Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7640-7660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6736άρμοση[ἅρμοση] άρ-μο-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συναρμολόγηση. [< μτγν. ἅρμοσις]
6737αρμοστεία[ἁρμοστεία] αρ-μο-στεί-α ουσ. (θηλ.) & αρμοστία (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΣΤ. διοίκηση προστατευόμενης ή υποτελούς περιοχής· συνεκδ. το αντίστοιχο αξίωμα: ~ των Ιονίων Νήσων/της Σμύρνης. Συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Ύπατη Αρμοστεία (του ΟΗΕ): ΠΟΛΙΤ. ανώτατος διπλωματικός θεσμός· συνεκδ. το αντίστοιχο αξίωμα ή το κτίριο όπου στεγάζονται οι σχετικές υπηρεσίες: ~ ~ για τα ανθρώπινα δικαιώματα/τους Πρόσφυγες. [< γαλλ. Haut-Commissariat (des Nations Unies)]
6738αρμοστής[ἁρμοστής] αρ-μο-στής ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Α): ΙΣΤ. διοικητής αρμοστείας. Συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Ύπατος/Ύπατη Αρμοστής: ΠΟΛΙΤ. ανώτατος διπλωματικός αξιωματούχος διεθνούς οργανισμού: ~ ~ του ΟΑΣΕ για τις Εθνικές Μειονότητες. ~ ~ για την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< αγγλ. High Commissioner] [< αρχ. ἁρμοστής]
6739αρμόστοκος[ἁρμόστοκος] αρ-μό-στο-κος ουσ. (αρσ.): στόκος για γέμισμα αρμών. Βλ. αρμολόγηση.
6740αρμπαρόριζα[ἀρμπαρόριζα] αρ-μπα-ρό-ρι-ζα ουσ. (θηλ.) & αμπαρόριζα: ΒΟΤ. ανθεκτική αρωματική πόα (επιστ. ονομασ. Pelargonium odoratissimum) με ερυθρά-βιολετί άνθη και ανοιχτά πράσινα, δαντελωτά φύλλα, που χρησιμοποιούνται ως μυρωδικά σε φαγητά και γλυκίσματα. Βλ. γεράνι. [< ιταλ. albarosa, erba rosa]
6741αρμπιτράζ[ἀρμπιτράζ] αρ-μπι-τράζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) πρόκριση συναλλαγής: ΟΙΚΟΝ. ταυτόχρονη αγορά και πώληση χρηματοοικονομικών αξιών, συναλλάγματος ή εμπορευμάτων, σε δύο ή περισσότερες αγορές, με σκοπό τη (χωρίς ρίσκο) αποκόμιση κέρδους από τις διαφορές των τιμών· εξισορροπητική κερδοσκοπία: ~ επιτοκίων. [< γαλλ. arbitrage]
6742άρμπουροβλ. άλμπουρο
6743αρμύραβλ. αλμύρα
6744αρμυρήθρα[ἁρμυρήθρα] αρ-μυ-ρή-θρα ουσ. (θηλ.) & αλμυρήθρα: ΒΟΤ. ποικιλία ποωδών φυτών με πλούσια σαρκώδη φύλλα (επιστ. ονομασ. Arthrocnemum glaucum, Salicornia fruticulosa), που φυτρώνουν σε παραθαλάσσια μέρη ή υγρότοπους. Πβ. αλμύρα, θαλασσόχορτο, κρίταμο. Βλ. -ήθρα. [< μεσν. αλμυρήθρα]
6745αρμυρίκι[ἁρμυρίκι] αρ-μυ-ρί-κι ουσ. (ουδ.) & αλμυρίκι: ΒΟΤ. κοινή ονομασία (γένος Tamarix) θάμνων ή χαμηλών δέντρων των μεσογειακών ακτών, με μικρά βελονοειδή φύλλα και υπόλευκα ή ρόδινα άνθη, που είναι πολύ ανθεκτικά σε ξηρά, υψηλής αλατότητας εδάφη, καθώς και στα σταγονίδια της θάλασσας. ΣΥΝ. μυρίκη [< αρχ. μυρίκη]
6746αρμυρός, ή, ό βλ. αλμυρός
6747άρνηση[ἄρνηση] άρ-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. μη αποδοχή: αιτιολογημένη/καθολική/μερική ~. ~ ανάληψης ευθυνών/διαλόγου/έγκρισης/εισόδου/εκτέλεσης (διαταγής)/επιβίβασης/εφαρμογής (απόφασης)/κατάθεσης (στοιχείων)/παροχής (πληροφοριών)/πρόσβασης/συμμετοχής/συμμόρφωσης/υποταγής/χορήγησης (άδειας).|| ~ της εργασίας/πίστης/στρατιωτικής θητείας (βλ. αντιρρησίας συνείδησης). Σχολική ~ (= σχολική φοβία). Πβ. αποκήρυξη.|| ~ της αλήθειας/κάθε εξουσίας/της ζωής/παράδοσης/πραγματικότητας (πβ. απόρριψη). Βλ. απ~. 2. απάντηση, στάση, συμπεριφορά που δηλώνει απόρριψη ή/και αδιαφορία: κατηγορηματική/πεισματική ~. ~ για συνεργασία. Την ~ του Προέδρου αντιμετωπίζουν/εισέπραξαν/συνάντησαν οι εργαζόμενοι. Εξέφρασε την ~ή της να ... 3. ΓΡΑΜΜ. αποφατική εκφορά του λόγου. Βλ. δεν, μη. ΑΝΤ. κατάφαση (1) [< αρχ. ἄρνησις, γαλλ. négation, refus]
6748αρνησι- & αρνησί-(σε σύνθ. του απαιτ. λεξιλογ.): α' συνθετικό που δηλώνει άρνηση της έννοιας του β' συνθετικού: (ΝΟΜ.) αρνησι-δικία/~κυρία.|| Αρνησί-θρησκος.
6749αρνησιά[ἀρνησιά] αρ-νη-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): απάρνηση, λησμονιά. Πβ. λήθη.
6750αρνησιδικία[ἀρνησιδικία] αρ-νη-σι-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. άρνηση ή κωλυσιεργία εκ μέρους του δικαστή, σχετικά με την έκδοση απόφασης σε εκδικασμένη υπόθεση ή τη διεξαγωγή δίκης. [< γερμ. Rechtsverweigerung, γαλλ. déni de justice]
6751αρνησίθεος, η, ο [ἀρνησίθεος] αρ-νη-σί-θε-ος επίθ./ουσ. (λόγ.): αρνητής του Θεού. ΣΥΝ. άθεος (1), άπιστος (1) [< μτγν. ἀρνησίθεος]
6752αρνησίθρησκος, η, ο [ἀρνησίθρησκος] αρ-νη-σί-θρη-σκος επίθ./ουσ. (λόγ.): που απαρνήθηκε ή απαρνιέται τη θρησκεία του (κυρ. για χριστιανό που αλλαξοπίστησε). ΣΥΝ. εξωμότης (1)
6753αρνησικυρία[ἀρνησικυρία] αρ-νη-σι-κυ-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. το δικαίωμα κράτους-μέλους (του ΝΑΤΟ, του ΟΗΕ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης) να αντιτεθεί στη λήψη ομόφωνης απόφασης, όταν θεωρεί ότι αυτή θίγει τα εθνικά του συμφέροντα· το δικαίωμα αρχηγού κράτους να αρνηθεί την επικύρωση νόμου. ΣΥΝ. βέτο (1)
6754αρνητής[ἀρνητής] αρ-νη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αρνήτρια} (απαιτ. λεξιλόγ.): πρόσωπο που αποκηρύσσει κάτι ή κάποιον, λόγω ιδεολογίας ή πεποιθήσεων: ολικός ~. ~ στράτευσης (= αντιρρησίας συνείδησης). ~ές των αξιών/της δημοκρατίας/των εμβολίων (πβ. αντιεμβολιαστής)/της ζωής/του κορονοϊού. Βλ. απ~. [< μτγν. ἀρνητής, μεσν. αρνήτρια]
6755αρνητικός, ή, ό [ἀρνητικός] αρ-νη-τι-κός επίθ. ΑΝΤ. θετικός 1. δυσμενής, κακός: ~ός: αντίκτυπος/απολογισμός/ρυθμός (ανάπτυξης)/χαρακτηρισμός. ~ή: αντιμετώπιση/αξιολόγηση/βαθμολογία/γνώμη/εικόνα (της οικονομίας)/έκβαση/έννοια/εντύπωση/εξέλιξη (= άσχημη)/επίδραση/επιρροή/ιδιότητα/κατάσταση/κριτική/πορεία/προοπτική/πρωτιά (στο κάπνισμα)/σημασία/συγκυρία/συμπεριφορά. ~ό: αποτέλεσμα/γεγονός/κλίμα/περιβάλλον/πόρισμα/ρεκόρ/συμπέρασμα/φαινόμενο. ~ές: επιδόσεις/συνέπειες. ~ά: βιώματα/σημεία/σχόλια/χαρακτηριστικά. Η ~ή πλευρά της δημοσιότητας. ΑΝΤ. ευμενής, ευνοϊκός, καλός.|| (ως ουσ.) Το ~ό είναι ότι ... (πβ. δυσάρεστο, κακό).|| ~ή: διάθεση/σκέψη/στάση ζωής/ψυχολογία. Πβ. απαισιόδοξος. 2. που εκφράζει άρνηση, αντίθεση: ~ή: αντίδραση/απάντηση (= απορριπτική)/απόφαση/στάση/ψήφος. ~ό: δημοψήφισμα.|| (για πρόσ.) Είναι/εμφανίζεται (απόλυτα/κατηγορηματικά) ~ (απέναντι) στη σύναψη συμφωνίας.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ό: μόριο (= αποφατικό· ΑΝΤ. βεβαιωτικό). ΑΝΤ. καταφατικός 3. ΜΑΘ. που είναι μικρότερος του μηδενός (συμβ. -): ~ός: ακέραιος/άξονας (: με όλους τους ~ούς αριθμούς). ~ή: τιμή. ~ό: πρόσημο (π.χ. -1, -2)/σύμβολο.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: δείκτης/ισολογισμός/πληθωρισμός. ~ή: απόδοση/διακύμανση (μετοχής). ~ό: υπόλοιπο.|| (ΦΥΣ.) ~ή: αντίσταση/θερμοκρασία/πίεση/φορά. ~ό: βάρος 4. ΦΥΣ. που σχετίζεται με πλεόνασμα ηλεκτρονίων: ~ός: πόλος (λ.χ. μπαταρίας). ~ό: ηλεκτρόδιο (= κάθοδος)/ιόν/(ηλεκτρικό) φορτίο. 5. ΙΑΤΡ. στον οποίο δεν ανιχνεύεται ουσία ή στοιχείο: ~ός: ορός. ~ή: μαστογραφία. ~ό: αποτέλεσμα/δείγμα. ~ές: εξετάσεις/καλλιέργειες. Ρέζους ~ό. Το τεστ εγκυμοσύνης βγήκε ~ό.|| (για πρόσ.) Βρέθηκε ~ σε απαγορευμένες ουσίες/στον ιό του ... ● Ουσ.: αρνητικό (το) {συνήθ. στον πληθ.}: ΦΩΤΟΓΡ. φιλμ στο οποίο οι φωτεινές περιοχές παρουσιάζονται σκοτεινές και οι σκοτεινές φωτεινές: ασπρόμαυρα/έγχρωμα ~ά. [< γαλλ. négatif, γερμ. Negativfilm] ● επίρρ.: αρνητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: gram αρνητικός βλ. γκραμ, αρνητική ανάδραση βλ. ανάδραση, αρνητική/θετική ενέργεια βλ. ενέργεια, αρνητική/μαύρη διαφήμιση βλ. διαφήμιση, αρνητικός πληθωρισμός βλ. πληθωρισμός [< 1,3,4,5: γαλλ. négatif, αγγλ. negative 2: μτγν. ἀρνητικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.