Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [7680-7700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
6781αρπάζω[ἁρπάζω] αρ-πά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άρπα-ξα, αρπά-ξει, -χτηκα, -γμένος, αρπάζ-οντας} 1. πιάνω κάποιον ή κάτι σφιχτά, ορμητικά, γρήγορα ή/και βίαια: Τον ~ξε απ' τα μαλλιά/το μπράτσο/τον σβέρκο/το χέρι. Η γάτα ~ξε το ποντίκι (βλ. μαγκώνω). Πβ. γραπώνω.|| ~ει την ομπρέλα και βγαίνει στη βροχή. ~ξε τον πυροσβεστήρα, για να σβήσει τη φωτιά. 2. αποσπώ κάτι από τον κάτοχό του· απάγω ή συλλαμβάνω κάποιον: ~ει τα κοσμήματα/χρήματα και εξαφανίζεται. Της ~ξε το πορτοφόλι. Πβ. κλέβω, ληστεύω, ξαφρίζω, σουφρώνω.|| (μτφ.) Ο άνεμος ~ξε (= σήκωσε) τη στέγη. ~ξαν την εξουσία/την κρατική περιουσία (= σφετερίστηκαν).|| ~ξαν το παιδί μπροστά στα μάτια της. Βλ. δι~, υφ~. 3. (μτφ.-προφ.) αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, μαθαίνω εύκολα και γρήγορα: Τ' ~ει αμέσως! 4. (μτφ.-προφ.) προσβάλλομαι από μεταδοτική ασθένεια: ~ξε γρίπη/(ένα γερό) κρυολόγημα/πνευμονία. Πρόσεξε μην ~ξεις καμιά πούντα (= μην κρυολογήσεις). Πβ. κολλάω.άρπαξε (αμτβ., μτφ.-προφ.): κάηκε επιφανειακά: Το φαγητό ~ στο ψήσιμο. ● Παθ.: αρπάζομαι 1. (μτφ.-προφ.) οργίζομαι· κατ' επέκτ. έρχομαι στα χέρια, τσακώνομαι: ~εται με το παραμικρό.|| ~χτηκαν άσχημα. 2. (+ από) πιάνομαι από κάπου: ~χτηκε από ένα κλαδί/σωσίβιο και κατάφερε να σωθεί.|| (μτφ.) ~εται από μια λέξη/φράση του άλλου, για να πει τα δικά του. ~χτηκε απεγνωσμένα από τους δικούς του. ● ΦΡ.: άρπα την! (προφ.) 1. λέγεται τη στιγμή που κάποιος χτυπά ή συνήθ. μουντζώνει κάποιον άλλο. 2. καλά να πάθεις, σου αξίζει αυτό που έπαθες: ~ ~ τώρα, για να μάθεις!, αρπάζω κάτι/κάποιον (μέσα) από τα χέρια κάποιου 1. παίρνω βίαια κάτι ή κάποιον από αυτόν που το(ν) κρατά: Της άρπαξε την τσάντα ~ ~. 2. (μτφ.) στερώ κάτι από κάποιον: Του άρπαξε τη νίκη ~ ~., αρπάζω/πιάνω κάποιον από το γιακά/το λαιμό/τα πέτα (μτφ.): ζητώ από κάποιον εξηγήσεις, δείχνοντας επιθετική, απειλητική διάθεση., άρπαξε να φας και κλέψε να 'χεις (παροιμ.): για να δηλωθεί κλοπή, απάτη, σφετερισμός., άρπαξε φωτιά: έπιασε φωτιά γρήγορα ή/και αναπάντεχα: Τα ρούχα/σκουπίδια άρπαξαν ~., τα αρπάζει (προφ.-μτφ.): δωροδοκείται, λαδώνεται: Τα ~ξε χοντρά, για να τον προωθήσει., την άρπαξα (προφ.): κρυολόγησα, αρρώστησα: Έχω συνάχι, κάπου θα ~ ~., τις αρπάζω (προφ.): τρώω ξύλο: ~ ~ξε και μάλιστα γερές! ΣΥΝ. τις τρώω, αρπάζω την ευκαιρία (από τα μαλλιά) βλ. ευκαιρία, αρπάζω/πιάνω κάποιον απ' τα μούτρα βλ. μούτρο, κάτι πήρε/έπιασε τ' αυτί μου βλ. αυτί, ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε (κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας) βλ. τρώω, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου βλ. μπουκιά [< αρχ. ἁρπάζω]
6783αρπακτικά[ἁρπακτικά] αρ-πα-κτι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αρπακτικό} & (προφ.) αρπαχτικά: ΟΡΝΙΘ. τάξη σαρκοφάγων πτηνών με γαμψά νύχια, μυτερό ράμφος και οξεία όραση: ημερόβια (: αετός, γεράκι, γύπας)/νυκτόβια (: γκιόνης, κουκουβάγια) ~. Βλ. ιερακόμορφα.|| (μτφ.) Αδηφάγο ~ό (: αδίστακτος, άπληστος άνθρωπος). [< γαλλ. rapaces]
6784αρπακτικός, ή, ό [ἁρπακτικός] αρ-πα-κτι-κός επίθ. & (προφ.) αρπαχτικός: που έχει την ικανότητα ή την τάση να αρπάζει: ~ά: ψάρια (: καρχαρίας, σκυλόψαρο). Βλ. αρπακτικά.|| (μτφ.) ~ή: μανία/συμπεριφορά. ~ές: διαθέσεις. Πβ. ληστρικός, σφετεριστικός. [< μτγν. ἁρπακτικός]
6785αρπακτικότητα[ἁρπακτικότητα] αρ-πα-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αρπακτικού: (μτφ.) απληστία/πλεονεξία και ~ (πβ. σφετερισμός). Βλ. -ότητα. [< γαλλ. rapacité]
6786αρπαχτή[ἁρπαχτή] αρ-πα-χτή ουσ. (θηλ.) (αργκό) 1. κάθε περιστασιακή και συχνά πρόχειρη δραστηριότητα που αποσκοπεί κυρ. στο εύκολο, γρήγορο ή/και παράνομο κέρδος: γερή ~ (= μπάζα). Ρεμούλα και ~. Λαδώματα/μίζες και ~ές. Κυνηγάνε την ~. (για καλλιτέχνη) Περιοδεύει στην επαρχία και κάνει ~ές. 2. ευκαιριακό σεξ. ● ΦΡ.: της αρπαχτής βλ. σημ. 1: η κοινωνία/λογική ~ ~. Δουλειές του ποδαριού και ~ ~. Είναι ~ ~ (και της κονόμας).
6787αρπαχτικός, ή, ό βλ. αρπακτικός
6788αρπαχτός, ή, ό [ἁρπαχτός] αρ-πα-χτός επίθ. (προφ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: στ' αρπαχτά: στα γρήγορα, βιαστικά, πρόχειρα: Έφαγε ~ ~. [< αρχ. ἁρπακτός]
6789αρπάχτρα[ἁρπάχτρα] αρ-πά-χτρα ουσ. (θηλ.) {κ. για το αρσ.} (αργκό): απατεώνας, κλέφτης, λωποδύτης. Πβ. κομπιναδόρος, λαμόγιο.
6790άρπισμα[ἅρπισμα] άρ-πι-σμα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. αρπίσμ-ατα} & αρπέζ {άκλ.} & αρπισμός (ο): ΜΟΥΣ. γρήγορη και διαδοχική εκτέλεση των φθόγγων μιας συγχορδίας: ~ του πιάνου. ~ατα της κιθάρας. Κλίμακες και ~ατα. [< ιταλ. arpeggio, γαλλ. arpège]
6791αρπιστής, αρπίστρια[ἁρπιστής] αρ-πι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΜΟΥΣ. μουσικός που παίζει άρπα· στο αρσ. κυρ. για τον εκτελεστή του αντίστοιχου αρχαίου οργάνου. [< γαλλ. harpiste, ιταλ. arpista]
6792αρραβώνας[ἀρραβώνας] αρ-ρα-βώ-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) αρραβών & (λαϊκό) αρρεβώνας, αρραβώνα (η) 1. επισημοποίηση της σχέσης ενός ζευγαριού και αμοιβαία υπόσχεση γάμου από μέρους τους, με ανταλλαγή δαχτυλιδιών (βέρες) σε εκδήλωση με συγγενείς και φίλους· συνεκδ. το χρονικό διάστημα μεταξύ αυτού του γεγονότος και της τέλεσης του γάμου· (ΕΚΚΛΗΣ.) η σχετική ακολουθία που προηγείται του μυστηρίου του γάμου: κρυφός/μυστικός ~. Πάρτι ~ων. Διαλύθηκε ο ~. Κάνουμε/ορίζουμε τους ~ες (πβ. αρραβωνιάσματα). Πβ. μνηστεία. 2. ΝΟΜ. εγγυητικό ποσό. Πβ. καπάρο, προκαταβολή. ● ΦΡ.: στρίβειν δια του αρραβώνος (χιουμορ.): τακτική υπεκφυγής ή ελιγμού. Πβ. άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε, απορία ψάλτου, βηξ. [< μεσν. αρραβώνας]
6793αρραβωνιάζομαι[ἀρραβωνιάζομαι] αρ-ρα-βω-νιά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {αρραβωνιά-στηκα, -σμένος} (για μελλόνυμφο): κάνω αρραβώνα: ~στηκαν και θα παντρευτούν του χρόνου. Πβ. άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες (/δαχτυλίδια), λογοδίνομαι.αρραβωνιάζω {αρραβώνια-σα} & (λαϊκό) αρρεβωνιάζω & (λόγ.) αρραβωνίζω: (για γονιό) μνηστεύω: ~σε τον γιο/την κόρη του. [< μεσν. αρραβωνιάζω]
6794αρραβωνιάρα[ἀρραβωνιάρα] αρ-ρα-βω-νιά-ρα ουσ. (θηλ.) {σπανιότ. αρσ. αρραβωνιάρης} (λαϊκό-ενίοτε ειρων.): αρραβωνιαστικιά.
6795αρραβώνιασμα[ἀρραβώνιασμα] αρ-ρα-βώ-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τέλεση αρραβώνα. ● αρραβωνιάσματα (τα): αρραβώνες: ~ και στεφανώματα. [< μεσν. αρραβώνιασμα]
6796αρραβωνιαστικός, αρραβωνιαστικιά[ἀρραβωνιαστικός] αρ-ρα-βω-νια-στι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): το πρόσωπο που έχει αρραβωνιαστεί με κάποιον. ΣΥΝ. μνηστήρας, μνηστή (1) [< μεσν. αρραβωνιαστικός]
6797αρραβωνίζωβλ. αρραβωνιάζομαι
6798αρραγής, ής, ές [ἀρραγής] αρ-ρα-γής επίθ. {αρραγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): άρρηκτος: ~ής: ενότητα (= αδιάσπαστη). ● επίρρ.: αρραγώς [-ῶς] (λογιότ.) ● ΣΥΜΠΛ.: αρραγές μέτωπο: ισχυρός συνασπισμός, δυνατή συνεργασία για την επίτευξη ορισμένου στόχου: ~ ~ αντίστασης/δράσης/συμμαχικών χωρών. ~ ~ κατά της διαπλοκής. [< αρχ. ἀρραγής]
6799αρρεβώναςβλ. αρραβώνας
6800άρρεν[ἄρρεν] άρ-ρεν ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ανδρικό φύλο: (συνήθ. σε αιτήσεις, ερωτηματολόγια) φύλο: ~. ΑΝΤ. θήλυ ● βλ. άρρην [< αρχ. ἄρρεν]
6801αρρεναγωγείο[ἀρρεναγωγεῖο] αρ-ρε-να-γω-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): σχολείο στο οποίο φοιτούσαν μόνο αγόρια. Βλ. παρθεναγωγείο. [< γερμ. Jungenschule]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.