Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7660-7680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6756αρνητικότητα[ἀρνητικότητα] αρ-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αρνητικού: ~ και απαισιοδοξία. Εκδηλώθηκε έντονη ~ για ... (πβ. αρνητισμός). Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. θετικότητα (1) [< γαλλ. négativité]
6757αρνητισμός[ἀρνητισμός] αρ-νη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) αρνητική διάθεση ή στάση: στείρος ~. Μηδενισμός και ~. Βγάζει συνεχώς έναν ~ό. Πβ. αρνητικότητα. 2. ΨΥΧΟΛ. διαταραχή που χαρακτηρίζεται από αντίδραση ή αντίσταση σε οποιαδήποτε υπόδειξη, συμβουλή ή εντολή. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. négativisme, 1900]
6758αρνί[ἀρνί] αρ-νί ουσ. (ουδ.) {αρν-ιού | -ιών} 1. πρόβατο μικρής ηλικίας· συνεκδ. το κρέας του ή το αντίστοιχο φαγητό: ~ιά και κατσίκια. Βλ. νάπα.|| Πασχαλινό ~ (= οβελίας). Το ψήσιμο του ~ιού.|| ~ στη γάστρα/σούβλας. 2. (μτφ.) χαρακτηρισμός για αγαθό, πράο άνθρωπο. ΣΥΝ. πρόβατο (2) ● Υποκ.: αρνάκι (το): ~ γάλακτος (: κρέας από ~ μέχρι τεσσάρων μηνών). ● ΣΥΜΠΛ.: αρνάκι του Θεού (εμφατ.): για άκακο άνθρωπο. ● ΦΡ.: κοιμάμαι σαν πουλάκι/αρνάκι βλ. κοιμάμαι [< μεσν. αρνίν < αρχ. ἀρνίον]
6759αρνιέμαιβλ. αρνούμαι
6760αρνίσιος, ια, ιο [ἀρνίσιος] αρ-νί-σιος επίθ.: από αρνί: ~ιος: κιμάς. ~ια: συκωταριά. ~ιο: κεμπάπ/κρέας/μπούτι. ~ια: έντερα/παϊδάκια/σουβλάκια. Βλ. πρόβειος, -ίσιος.
6762αρνούμαι[ἀρνοῦμαι] αρ-νού-μαι ρ. {αρν-είσαι ...| -ήθηκα, -ούμενος} & (προφ.) αρνιέμαι 1. δεν δέχομαι κάτι που μου δίνεται ή μου ζητείται· δεν αποδέχομαι: ~ τη βοήθεια (κάποιου)/ένα δώρο/μια προσφορά/πρόταση (συνεργασίας). ~είται κάθε συμβιβασμό. Σου ~ήθηκα ποτέ τίποτα; ~ήθηκε την υποστήριξή/τα χρήματά τους. Της ~ήθηκαν την έκδοση άδειας διαμονής. ~ήθηκαν την ευθύνη για ... (πβ. αποποιούμαι). Πβ. απορρίπτω.|| ~ απερίφραστα/επίμονα/κατηγορηματικά/ολοκληρωτικά/πεισματικά/σθεναρά τις κατηγορίες. ~ να δώσω τη συγκατάθεσή μου. ~ ότι το είπα (= το διαψεύδω). Δεν ~ούνται ότι έγιναν λάθη (= το αναγνωρίζουν, το παραδέχονται). ~ήθηκε να μαρτυρήσει/υποχωρήσει (ΑΝΤ. συμφωνώ, συναινώ). ~ούμενος να συμμορφωθεί με ... 2. απαρνιέμαι, αποκηρύσσω: ~ήθηκε τους γονείς/τη θρησκεία/την πατρίδα του. Βλ. αρνητής.|| Σ' ~ήθηκα ποτέ; [< αρχ. ἀρνοῦμαι]
6763αρόδο[ἀρόδο] α-ρό-δο επίρρ.: ΝΑΥΤ. (για πλοίο) σε μακρινή απόσταση από το λιμάνι ή την ακτή: Αγκυροβόλησε/έδεσε ~. ΣΥΝ. στα ανοιχτά [< βεν. arodo, a roda]
6765αροκάρια[ἀροκάρια] α-ρο-κά-ρι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αειθαλές κωνοφόρο δέντρο (οικογ. Araucariaceae) που καλλιεργείται ως καλλωπιστικό. [< γαλλ.-αγγλ. araucaria]
6766άρονβλ. αίρω
6770άροση[ἄροση] ά-ρο-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. όργωμα. [< αρχ. ἄροσις]
6771αρόσιμος, η, ο [ἀρόσιμος] α-ρό-σι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να οργωθεί· κυρ. καλλιεργήσιμος: ~η: γη. ~ες: εκτάσεις. [< αρχ. ἀρόσιμος]
6772άροτρο[ἄροτρο] ά-ρο-τρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): αλέτρι: ησιόδειο ~. Βλ. -τρο. [< αρχ. ἄροτρον]
6774άρουρα[ἄρουρα] ά-ρου-ρα ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): καλλιεργημένη ή καλλιεργήσιμη έκταση· μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: άχθος αρούρης βλ. άχθος [< αρχ. ἄρουρα]
6775αρουραίος[ἀρουραῖος] α-ρου-ραί-ος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. τρωκτικό (επιστ. ονομασ. Microtus agrestis), που μοιάζει με το ποντίκι, αλλά είναι μεγαλύτερο σε μέγεθος και ζει συνήθ. σε αγρούς: καφέ/μαύροι ~οι.|| ~ των υπονόμων (: Νορβηγικός αρουραίος). Πβ. επίμυς. 2. (μτφ.) πανούργος, δόλιος. [< 1: αρχ. ἀρουραῖος (μῦς) ‘που ζει στα χωράφια’]
6776άρπα[ἅρπα] άρ-πα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. όργανο που αποτελείται από μεγάλο τριγωνικό πλαίσιο με χορδές και πεντάλ στο κάτω μέρος του και παίζεται και με τα δύο χέρια· (στην αρχαιότητα) το αντίστοιχο μικρό μουσικό όργανο. Βλ. έγχορδος, κόρα, νυκτός. [< μεσν. άρπα < ιταλ. arpa]
6782άρπα-κόλλα[ἅρπα-κόλλα] άρ-πα κόλ-λα ως επίρρ. (προφ.): βιαστικά, πρόχειρα, επιπόλαια: Η δουλειά έγινε ~ (= τσαπατσούλικα).|| (ως ουσ.) Τα κάνουν όλα στο ~ (βλ. στο άψε σβήσε, στα γρήγορα). Είναι του ~.
6777άρπαγας[ἅρπαγας] άρ-πα-γας ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. σφετεριστής: ~ες της γης/περιουσίας. Απατεώνας/κλέφτης και ~. Βλ. άπληστος, πλεονέκτης. 2. ΖΩΟΛ. (σπάν.) αρπακτικό. [< αρχ. ἅρπαξ]
6778αρπάγη[ἁρπάγη] αρ-πά-γη ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. μεταλλικό όργανο εκσκαφέα ή γερανού, με τη μορφή σιαγόνας ή γάντζου, για την περισυλλογή και μεταφορά υλικών: ρομποτική/υδραυλική ~. ~ες ανύψωσης. Βλ. μέγγενη, τσιγκέλι.|| (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) Η ~ του Νόμου (= δαγκάνα, τσιμπίδα). [< μτγν. ἁρπάγη]
6779αρπαγή[ἁρπαγή] αρ-πα-γή ουσ. (θηλ.) 1. δόλια και συνήθ. βίαιη οικειοποίηση ξένου αγαθού: ~ αρχαιοτήτων/ζώων. ~ές και λεηλασίες. Πβ. κλοπή.|| ~ της εξουσίας/του πλούτου (= σφετερισμός). Βλ. υφ~. ΣΥΝ. άρπαγμα 2. ΝΟΜ. παράνομη σύλληψη και κατακράτηση προσώπου με χρήση βίας ή δόλου: ~ ανηλίκου. Η ~ συνιστά έγκλημα κατά της προσωπικής ελευθερίας.|| (ΜΥΘ.) Η ~ της Ευρώπης/Περσεφόνης. Πβ. απαγωγή. [< αρχ. ἁρπαγή]
6780άρπαγμα[ἅρπαγμα] άρ-παγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αρπάζω: ~ (= αρπαγή) της τσάντας.|| (μτφ.) ~ της ευκαιρίας. [< μτγν. ἅρπαγμα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.