφυγες. [< γαλλ. Haut-Commissariat (des Nations Unies)]
6738αρμοστής[ἁρμοστής] αρ-μο-στής ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Α): ΙΣΤ. διοικητής αρμοστείας. Συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Ύπατος/Ύπατη Αρμοστής: ΠΟΛΙΤ. ανώτατος διπλωματικός αξιωματούχος διεθνούς οργανισμού: ~ ~ του ΟΑΣΕ για τις Εθνικές Μειονότητες. ~ ~ για την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< αγγλ. High Commissioner] [< αρχ. ἁρμοστής]
6739αρμόστοκος[ἁρμόστοκος] αρ-μό-στο-κος ουσ. (αρσ.): στόκος για γέμισμα αρμών. Βλ. αρμολόγηση.
6740αρμπαρόριζα[ἀρμπαρόριζα] αρ-μπα-ρό-ρι-ζα ουσ. (θηλ.) & αμπαρόριζα: ΒΟΤ. ανθεκτική αρωματική πόα (επιστ. ονομασ. Pelargonium odoratissimum) με ερυθρά-βιολετί άνθη και ανοιχτά πράσινα, δαντελωτά φύλλα, που χρησιμοποιούνται ως μυρωδικά σε φαγητά και γλυκίσματα. Βλ. γεράνι. [< ιταλ. albarosa, erba rosa]
6741αρμπιτράζ[ἀρμπιτράζ] αρ-μπι-τράζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) πρόκριση συναλλαγής: ΟΙΚΟΝ. ταυτόχρονη αγορά και πώληση χρηματοοικονομικών αξιών, συναλλάγματος ή εμπορευμάτων, σε δύο ή περισσότερες αγορές, με σκοπό τη (χωρίς ρίσκο) αποκόμιση κέρδους από τις διαφορές των τιμών· εξισορροπητική κερδοσκοπία: ~ επιτοκίων. [< γαλλ. arbitrage]
6742άρμπουροβλ. άλμπουρο
6743αρμύραβλ. αλμύρα
6744αρμυρήθρα[ἁρμυρήθρα] αρ-μυ-ρή-θρα ουσ. (θηλ.) & αλμυρήθρα: ΒΟΤ. ποικιλία ποωδών φυτών με πλούσια σαρκώδη φύλλα (επιστ. ονομασ. Arthrocnemum glaucum, Salicornia fruticulosa), που φυτρώνουν σε παραθαλάσσια μέρη ή υγρότοπους. Πβ. αλμύρα, θαλασσόχορτο, κρίταμο. Βλ. -ήθρα. [< μεσν. αλμυρήθρα]
6745αρμυρίκι[ἁρμυρίκι] αρ-μυ-ρί-κι ουσ. (ουδ.) & αλμυρίκι: ΒΟΤ. κοινή ονομασία (γένος Tamarix) θάμνων ή χαμηλών δέντρων των μεσογειακών ακτών, με μικρά βελονοειδή φύλλα και υπόλευκα ή ρόδινα άνθη, που είναι πολύ ανθεκτικά σε ξηρά, υψηλής αλατότητας εδάφη, καθώς και στα σταγονίδια της θάλασσας. ΣΥΝ. μυρίκη [< αρχ. μυρίκη]
6746αρμυρός, ή, ό βλ. αλμυρός
6747άρνηση[ἄρνηση] άρ-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. μη αποδοχή: αιτιολογημένη/καθολική/μερική ~. ~ ανάληψης ευθυνών/διαλόγου/έγκρισης/εισόδου/εκτέλεσης (διαταγής)/επιβίβασης/εφαρμογής (απόφασης)/κατάθεσης (στοιχείων)/παροχής (πληροφοριών)/πρόσβασης/συμμετοχής/συμμόρφωσης/υποταγής/χορήγησης (άδειας).|| ~ της εργασίας/πίστης/στρατιωτικής θητείας (βλ. αντιρρησίας συνείδησης). Σχολική ~ (= σχολική φοβία). Πβ. αποκήρυξη.|| ~ της αλήθειας/κάθε εξουσίας/της ζωής/παράδοσης/πραγματικότητας (πβ. απόρριψη). Βλ. απ~. 2. απάντηση, στάση, συμπεριφορά που δηλώνει απόρριψη ή/και αδιαφορία: κατηγορηματική/πεισματική ~. ~ για συνεργασία. Την ~ του Προέδρου αντιμετωπίζουν/εισέπραξαν/συνάντησαν οι εργαζόμενοι. Εξέφρασε την ~ή της να ... 3. ΓΡΑΜΜ. αποφατική εκφορά του λόγου. Βλ. δεν, μη. ΑΝΤ. κατάφαση (1) [< αρχ. ἄρνησις, γαλλ. négation, refus]
6748αρνησι- & αρνησί-(σε σύνθ. του απαιτ. λεξιλογ.): α' συνθετικό που δηλώνει άρνηση της έννοιας του β' συνθετικού: (ΝΟΜ.) αρνησι-δικία/~κυρία.|| Αρνησί-θρησκος.
6749αρνησιά[ἀρνησιά] αρ-νη-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): απάρνηση, λησμονιά. Πβ. λήθη.
6750αρνησιδικία[ἀρνησιδικία] αρ-νη-σι-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. άρνηση ή κωλυσιεργία εκ μέρους του δικαστή, σχετικά με την έκδοση απόφασης σε εκδικασμένη υπόθεση ή τη διεξαγωγή δίκης. [< γερμ. Rechtsverweigerung, γαλλ. déni de justice]
6751αρνησίθεος, η, ο [ἀρνησίθεος] αρ-νη-σί-θε-ος επίθ./ουσ. (λόγ.): αρνητής του Θεού. ΣΥΝ. άθεος (1), άπιστος (1) [< μτγν. ἀρνησίθεος]
6752αρνησίθρησκος, η, ο [ἀρνησίθρησκος] αρ-νη-σί-θρη-σκος επίθ./ουσ. (λόγ.): που απαρνήθηκε ή απαρνιέται τη θρησκεία του (κυρ. για χριστιανό που αλλαξοπίστησε). ΣΥΝ. εξωμότης (1)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.